facebook
Αρχική Νομολογία Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων Σώρευση Ευθείας και Πλαγιαστικής Αγωγής στο αυτό δικόγραφο & Δεκτή προς παράκαμψη παραγραφής κατ΄ασφαλιστού Απόφ. Εφ.Αθ. 1022/2008 ΤΕΥΧΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2008.

Σώρευση Ευθείας και Πλαγιαστικής Αγωγής στο αυτό δικόγραφο & Δεκτή προς παράκαμψη παραγραφής κατ΄ασφαλιστού Απόφ. Εφ.Αθ. 1022/2008 ΤΕΥΧΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2008.

Σώρευση Ευθείας και Πλαγιαστικής Αγωγής
στο αυτό δικόγραφο & Δεκτή
προς παράκαμψη παραγραφής κατ΄ασφαλιστού 


Σύντομο ιστορικό της ένδικης υπόθεσης
Επί της από ευθείας αγωγής των ζημιωθέντων τρίτων κατά του οδηγού του και της σωρευόμενης πλαγιαστικής κατ& άρθρο 72 ΚΠολΔ αγωγής τους κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, συνεπεία του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, εκδόθηκε η υπ΄αριθ. 21571/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ευθεία αγωγή ως προς τον υπαίτιο οδηγό, και την απέρριψε ως προς την πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. 
Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης, και εκδόθηκε η υπ΄αριθ. 2706/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, (βλ. ανωτέρω Σελ. +++) η οποία έκρινε ότι οι ανωτέρω αγωγές (ευθεία και πλαγιαστική) είναι νόμιμες, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός ασφαλισμένος της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, δέχθηκε εν μέρει την ευθεία αγωγή και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν ποσά. Τέλος υποχρέωσε την πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της υπαίτιο οδηγό τα ανωτέρω ποσά, που αυτός υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες. 
Η άνω υπ΄ αριθ. 2706/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε νομότυπα στον αγνώστου διαμονής υπαίτιο και υπόχρεο προς αποζημίωση οδηγό, ήτοι με επίδοση ακριβούς αντιγράφου της στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και περίληψή της δημοσιεύθηκε στις ορισθείσες από τον κ. Εισαγγελέα Αθηνών ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών, καθώς και στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. 
Κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα και ως εκ τούτου κατέστη αμετάκλητη. Ακολούθως χορηγήθηκε στους ενάγοντες το αρ. 278/2006 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω υπ΄αριθ. 2706/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το οποίο για τον αγνώστου διαμονής υπαίτιο οδηγό μετ΄ επιταγής προς πληρωμή επιδόθηκε νόμιμα στον αρμόδιο κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και περίληψή τους δημοσιεύθηκε στις ορισθείσες από τον ίδιο ως άνω εισαγγελέα ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών. 

Κατάσχεση εις χείρας τρίτου (ασφαλιστικής εταιρίας)
Στην συνέχεια επιδόθηκε στην ασφαλιστική εταιρία κατασχετήριο κατά του υπαιτίου οδηγού εις χείρας αυτής ως τρίτης, μαζί με επικυρωμένο αντίγραφο της υπ΄αριθ. 2706/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με το ως άνω πρώτο εκτελεστό απόγραφο και την παραπόδας επιταγής προς πληρωμή στον οφειλέτη τους, και επικυρωμένο αντίγραφο της έκθεσης επίδοσης της απόφασης αυτής δια τον αγνώστου διαμονής υπαίτιο οδηγό. 
Με δήλωσή της ως τρίτη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (άρθρο 985 ΚΠολΔ) η ασφαλιστική εταιρία δήλωσε ότι οι ενάγοντες της κοινοποίησαν κατασχετήριο με το οποίο κατάσχεσαν εις χείρας της όσα φέρεται να καταβάλει στον οφειλέτη έως το ποσό των 105.559,74 ευρώ συνολικά, και περαιτέρω ότι δεν υφίσταται ενεργός αξίωση του υπαιτίου οδηγού κατά αυτής από την ασφαλιστική σύμβαση και συνεπώς δεν του οφείλει η ασφαλιστική εταιρία το άνω ποσό. 

Ανακοπή εναγόντων 
κατά δήλωσης τρίτου (Ασφαλιστικής Εταιρίας)
Η απόφαση που δέχεται την ανακοπή των ζημιωθέντων τρίτων και κρίνει ανειλικρινή την αρνητική δήλωση της ασφαλιστικής εταιρίας ως τρίτης υποχρεώνει την ασφαλιστική εταιρία να καταβάλλει απευθείας στους ζημιωθέντες όλα τα κατασχεμένα ποσά. 
Προϋποθέσεις αποζημίωσης των κατασχόντων εξαιτίας της βλάβης που υπέστησαν από την αρνητική & ανειλικρινή δήλωση της ασφαλιστικής εταιρίας ως τρίτης. 
Μετά την επίδοση του κατασχετηρίου η ασφαλιστική εταιρία ως τρίτη απαλλάσσεται περαιτέρω της κατασχέσεως τόκων. 

Οι ως άνω ενάγοντες στη συνέχεια άσκησαν ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου εναντίον της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, που ασφάλιζε το ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο ανωτέρω ασφαλισμένος της υπαίτιος οδηγός. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ΄αριθ. 4963/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινήτων), αφού η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται στην άνω διαδικασία, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ και την σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως των ανακοπτόντων-εναγόντων, αναγνώρισε την ύπαρξη της απαιτήσεως του υπαιτίου οδηγού κατά της καθ΄ ης η ανακοπή ασφαλιστική εταιρία για τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά για τον καθένα από τους ανακόπτοντες -ενάγοντες. 
Επί ασκηθεισών εφέσεων των διαδίκων και του με τις προτάσεις της ασφαλιστικής εταιρίας προσθέτου λόγου εφέσεως κατά της ως άνω υπ΄αριθ. 4963/2006 οριστικής απόφασης, εκδόθηκε η κατωτέρω δημοσιευομένη υπ΄αριθ. 1022/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία: 
α) δέχθηκε την ανακοπή ως νόμιμη και ορισμένη,
β) αναγνώρισε την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαιτήσεως εκ της οποίας και μόνο προκύπτει η ανειλικρίνεια της δήλωσης της καθ΄ ης η ανακοπή εκκαλούσας- εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας, 
γ) έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι με την ανωτέρω ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ σωρεύεται και αγωγή αποζημιώσεως του άρθρου 985 παρ. 3 ΚΠολΔ και επιδίκασε τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά ως αποζημίωση, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η κρινόμενη ανακοπή είναι ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου, στην οποία δεν σωρεύεται αγωγή αποζημιώσεως, αφού οι ανακόπτοντες δεν εκθέτουν ανακριβή περιστατικά τα οποίας τους ζημίωσαν, και ότι το αίτημα της ανακοπής και το διατακτικό της δεχόμενης ως άνω απόφασης την ανακοπή προς καταβολή στους ανακόπτοντες του κατασχεμένου ποσού, κατ΄ άρθρο 990 ΚΠολΔ, 
δ) τέλος αναγνώρισε την ύπαρξη της απαίτησης του υπαιτίου οδηγού κατά τα της καθ΄ ης η ανακοπή ασφαλιστικής εταιρίας, όπως αυτή (η απαίτηση) προκύπτει από την προμνησθείσα υπ΄αριθ. ΕφΑθ 2706 /2005 και υποχρέωσε την καθ΄ ης ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον καθένα από τους ανακόπτοντες τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά. 
Ανάλυση και σχολιασμός της κατωτέρω δημοσιευόμενης Απόφ.Εφ.Αθ. 1022/2008

Αναγκαστική Εκτέλεση 
Ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου 
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985, 986 ΚΠολΔ ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση οφείλει μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών από της επιδόσεως σε αυτόν του κατασχετηρίου, να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση. 
Στην περίπτωση που ο τρίτος με την κατά το άρθρο 985 παρ .1 δήλωσή του ομολογήσει την ύπαρξη του χρέους, όπως αυτό καθορίζεται με κατασχετήριο, τότε η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική. 
Εάν ο τρίτος αρνηθεί την ύπαρξη του χρέους, η δήλωση αυτή είναι αρνητική. 
Εάν ο τρίτος εφησυχάσει και παρέλθει η προβλεπόμενη από τον ως άνω άρθρο προθεσμία ο νόμος θεωρεί (νομικό πλάσμα) την παράλειψη ως αρνητική κατασχεθέντος δικαιώματος. 
Στην περίπτωση αυτή όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση αυτή (άρθρο 985 ΚΠολΔ) να την ανακόψει ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. 
Για το ορισμένο της Ανακοπής κατά δηλώσεως τρίτου κατ΄ άρθρο 986 του ΚΠολΔ, απαιτείται (άρθρα 215, 216 ΚΠολΔ) να προσδιορίζεται η δικαιογόνος αιτία (δικαιοπαραγωγικός λόγος) και τα παραγωγικά αίτια της απαίτησης, ήτοι την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ΄ ου η κατάσχεση, διαφορετικά το δικόγραφο πάσχει αοριστίας. Ειδικότερα η κατασχεμένη απαίτηση πρέπει να προσδιορίζεται ακριβώς σε ορισμένο ποσό, έστω και αν αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. 
Παρά το ότι καθίσταται απροσδιόριστο το ποσό των τόκων και εξόδων, εφόσον είναι άδηλος ο χρόνος της καταψήφισης ή της καταδίκης απαιτείται να καθορίζεται συνολικά το κατασχεμένο ποσό κατ΄ ανώτατο όριο (κατά τον υπολογισμό του κατασχόντος), ώστε να μπορεί το δικαστήριο να ορίσει το καταβλητέο ποσό με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι το ανώτατο όριο της κατάσχεσης. 

Δεδικασμένο 
Το δεδικασμένο από την αμετάκλητη απόφαση που έκανε δεκτή την πλαγιαστική αγωγή επεκτείνεται και στην Δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή κατά της δήλωσης της τρίτης ασφαλιστικής εταιρίας
O ανακόπτων πλαγιαστικώς (άρθρο 72 ΚΠολΔ) ασκεί με την ανακοπή του τα δικαιώματα του καθ΄ ου η κατάσχεση. Η επέκταση του δεδικασμένου έναντι του κατασχόντος επέρχεται με την υπεισέλευση του τελευταίου στην θέση του καθ΄ ου η κατάσχεση δανειστή του τρίτου (άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ). Εφόσον η κατασχεθείσα απαίτηση μεταβιβάζεται στον κατασχόντα, ο οποίος υπό την αίρεση της παραδοχής της ανακοπής υπεισέρχεται στη θέση του καθ΄ ου η κατάσχεση δανειστού του τρίτου, η τυχόν μεταξύ του τελευταίου τούτου και του τρίτου εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση δεσμεύει με δύναμη δεδικασμένου και τον κατασχόντα, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική δίκη άρχισε πριν από την κατάσχεση και ειδικότερα πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 ΚΠολΔ (άρθρο 325 εδ. 2 ΚΠλΔ). 


Απόφ. Εφ.Αθ. 1022/2008
Προεδρεύων :Μαρ. Βασιλακάκη
Εισηγητής : Ελ. Βουγιούκα
Δικηγόροι : Αγ. Τεμπονέρα & Θεόδ. Ξιφαράς

Σχόλια Παρατηρήσεις
Βλ. Ανωτέρω Άρθρο Αγ. Τεμπονέρα «Πλαγιαστική Αγωγή προς παράκαμψη παραγραφής κατ΄ασφαλιστού – Δυνατότητα του ζημιωθέντος τρίτου να εισπράξει απευθείας από τον ασφαλιστή την επιδικασθείσα πλαγιαστικώς αποζημίωση στον ασφαλισμένο αγνώστου διαμονής αλλοδαπό». Σελ. ++++




Κείμενο Απόφ. Εφ.Αθ. 1022/2008
Οι κρινόμενες από 10-3-2007 και από 22-3-2007 εφέσεις των διαδίκων και ο με τις προτάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας πρόσθετος λόγος εφέσεως κατά της υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 4963/2006 οριστικής αποφάσεως τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, αφού η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται στην ως άνω διαδικασία, και έκανε δεκτή εν μέρει την από 20-4-2006 ανακοπή του άρθρου 986 του Κ.Πολ.Δ (ανακοπή κατά δηλώσεως τρίτον) και τη σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους κατά την ίδια διαδικασία, αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της προφανούς συνάφειας αυτών (άρθρα 246, 524, 520παρ.2, 591παρ.1 του Κ.Πολ.Δ). Με την υπό κρίση ανακοπή οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους σε βάρος του ____, οι οποίες απορρέουν από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’αριθ. 2706/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πού κατέστη αμετάκλητη και έκανε δεκτές εν μέρει την από 19-7-2002 κυρία αγωγή τους κατά του ΠΜ και τη σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟ ΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ>>, όπως αυτές οι απαιτήσεις προσδιορίζονται, επέβαλαν κατάσχεση στα χέρια της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης, ως τρίτης, της σε βάρος της απαίτησης του οφειλέτη τους, η οποία (απαίτηση του οφειλέτη τους) προέρχεται από σύμβαση ασφαλίσεως με την οποία η κα\\\\\\\\\\\\\\\’ ης ασφαλιστική εταιρεία ασφάλισε την αστική ευθύνη του με αριθμό κυκλοφορίας ____ αυτοκινήτου, από την κυκλοφορία του οποίου προκλήθηκε ατύχημα και προέκυψε η απαίτησή τούς. \\\\\\\\\\\\\\\”Οτι η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή προέβη αρνητική δήλωση του άρθρου 985 τον Κ.Πολ.Δ, η οποία είναι ανειλικρινής, ανακριβής, εφόσον η σε βάρος της απαίτηση του οφειλέτη των ανακοπτόντων από την ασφαλιστική σύμβαση εξακολουθεί να υφίσταται, η δε καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή υποχρεώθηκε με την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου να καταβάλει στον ασφαλισμένο της ____ το ποσό που ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ανακόπτοντες. \\\\\\\\\\\\\\\’Οτι από τον ασφαλισμένο στην καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης\\\\\\\\\\\\\\\’ δικαιούνται τα αναφερόμενα ποσά μετά τόκων και εξόδων, όπως αυτά αναφέρονται στην ανακοπή. Με την επίκληση αυτών των περιστατικών ζητούν, κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ εκτίμηση του αιτήματός τους, να αναγνωριστεί η ύπαρξη της απαίτησης του οφειλέτη τους έναντι της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης και να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει το κατασχεμένο ποσό, όπως αυτό περιγράφεται στην ανακοπή για τον καθένα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και την σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως και ως ουσιαστικά βάσιμες, αναγνώρισε την ύπαρξη της απαιτήσεως τον ΠΜ κατά της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης ασφαλιστικής εταιρείας, όπως αυτή προκύπτει από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφαση του Εφετείού Αθηνών και υποχρέωσε την καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης να καταβάλει α)σε καθένα από τους δύο πρώτους των ανακοπτόντων το ποσό των 20.0000 ευρώ, (3)σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτη το ποσό των 15.0000 ευρώ, (4) εις ολόκληρον στους ανακόπτοντες το ποσό των 5.000 ευρώ, που αφορά τη δικαστική δαπάνη της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τέλος καταδίκασε την καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων το ύψος των οποίων προσδιόρισε στο ποσό των 5.0000 ευρώ. Κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως παραπονούνται οι ανακόπτοντες και η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία με τις υπό κρίση εφέσεις τους για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν οι μεν ανακόπτοντες να γίνει δεκτή καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ολοκληρία η ανακοπή τους η δε καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης την απόρριψη της ανακοπής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985, 986 τον Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση οφείλει μέσα σε προθεσμία οκτώ η μερών αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση . Εάν ο τρίτος με την κατά το άρθρο 985παρ.1 δήλωση του ομολογήσει την ύπαρξη του χρέους, όπως αυτό προσδιορίζεται με το κατασχετήριο, η δήλωσή τον αυτή είναι καταφατική. Εάν αρνηθεί την ύπαρξη του χρέους, η δήλωση αυτή είναι αρνητική και εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό τον ως άνω άρθρου προθεσμία ο νόμος θεωρεί (νομικό πλάσμα) την παράλειψη ως αρνητική κατασχεθέντος δικαιώματος. Μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δήλωση του άρθρου 985 όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12εσ. και 23επ. δικαστηρίου. 
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στον κατασχόντα παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο αυτός μπορεί να αμφισβητήσει την τυχόν αρνητική δήλωση του τρίτου, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, όταν αυτά εκτίθενται στη δήλωση και να επιδιώξει την αναγνώριση της κατασχεθείσας απαιτήσεως και την καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τον ποσού της κατασχεθείσας απαιτήσεως, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεμένου (άρθρο 990), ενώ η αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης ή της προς αυτήν εξομοιούμενης παράλειψης του τρίτου αποτελεί αυτόθροη συνέπεια τον αναγνωριστικού χαρακτήρα της ανακοπής και της επ\\\\\\\\\\\\\\\’ αυτής εκδιδόμενης απόφασης. \\\\\\\\\\\\\\\”Ετσι, μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου δημιουργείται δίκη, στην οποία κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσία εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι τον τρίτου απαίτηση του καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ον η κατάσχεση που αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της δίκης. Με την ανακοπή ασκεί ο ανακόπτων πλαγιαστικώς (72Κ.Πολ.Δ) τα δικαιώματα του καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ον η κατάσχεση. Ενόψει της θέσης του ανακόπτοντος ως ασκούντος το δικαίωμα τον καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ον η εκτέλεση και της, κατά τα άρθρα 324επ. Κ.Πολ.Δ μη επέκτασης των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου και στους δανειστές τον άρθρου 72 Κ.ΙΣολ.Δ., το δεδικασμένο, που απορρέει από προεκδοθείσα απόφαση σε δίκη μεταξύ του καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ου η εκτέλεση και του τρίτου, δεν ισχύει και έναντι τον κατασχόντος. Αλλά η έναντι τον τελευταίου επέκταση του δεδικασμένου επέρχεται με την υπεισέλευση του κατασχόντος στη θέση του καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ον η κατάσχεση δανειστή του τρίτου, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 325 αρ.2. Με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου επέρχεται εκ τον νόμου αυτοδίκαια εκχώρηση προς τον κατασχόντα της αντοί περιγράφονται με το κατασχετήριο. Εφόσον η κατασχεθείσα απαίτηση μεταβιβάζεται στον κατασχόντα, ο οποίος από την αίρεση της παραδοχής της ανακοπής υπεισέρχεται στη θέση του καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ον η κατάσχεση δανειστού του τρίτου η τυχόν μεταξύ του τελευταίου τούτου και του τρίτου εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση δεσμεύει μετά δυνάμεως δεδικασμένου και τον κατασχόντα, από την προϋπόθεση όμως ότι η σχετική δίκη άρχισε πριν από την κατάσχεση και ακριβέστερα πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988παρ.1 του Κ.Πολ.Δ (άρθρο 325εδ.2 τον Κ.Πολ.Δ.). Η μεταβίβαση της κατασχεθείσας απαιτήσεως προς τον κατασχόντα επέρχεται από του χρόνου της κατά το άρθρο 988 παρ.1 γενέσεως της υποχρεώσεως του τρίτου προς καταβολή από την αναβλητική αίρεση της παραδοχής βεβαίως της κατά το άρθρο 986 ανακοπής. Ο ανακόπτων υποχρεούται να προσδιορίσει με την ανακοπή του υπό τους όρους των άρθρων 215, 216 τον Κ.Πολ.Δ τη δικαιογόνο αιτία (δικαιοπαραγωγικό λόγο) και τα παραγωγικά γεγονότα της κατασχεμένης απαίτησης, δηλαδή την αιτία της οφειλής τον τρίτου προς τον καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ου η κατάσχεση, αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης του κατασχεμένου δικαιώματος αλλιώς το δικόγραφο πάσχει αοριστία ( ΑΠ 73/1995 Ελλ.Δνη 38.811, ΑΠ 10/ 1995 Ελλ.Δνη 37.105 ΕΑ 640/1990 Ελλ.Δνη 33.605, ΕΠειρ. 150/1997 Ελλ.Δνη 38.1625, ΕΑ 7319/1998 Ελλ.Δνη 40.1128, ΕΑ 3407/1.999 Ελλ.Δνη 42.774, ΕΑ 9374/2000 Ελλ.Δνη 43.1073). Ειδικότερα, η κατασχεμένη απαίτηση πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς σε ορισμένο ποσό, έστω και αν αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, μολονότι καθίσταται απροσδιόριστο το ποσό των τόκων και εξόδων, εφόσον είναι άδηλος ο χρόνος της καταψήφισης ή της καταδίκης, απαιτείται να καθορίζεται συνολικά το κατασχεμένο ποσό κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ανώτατο όριο (κατά τον υπολογισμό τον κατασχόντος), για να μπορεί και το δικαστήριο να ορίσει το καταβλητέο ποσό με τούς τόκους και τα έξοδα μέχρι το ανώτατο όριο της κατάσχεσης. Τα ίδια, όπως παραπάνω, επιβάλλονται για τη ταυτότητα τον νομικού λόγου, και για το ορισμένο της απαίτησης που αναφέρεται στο κατασχετήριο έγγραφο( βλ. σχετ. Ι.Μπρίνια :ό.π αριθ. 467Γ και υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ άρθρο 953παρ. 450, ΕΑ 5412/1983 Αρχ.Ν 36.76, ΕΑ 5986/1993 Ελλ.Δνη 35.459, ΕΑ 9374/2000 Ελλ.Δνη 43.1073). κατά το άρθρο 986 εδ.2 (Με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985παρ.3). Η αποζημίωση που μπορεί να ζητήσει ο κατασχών με την ανακοπή του άρθρου 986παρ.3, περιλαμβάνει τη ζημία τον κατασχόντος που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ανακριβή δήλωση ή την παράλειψη της δήλωσης, εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η στο δικόγραφο της ανακοπής σώρευσή της και μάλιστα επικουρικώς. Ενδεχομένως τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίζεται η αποζημίωση τον κατασχόντος, να αντιφάσκουν προς τα θεμελιούντα την ανακοπή περιστατικά, εφόσον ο ανακόπτων, αμφισβητών την ειλικρίνεια της δηλώσεως και επικαλούμενος την ύπαρξη οφειλής, διώκει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού, Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή αυτή ο κατασχών συνήθως ουδεμία ζημία απότοκη της παραλείψεως ή της ανειλικρινούς δηλώσεως υφίσταται. Αλλά δεν αποκλείεται η απόδειξη περαιτέρω ζημίας από την αρνητική συμπεριφορά τον τρίτου. Ενδεχομένως ο κατασχών να δικαιούται να αναζητήσει ως αποζημίωση ολόκληρο το ποσό της απαιτήσεώς του, ως π.χ όταν από την παραπλανητική δήλωση ή την παράλειψη του τρίτου απώλεσε τη δυνατότητα κατασχέσεως του ιδίου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου τον οφειλέτου από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως.(Ι. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, τόμος τρίτος, υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ άρθρα 985-986, σελ.1367-1423, Β. Βαθρακοκοίλη, τόμος ΣΤ\\\\\\\\\\\\\\\” υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ άρθρο 985-986, σελ. 87-123, ΑΙΖ 15/1993 ΕΕΝ 1994.33, ΕΑ 8540/1999 ΔΕΕ 2000. 287, ΕΑ 1786/1994 Ελλ.Δνη 37.402, ΕΑ 6153/1984 Δ.15.867, ΕΑ 9587/1978 Ελλ.Δνη 20.453, ΕΑ 5252/1975 ΝοΒ 24.192, Ει) 482/1973 Αρμ.28.58, ΕΑ 1194/1972 Αρμ. 26.752, Γνωμοδότηση Χ.Φραγκίστα Δ.1.175).

Από τη διάταξη τον άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δεδικασμένο περί τον κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος υφίσταται όταν κρίθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων τελεσιδίκως το αυτό δικαίωμα το οποίο πηγάζει από την αυτή νομική και ιστορική αιτία(ΑΠ 81/1989 Ελλ.Δνη 31.1423, ΑΠ 166/1988 Δ.20.763, ΑΠ 908/1988 Ελλ.Δνη 31.1244). Από τη διάταξη τον άρθρου 330 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι από το δεδικασμένο καλύπτονται α)οι ενστάσεις που προτάθηκαν ανεξάρτητα από τη νομική τους θεμελίωση, δηλαδή οι του δικονομικού δικαίου, οι καταχρηστικές και οι γνήσιες αυθύπαρκτες (που δεν στηρίζονται σε άλλο δικαίωμα). Για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται απόρριψη της ένστασης κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσίαν τ1 τυπικά (ΑΠ 934/1974 ΝοΒ 23.593, ΑΠ 394/1971 ΝοΒ 19. 1098) β) εκείνες που αν και υπήρχαν κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσίδικα τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα από το διάδικο που τις είχε κατ στηρίζονται σε γεγονότα που δεν θεμελιώνουν αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να ασκηθεί με αγωγή αυτοτελώς ( βλ.ΑΠ 898/1985, ΑΠ 598/1986 ΕΕΝ 1987.96 ΑΠ 517/1985 ΕFΝ 1986. 125, ΑΠ 45/1987 Ελλ.Δνη 29.284, ΕΑ 982/1992 Δ 24.610, ΕΠειρ. 37/1991 Πειρ.Ν 1.3.247). Αντίθετα από τις ενστάσεις που υπήρχαν και δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως εξαιρούνται από το δεδικασμένο εκείνες οι οποίες στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κυρία αγωγή( ΑΠ 45/1.987 Ελλ.Δνη 29.284, ΑΠ 598/1986, ΕΑ 8935/1984 ΝοΒ 32.293, ΕΑ 982Ι1992 Δ 24.610). Στην προκειμένη της ανακοπής οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις ευθύνης της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης ως τρίτης προς αποζημίωση (ανακριβή έκθεση ορισμένων περιστατικών, τα οποία τους ζημίωσαν), δηλαδή ότι η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης συνεπεία του περιεχομένου της δηλώσεώς της τους παραπλάνησε ή ότι τους ενέπλεξε σε άσκοπες και περιττές δίκες οπότε ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία ή ότι συνεπεία της παραπλανητικής δηλώσεως της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης (ως τρίτης) απώλεσαν τη δυνατότητα κατασχέσεως περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη τους από το οποίο θα ικανοποιούνταν πλήρως. Στην υπό κρίση ανακοπή οι ανακόπτοντες, αφού προσδιορίζουν τη δικαιογόνο αιτία και τα παραγωγικά γεγονότα της κατασχεθείσας απαιτήσεως ισχυριζόμενοι την ύπαρξη χρέους, δηλαδή την ανακριβή κατά βάση δήλωση της τρίτης, ασκούν την ανακοπή του άρθρου986 του Κ.Πολ.Δ, η οποία από τους όρους των άρθρων 215-216 του Κ.Πολ.Δ, είναι πλήρως ορισμένη, προκειμένου να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της κατασχεθείσας απαιτήσεως (μεταβίβαση σ\\\\\\\\\\\\\\\’ αυτούς της κατασχεθείσας απαιτήσεως) και να καταδικαστεί η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης στην καταβολή τον κατασχεθέντος ποσού. 

Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως τον μάρτυρος των ανακοπτόντων που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα μετ\\\\\\\\\\\\\\\’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επί της από 19-7 2002 ευθείας αγωγής των ήδη ανακοπτόντων κατά του ΠΜ, οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ____ ΙΧΦ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία και της σωρευόμενης πλαγιαστικής αγωγής τους κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας εκδόθηκε η υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφαση τον Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ότι οι ως άνω αγωγές (κυρία και πλαγιαστική) είναι νόμιμες, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, γυιού και αδελφού των ανακοπτόντων, είναι ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, ότι το ως άνω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος για τις προς τρίτους ζημίες και βλάβες στην καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία, έκανε εν μέρει δεκτή και ως κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσία βάσιμη την κυρία αγωγή και υποχρέωσε τον ως άνω οδηγό ΠΜ να καταβάλει, στους πρώτο και δεύτερη των ανακοπτόντων το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα, στον τρίτο και στη τέταρτη των ανακοπτόντων το ποσό των 15.000 ευρώ στον καθένα. Επίσης αναγνώρισε ότι ο ως άνω είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στους πρώτο και δεύτερη των ανακοπτόντων το ποσό των 40.000 ευρώ στον καθένα και στους τρίτο και τέταρτη των ανακοπτόντων το ποσό των 25.0000 ευρώ στον καθένα. \\\\\\\\\\\\\\\’Όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος η ως άνω απόφαση δέχθηκε την σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή ως κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον υπαίτιο οδηγό ΠΜ τα παραπάνω ποσά που αυτός υποχρεούται να καταβάλει στους ανακόπτοντες με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και καταδίκασε τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των ήδη ανακοπτόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας τα οποία καθόρισε στο ποσό των 5.000 ευρώ. Η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στον υπαίτιο οδηγό ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2024β/1-7-2005 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ____, περίληψη της οποίας δημοσιεύτηκε την 6-7-2005 στις ορισθείσες από τον αρμόδιο Εισαγγελέα ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών ___και ____ καθώς επίσης και στην ασφαλιστική εταιρεία. Κατά της ως άνω αποφάσεως δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 598/2005 πιστοποιητικό τον Γραμματέα Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών και ως εκ τούτου η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Στη συνέχεια χορηγήθηκε στους ανακόπτοντες το με αριθμό 278/2006 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφασης τον Εφετείου Αθηνών, το οποίο μετ\\\\\\\\\\\\\\\’ επιταγής προς πληρωμή επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τον ΠΜ ως αγνώστου διαμονής στις 23-3-2006, όπως προκύπτει από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 3064[3/2006 έκθεση επιδόσεως τον δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Μπαλή, περίληψη των οποίων δημοσιεύτηκε στις 24-3-2006 στις ορισθείσες από τον αρμόδιο Εισαγγελέα ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών ____και ____. Με την από 23-3-2006 επιταγή προς πληρωμή οι ανακόπτοντες ζήτησαν να καταβάλει ο ΠΜ 1) σε καθένα από τους δύο πρώτους ανακόπτοντες α)το ποσό των 20.000 ευρώ για το επιδικασθέν κεφάλαιο, β)το ποσό των 7.617,08 ευρώ για τους επιδικασθέντες τόκους τουως άνω κεφαλαίου από 23-7-2002 έως 31-3 2006, γ)το ποσό των 1250 ευρώ για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ αναλογία και δ)το ποσό των 1114,28 ευρώ για τέλη απογράφου και συνολικά το ποσό των 29.981,36 ευρώ στον καθένα. 2) σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτη των ανακοπτόντων α)το ποσό των 15.000 ευρώ για το επιδικασθέν κεφάλαιο, (3)το ποσό των 5.712,81 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους του ως άνω κεφαλαίου από 23-7-2002 έως 31-3 2006, γ)το ποσό των 1250 ευρώ για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ αναλογία και δ)το ποσό των 835,70 ευρώ για τέλη απογράφον και συνολικά το ποσό των 22.798,51 ευρώ στον καθένα. Και όλα τα ανωτέρω ποσά καθενός των ανακοπτόντων πλην των κονδυλίων των τόκων με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως. Ακολούθως στις 31-3-2006 επιδόθηκε στην καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης εις χείρας αυτής ως τρίτης το από 30-3-2006 κατασχετήριο των ανακοπτόντων κατά του ΠΜ μαζί με επικυρωμένο αντίγραφο της 2706/2006 αποφάσεως τον Εφετείου Αθηνών μετά τον υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 278/2005 πρώτου απογράφου εκτελεστού και της κάτωθι αυτού από 23-3-2006 ως άνω επιταγής προς πληρωμή στον καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ου η κατάσχεση οφειλέτη τους και της υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 3064β/23-3-2006 έκθεσης επιδόσεως τον δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τον αγνώστου διαμονής οφειλέτη των ανακοπτόντων ΠΜ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης τη ανακοπή στις 6-4-2006 με την 2497/2006 δήλωσή της ως τρίτης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δήλωσε ότι οι ανακόπτοντες της κοινοποίησαν στις 31-3-2006 το από 30 3-2006 Κατασχετήριο με το οποίο κατάσχεσαν στα χέρια της όσα φέρεται να οφείλει στον οφειλέτη ΠΜ έως το ποσό των 1.05.559,74 ευρώ συνολικά και περαιτέρω δήλωσε ότι δεν υφίσταται ενεργός αξίωση του ΠΜ κατά αυτής από την ασφαλιστική σύμβαση και ότι κατά συνέπεια δεν του οφείλει η ασφαλιστική εταιρεία το ως άνω ποσό. Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή με την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφαση τον Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ΠΜ κάθε ποσό που αυτός υποχρεούται να καταβάλει στους ανακόπτοντες. Μάλιστα κατά τη συζήτηση της κυρίας και της σωρευόμενης πλαγιαστικής αγωγής επί των οποίων εκδόθηκε η 1) υπ΄αριθ. 4963/2006 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν της από 24-8-2004 εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφαση τον Εφετείου Αθηνών, η καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ισχυρίσθηκε ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων ότι προϋπόθεση για τη γένεση της αξιώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή προκειμένου να ευδοκιμήσει η πλαγιαστική αγωγή είναι να επιδώσει ο τρίτος που ζημιώθηκε στον ασφαλισμένο τη σχετική αγωγή που ενεργοποιεί την ευθύνη του γιατί τότε πραγματώνεται ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ότι οι επιδόσεις προς τον ΠΜ ως προσώπου αγνώστου διαμονής δεν δημιουργούν πραγματική αλλά πλασματική γνώση και ότι αφού ο ασφαλισμένος δεν έλαβε γνώση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει αδράνεια αυτού, η οποία απαιτείται προς ενεργοποίηση τον δικαιώματος του οφειλέτη, η οποία (αδράνεια) αποτελεί στοιχείο απαραίτητο της αγωγής. Οι ως άνω ισχυρισμοί, οι οποίοι επαναφέρονται με την υπό κρίση έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 ως άνω απόφαση τον Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι επίκληση τον στοιχείού της αδράνειας του ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας να ασκήσει τα εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως δικαιώματά τον, τα οποία νόμιμα ασκούν οι ανακόπτοντες, αφού απώλεσαν το δικαίωμά τους να στραφούν κατά της ασφαλιστικής, λόγω παραγραφής, υπήρχε στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η 2706/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η επίδοση στον ασφαλισμένο, η οποία είχε γίνει κατά τον χρόνο της εκδίκασης της ως άνω αγωγής (12-5-2003) κατά τον οποίο είχε γεννηθεί το δικαίωμα τον ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ήταν νόμιμη και έγκυρη ως προσώπου αγνώστου διαμονής και όχι πλασματική, ότι η πλαγιαστική αγωγή είναι νόμιμη και κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσία βάσιμη και για το λόγο αυτό εξαφάνισε στο σύνολό της την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ.2571/2003 οριστική απόφαση τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (εκκαλουμένη με την από 24-8-2004 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 2706/2005 απόφαση του Δικαστηρίού τούτου), η οποία είχε απορρίψει την σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή ως προώρως ασκηθείσα. Συνεπώς οι ως άνω ισχυρισμοί καλύπτονται από το δεδικασμένο. Εξάλλου για την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης ως τρίτης δεν απαιτείται αδράνεια του οφειλέτη να ασκήσει τα δικαιώματά του σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερθέντα. Κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρόσθετος λόγος εφέσεως (περί απαραδέκτου και αοριστίας της πλαγιαστικής αγωγής) της ασφαλιστικής εταιρείας- καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή καθώς και οι υπ΄ αριθ. 1,3 λόγοι εφέσεως της τελευταίας (περί αοριστίας κατ΄ απαραδέκτου της πλαγιαστικής αγωγής) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον αυτοί προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και συνεπώς προσκρούουν στο δεδικασμένο της υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 αποφάσεως του Δικαστηρίον τούτου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επομένως, υπάρχει αξίωση του ΠΜ κατά της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή-ασφαλιστικής εταιρείας. 

Κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά μεν έκρινε: α) ότι η υπό κρίση ανακοπή είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη. Όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθμ. 1, 3 λόγους εφέσεως της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή εκκαλούσας ως προς την υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, β) αναγνώρισε την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαιτήσεως εκ της οποίας και μόνο προκύπτει η ανειλικρίνεια της δηλώσεως της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας. Κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ εσφαλμένη όμως ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της υπό κρίση ανακοπής δέχθηκε ότι με την ως άνω ανακοπή του άρθρου 986 τον Κ.Πολ.Δ σωρεύεται και αγωγή αποζημιώσεως του άρθρου 985παρ.3 του Κ.Πολ.Δ, και επιδίκασε τα στην απόφαση αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η ως άνω ανακοπή είναι ανακοπή κατά της δήλωσης τρίτου στην οποία δεν σωρεύεται αγωγή αποζημιώσεως, αφού οι ανακόπτοντες δεν εκθέτουν ανακριβή περιστατικά τα οποία τους ζημίωσαν, όπως προαναφέρθηκε, και ότι το αίτημα της ανακοπής και το διατακτικό της δεχόμενης την ανακοπή προς καταβολή στους ανακόπτοντες του κατασχεμένου ποσού, σύμφωνα με το άρθρο 990 τον Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως κατά παραδοχή τον σχετικού λόyου εφέσεως των ανακοπτόντων και κατά παραδοχή του υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2 λόγου εφέσεως της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης ανακοπή ασφαλιστικής εταιρείας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους ανωτέρω διαδίκους και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρο 535παρ.1 τον Κ.Πολ.Δ) πρέπει να γίνουν δεκτά, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, τα ανωτέρω κονδύλια της ανακοπής και για τα ποσά που προαναφέρθηκαν ως κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσία βάσιμα και αφού ενσωματωθεί το ορθό μέρος της αποφάσεως, που αφορά την αναγνώριση της απαιτήσεως του ΠΜ κατά της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή, όπως προκύπτει από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 2706/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσίαν βάσιμη υπό κρίση ανακοπή τον άρθρου 986 του ΚΠολΔ για το συνολικό ποσό των 29.981,36 ευρώ για καθένα εκ των δύο πρώτων ανακοπτόντων και για το συνολικό ποσό των 22.798,51 ευρώ για καθένα εκ των τρίτου και τέταρτης των ανακοπτόντων. Το αίτημα καταβολής των ως άνω ποσών πλην των κονδυλίων των τόκων με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της υπό κρίση ανακοπής μέχρις εξοφλήσεως ανεξαρτήτως του ότι είναι μη νόμιμο γιατί είναι πέραν του συνολικά καθορισμένου ποσού της κατασχέσεως κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ανώτατο όριο δεν υπάρχει διάταξη περί τούτου στο διατακτικό της αποφάσεως και συνεπώς ο σχετικός περί του αιτήματος τούτου υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ, 4 λόγος εφέσεως της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ασφαλιστικής εταιρείας είναι αλυσιτελής. Τα έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 178παρ.1, 183 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις υπό κρίση εφέσεις κατά του με τις προτάσεις ασκηθέντα πρόσθετο λόγο εφέσεως. Δέχεται τυπτκά τις υπό κρίση εφέσεις και τον πρόσθετο λόγο εφέσεως. Απορρίπτει τον πρόσθετο λόγο εφέσεως κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσίαν. Δέχεται τις υπό κρίση εφέσεις κατ\\\\\\\\\\\\\\\’ ουσίαν. Εξαφανίζει την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 4963/2006 οριστική απόφαση τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της ανακοπής. Δέχεται την ανακοπή. Αναγνωρίζει την ύπαρξη της απαιτήσεως του ΠΜ κατά της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης η ανακοπή ασφαλιστικής εταιρείας, όπως αυτή προκύπτει από την υπ\\\\\\\\\\\\\\\’ αριθ. 270612005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Υποχρεώνει την καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ ης να , καταβάλει α) σε καθένα από τους δύο πρώτους ανακόπτοντες το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ένα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (29.981,36), β)σε καθένα από τους τρίτο κατ τέταρτη των ανακοπτόντων το ποσό είκοσι δυο χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και πενήντα ένα λεπτών (22.798,51). Επιβάλλει σε βάρος της καθ\\\\\\\\\\\\\\\’ης η ανακοπή μέρος των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας τα οποία καθορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων(6.000) ευρώ. Κρίθηκε.
————————————————-