Αρχική Νομολογία Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων Άρθρα – Απόψεις Υποκατάσταση ΙΚΑ στα δικαιώματα των Ασφαλισμένων του Η αντίθεση των σχετικών διατάξεων του ν.1654/1986 προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΤΕΥΧΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2004 Σελ.530

Άρθρα – Απόψεις Υποκατάσταση ΙΚΑ στα δικαιώματα των Ασφαλισμένων του Η αντίθεση των σχετικών διατάξεων του ν.1654/1986 προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΤΕΥΧΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2004 Σελ.530

Εισαγωγή
Σε συνέχεια του δημοσιευθέντος στο προηγούμενο τεύχος μας (Σεπτέμβριος 2004) άρθρου του Δικηγόρου Σωτ, Λευκαρίτη με τίτλο «ΙΚΑ – Προϋποθέσεις μεταβίβασης αξίωσης του ασφαλισμένου του» και των σχετικών σχολίων και παρατηρήσεων, ενταύθα επιχειρούμε να προσεγγίσουμε το σχετικό θέμα υπό μια ξεχωριστή θεώρηση, βάσει των ισχυουσών διεθνών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά και της νομολογίας των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας μας.

1.Το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1 ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/Ί974 (ΦΕΚ Α 259), ορίζει τα εξής:«Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσιτο δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρυθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιονσυμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρου ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
2.Κατά την έννοια των προπαρατιθέμενων διατάξεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων (Ολ.ΣτΕ 542/1999, ΕΔΚΑ 1999 σελ. 337, Ολ. Α.Π. 40/1998,ΕΔΚΑ 1999 σελ. 138, Ολ.Ελ.Συν. 2274/1997, ΕΔΚΑ 1998 σελ. 323), οι παρο-
χές κοινωνικής ασφάλισης , στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσειςγια συντάξεις, αποτελούν περιουσιακό δικαίωμα που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές (βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου -ΕΔΔΑ, Απόφ. Της 16/9/1996, υπόθεση : Gaygusuz κατά Αυστρίας, ΕΔΚΑ 1997
σελ. 11 επ., Απόφ. Της 20/6/2002, υπόθεση Αζίνας κατά Κυπριακής Δήμοκρατίας, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 896 επ., Ολ.ΕΣ 864/2002, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 845 επ.). Οι ως άνω παροχές υπόκεινται δε σε περιορισμούς μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι όμως πρέπει να βρίσκονται σε μία δίκαιη ισορροπία προς τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. τις ίδιες ως άνω αποφάσεις του ΕΔΔΑ και του ΕΣ, καθώς και Μητσόπουλου : Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων κατ’ άρθρο 1 του 1ου ΠΠ της Σύμβασης της Ρώμης, του έτους 1987 σελ. 228 επ.). Για το σκοπό αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι συνέπειες που θα έχει για τον ασφαλισμένο και την οικογένεια του ο περιορισμός ή η στέρηση της συντάξεως του , σε περίπτωση μάλιστα που αυτοί δεν έχουν άλλο μέσο βιοπορισμού (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της υπόθεσης Αζίνας, ως άνω).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου ΠΠ της ΕΔΣΑ – που κατοχυρώνουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου – καλύπτονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένης κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για την καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 57, 59, 932 του ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις (βλ. και Ολ. Α.Π. 40/1998, ένθα ανωτέρω και την αναφερόμενη σ’ αυτή πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ). Η στέρηση δε των ενοχικών δικαιωμάτων χωρεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό την προϋπόθεση της καταβολής αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 33/2002, ΕΔΚΑ 2003 σελ. 214).
3. Το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 (άρθρα 18 παρ.1 ν.4470/1965 ΦΕΚ Α 103, 18 ν. 1654/1986 ΦΕΚ Α 177) ορίζει τα εξής :
«Επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρτ.3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ’ όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειας του, δύνανται να αξιώσουν κατ’ άλλους νόμους αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτού υπόχρεου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι Ό ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς, εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ Ό ειδικώτερον θέλει ρυθμισθή δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ. Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές».
4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 4104/1960 που παρατίθενται παραπάνω, σε περίπτωση που κάποιο άτομο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ ή τα μέλη της οικογενείας του υποστούν ζημία συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του υπόχρεου σε διατροφή αυτών, η αξίωση τους κατά του ζημιώσαντος ή της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία έχει ασφαλισθεί ο τελευταίος για το σχετικό κίνδυνο, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, κατά το ποσό που τούτο οφείλει να καταβάλει ως ασφαλιστική παροχή στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η αποζημίωση όμως που οφείλεται στο δικαιούχο από την αδικοπραξία, αποτελεί, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, περιουσιακό στοιχείο αυτού, το οποίο προστατεύεται από τις διατάξεις του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Εξάλλου, περιουσιακό στοιχείο, ανεξάρτητο από το προηγούμενο, που αποκτάται με βάση άλλη σχέση – την κοινωνικοασφαλιστική,μεταξύ του ζημιωθέντος και του ΙΚΑ (και όχι μεταξύ του πρώτου και του ζημιώσαντος ή της ασφαλιστικής εταιρείας), αποτελούν, συμφώνως με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω και οι οφειλόμενες από το ΙΚΑ ασφαλιστικές παροχές που προστατεύονται επίσης από το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατ’ ακολουθία τούτων, προβλέποντας το Ν.Δ. 4104/1960 την περιέλευση στο ΙΚΑ της αξιώσεως του δικαιούχου που οφείλει να καταβάλει ο ζημιώσας ή η ασφαλιστική εταιρεία, έχουμε την γνώμη ότι στερεί αδικαιολογήτως από το δικαιούχο το ένα του περιουσιακό στοιχείο ( εν μέρει ή εν όλω), χωρίς κανένα ιδιαίτερο αντάλλαγμα για τον ίδιο και χωρίς να προκύπτει ότι η στέρηση του αυτή εξυπηρετεί κάποιο συγκεκριμένο γενικότερο συμφέρον. Και τούτο ενόψει και του ότι οι ασφαλιστικές παροχές που καταβάλει το ΙΚΑ δεν έχουν χαριστικό χαρακτήρα αλλά στηρίζονται στη σχέση ασφάλισης που τους συνδέει με τον ασφαλισμένο και αποτελούν ανταπόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε προηγουμένως σ’ αυτό ο τελευταίος, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν το ΙΚΑ (Αν.Ν. 1846/1951 όπως ισχύει κλπ).
Συμπέρασμα
5. Ύστερα απ’ όλα τα ανωτέρω έχουμε την γνώμη ότι οι προπαρατιθέμε-νες διατάξεις του ν.δ. 4104 /1960 δεν είναι σύμφωνες προς τις υπερνομοθετικές διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η άποψη μας αυτή πιστεύουμε ότι είναι χρήσιμο να τεθεί περαιτέρω σε διάλογο μεταξύ των αναγνωστών δια των στηλών του περιοδικού μας. Σε σχέση με την συνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων θα επανέλθουμε εν ευθέτω χρόνω.
—————————