Αρχική Νομολογία Δικονομικά φλέγοντα θέματα Ανακοπή Ερημοδικίας Ασθένεια Δικηγόρου πότε αποτελεί λόγο Ανωτέρας Βίας (1) Απόφ. ΑΠ 1487 / 2010

Ανακοπή Ερημοδικίας Ασθένεια Δικηγόρου πότε αποτελεί λόγο Ανωτέρας Βίας (1) Απόφ. ΑΠ 1487 / 2010

Ανακοπή Ερημοδικίας

Ασθένεια Δικηγόρου

πότε αποτελεί λόγο Ανωτέρας Βίας (1)

 Η ανακοπή Ερημοδικίας επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

 Η  αιφνίδια ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου αποτελεί γεγονός ανώτερης βίας, αν εξαιτίας της αυτός δεν μπόρεσε να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη ή δεν μπόρεσε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του, της εκτέλεσής της , με συνέπεια την επέλευση της ερημοδικίας του διαδίκου.

Αδυναμία Διαδίκου (λόγω Ανωτέρας Βίας)

Ανταπόκρισης σε δικονομικό του βάρος

Αναιρετική Διαδικασία – Λόγοι

 Η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του να ανταποκριθούν σε δικονομικό βάρος τους, (παρά την καταβολή προς τούτο από μέρους τους της οφειλόμενης εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας), συνιστά ανώτερη βία  με αποτέλεσμα η συναφής διαδικαστική πράξη τους να πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο, ως προς το οποίο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 14 άρθρ.559 ΚΠολΔ.

   Η συνδρομή, ωστόσο, αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανώτερης βίας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του  άρθρ. 559 ΚΠολΔ, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν ακολούθως το συμπέρασμά του να θεωρηθεί, (κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας), ορισμένο γεγονός ως γεγονός ανώτερης βίας στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή.

 Ενταύθα απορρίπτεται  ως απαράδεκτος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, συνδυαστικά, από τους αριθμούς 1 και 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού με πρόσχημα την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 501 ΚΠολΔ, που αόριστα σε κάθε περίπτωση προβάλλει η αναιρεσείουσα και μάλιστα χωρίς συσχέτιση με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης,αμφισβητείται ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι παρέμειναν αναπόδεικτα τα περιστατικά ανώτερης βίας που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, για να στηρίξει την ανακοπή ερημοδικίας της κατά της απορριπτικής της έφεσής της απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απόφ. ΑΠ 1487 / 2010

Πρόεδρος : Εμμανουήλ Καλούδης

Εισηγητής Δημήτριος Κράνης

Μέλη Βασίλειος Φούκας – Γεώργιος Χρυσικός – Ιωάννης Σίδερης

Δικηγόροι  Αντώνιος Ντούμος

Σχόλια – Παρατηρήσεις

 1) Αιφνίδια Ασθένεια Δικηγόρου – Συνιστά λόγο Ανωτέρας Βίας.

  Ο δικηγόρος δεν μπόρεσε να παραστεί στην εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε να ειδοποιήσει άλλο συνήγορο να παραστεί αντ΄αυτού, με αποτέλεσμα ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑ. Εφ.Αθ. 9828/1998 ΣΕΣυγκΔ 200/274

 Χρόνος προσαγωγής σχετικών – Απαράδεκτη η βραδεία (μετά 10 ημέρες) προσαγωγή. Η ασθένεια του δικηγόρου δεν αποτελεί ανωτέρα βία – ηδύνατο (αληθής υποτιθέμενη) να προσκομίσει τα σχετικά με άλλο πρόσωπο. Μον.Πρ.Αθ. 10148/1984 ΕΣυγκΔ 1985/165

 (ΣΣ Εξαρτάται από το είδος της ασθενείας, αν για παράδειγμα ο δικηγόρος έχει υποστεί έμφραγμα – όπου απαγορεύεται η οποιαδήποτε ενασχόληση – πως θα μπορούσε να ασχοληθεί με την εξεύρεση άλλου προσώπου που θα επιμεληθεί την προσκόμιση των σχετικών;)

Κείμενο Απόφ. ΑΠ 1487/2010


ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 1. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ’ αριθ. … έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 947/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 5 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 20.9.2010, κατά την οποία η αναιρεσείουσα κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1περ.α, 128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 947/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 22.5.2007 ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής υπ’ αριθ. 198/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που απέρριψε την από 7.7.2005 έφεσή της κατά της υπ’ αριθ. 103/2005 οριστικής απόφασης του ΠολΠρωτΧαλκίδας, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την εναντίον της από 14.1.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας ότι οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 38.000 ευρώ ως συμμετοχή του στην επαύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1ΚΠολΔ),είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 §3 ΚΠολΔ).

3. Kατά τη διάταξη του άρθρ.501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην (ανακοπή ερημοδικίας) επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, όταν η ερημοδικία του διαδίκου οφείλεται σε ανώτερη βία, επιτρέπεται ακόμη και αν στην περίπτωση αυτή η κλήτευση του ερημοδικασθέντος διαδίκου υπήρξε νόμιμη και εμπρόθεσμη, αφού διαφορετικά ο αποκλεισμός της ανακοπής ερημοδικίας θα ισοδυναμούσε και στην περίπτωση αυτή με στέρηση του δικαιώματός του για δικαστική ακρόαση (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ) και θα υπήρχε συνεπώς αντίθεση προς το άρθρ. 20 του ισχύοντος Συντάγματος.

  Νοείται δε ως ανώτερη βία κάθε γεγονός απρόβλεπτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να αποτραπεί με μέτρα μεγάλης σύνεσης συνετού ανθρώπου (ΑΠ 533/1998? ΑΠ 141/2004), όπως είναι και η αιφνίδια ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εφόσον συνέβαλε στην επέλευση της ερημοδικίας ( ΑΠ 42/2004). Ειδικότερα η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου αποτελεί γεγονός ανώτερης βίας, αν εξαιτίας της αυτός δεν μπόρεσε να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του, της εκτέλεσής της , με συνέπεια την επέλευση της ερημοδικίας του διαδίκου (ΑΠ 359/2003). Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, εκδηλούμενη δηλαδή στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνο κατά τις συνέπειες, αφού η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

  Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου, το οποίο δεν επιδιώκει να εξισορροπήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά το δημόσιο συμφέρον της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης με ασφάλεια και βεβαιότητα ως προς τη διαδικασία (ΑΠ 908/2006), συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του να ανταποκριθούν σε δικονομικό βάρος τους, παρά την καταβολή προς τούτο από μέρους τους της οφειλόμενης εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας, μ’ αποτέλεσμα η συναφής διαδικαστική πράξη τους να πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο, ως προς το οποίο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 14 άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1892/2006). Η συνδρομή, ωστόσο, αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανώτερης βίας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του παραπάνω άρθρου( ΑΠ 490/2009), προκειμένου να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν ακολούθως το συμπέρασμά του να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως γεγονός ανώτερης βίας στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή.
  Συνεπώς με τους λόγους αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ , που λαμβάνονται συνδυαστικά, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη αρχικά ανώτερης βίας και ακολούθως ως προς την κήρυξη ή μη κήρυξη εξαιτίας αυτής ακυρότητας ή απαραδέκτου (ΑΠ 908/2006). Έτσι η απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραδοχή της που τάσσονται από το άρθρ. 501 ΚΠολΔ, συνιστά μεν σφάλμα υπό την έννοια της παράλειψης του δικαστηρίου να κρίνει άκυρη την προηγηθείσα ερημοδικία του διαδίκου και συνεπώς θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ ΚΠολΔ (ΑΠ 533/1998? ΑΠ 904/2002),όμως προηγουμένως η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ’ αυτή στηρίζεται η ανακοπή ερημοδικίας, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 141/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: ” Η ανακόπτουσα… επικαλείται και προσκομίζει μόνο τα εξής έγγραφα…, από τα οποία όμως προκύπτει μόνο ο τόπος κατοικίας της πληρεξούσιας δικηγόρου της και δεν πιθανολογείται (άρθρ. 509 ΚΠολΔ) ότι ο μοναδικός λόγος της ανακοπής της είναι ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτουν η ώρα εμφάνισης, το είδος και η χρονική διάρκεια του προβλήματος υγείας της πληρεξουσίας της ανακόπτουσας, ώστε να κρίνει το δικαστήριο αν αυτό το πρόβλημα καθιστούσε αδύνατη την επικοινωνία αυτής, έστω και τηλεφωνικά, με κάποιον άλλο δικηγόρο, ακόμη και μη συνεργάτη της, για να του αναθέσει την αντικατάστασή της και την εκπροσώπηση της εκκαλούσας εντολέως της κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της, στις 2.5.2006, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (μεταβατική έδρα …)… Συνεπώς δεν πιθανολογείται ότι υφίστατο ανώτερη βία για την ανακόπτουσα κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της στις 2.5.2006…, δηλαδή απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο συμβάν συνεπαγόμενο αντικειμενικώς την παρακώλυση εκπροσώπησής της στην άνω δικάσιμο και η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθεί…”. Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση, η αιτίαση, ότι εσφαλμένα με την υπ’ αριθ. 947/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η από 22.5.2007 ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής υπ’ αριθ. 198/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, ενώ έπρεπε, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας σωστά το Εφετείο τη διάταξη του άρθρ. 501 ΚΠολΔ, να δεχόταν την ανακοπή ερημοδικίας και να εξαφάνιζε την ανακοπτόμενη απόφαση, που απέρριψε την από 7.7.2005 έφεσή της κατά της υπ’ αριθ. 103/ 2005 οριστικής απόφασης του ΠολΠρΧαλκίδας, αφού κατά τη δικάσιμο της 2.5.2006, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεσή της στη μεταβατική έδρα του Εφετείου Αθηνών, στη …, η πληρεξούσια δικηγόρος της Σταυρούλα Μπονάτσου δεν μπόρεσε να παραστεί και να την εκπροσωπήσει από λόγο ανώτερης βίας και συγκεκριμένα επειδή, ευρισκόμενη μόνη της στο σπίτι της, υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο λόγω της χρόνιας υπότασης από την οποία υποφέρει και δεν είχε έτσι τη δυνατότητα να ειδοποιήσει για την κατάστασή της οποιονδήποτε και προπάντων συνάδελφό της που θα εμφανιζόταν αντ’ αυτής στο δικαστήριο. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, συνδυαστικά, από τους αριθμούς 1 και 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 501 ΚΠολΔ, που αόριστα σε κάθε περίπτωση προβάλλει η αναιρεσείουσα και μάλιστα χωρίς συσχέτιση με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφισβητείται απ’ αυτή η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς τη μη συνδρομή περιστατικών ανώτερης βίας στο πρόσωπο της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που την εμπόδισαν να παραστεί στη μεταβατική έδρα του Εφετείου Αθηνών, στη …, κατά τη δικάσιμο της 2.5.2006 και να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση εκεί της από 7.7.2005 έφεσής της κατά της υπ’ αριθ. 103/2005 απόφασης του ΠολΠρΧαλκίδας, δηλαδή αμφισβητείται ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι παρέμειναν αναπόδεικτα τα περιστατικά ανώτερης βίας που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα για να στηρίξει την ανακοπή ερημοδικίας της κατά της απορριπτικής της άνω έφεσής της υπ’ αριθ. 198/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

                                          ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

 Απορρίπτει την από 5.1.2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ’ αριθ. 947/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και 
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. 
 Κρίθηκε

———————————