facebook

1.Ασφάλεια Πυρός

Επέλευση Ασφαλιστικού Κινδύνου

Δεσμευτικότητα Ποινικής Απόφασης στην Πολιτική Δίκη

 

2.Υποκατάσταση Ασφαλιστή στα Δικαιώματα Ασφαλισμένου

και Δικαιώματα Τρίτου

(Ένσταση Συντρέχοντος Πταίσματος – αρ. 300 ΑΚ)

 

3.Αναιρετική Διαδικασία

Δεκτός ως Βάσιμος

ο εκ του Άρθρου 559 παρ. 11 γ΄ ΚΠολΔ Λόγος Αναίρεσης

 

Στις διατάξεις των άρθρων 210 παρ.1 και 213 παρ.1 του ΕμπΝ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους δυνάμει των άρθρων 33 παρ.2 και 34 του Ν.2496/1997, και την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 14 και 19 του τελευταίου ως άνω Νόμου, ορίζονταν ότι “Ο ασφαλιστής, ο αποζημιώσας την ζημίαν ή την απώλειαν των ασφαλισθέντων πραγμάτων, υποκαθίσταται απέναντι των τρίτων εις τα δικαιώματα, τα λόγω της ζημίας ανήκοντα τω ασφαλισμένω, όστις ευθύνεται δια πάσαν υπ’ αυτού επενεχθείσαν βλάβην των δικαιωμάτων τούτων” και ότι “Η ασφάλισις κατά των εκ πυρός ζημιών περιλαμβάνει πάσας τα ζημίας, τας προξενηθείσας εκ πυρκαϊάς προελθούσης εξ οιασδήποτε αιτίας, εκτός της προελθούσης εκ βαρέος πταίσματος καταλογιστέου προσωπικώς εις τον ησφαλισμένον και εξαιρέσει των περιπτώσεων των αναφερομένων εν άρθρω 207 εδάφιον τελευταίον”, αντίστοιχα. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου τις αξιώσεις του τελευταίου. Η αγωγή, δηλαδή, την οποία εγείρει ο ασφαλιστής κατά του τρίτου είναι εκείνη την οποία θα ήγειρε ο ασφαλισμένος (ΟλΑΠ 115/1998). Στην υποκατάσταση δε αυτή, η οποία αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχώρησης, η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της. Έτσι, ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος και, ειδικότερα, αυτές που βάλλουν κατά της γένεσης και της ύπαρξης της απαίτησης κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Από τα ανωτέρω συνάγεται περαιτέρω ότι ο τελευταίος για να απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής της αποζημίωσης στον ασφαλιστή, για την περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου από πυρκαγιά, αρκεί να επικαλεστεί και αποδείξει ότι το ζημιογόνο τούτο γεγονός οφείλεται σε βαρύ πταίσμα, που μπορεί να αποδοθεί στον ασφαλισμένο προσωπικά. Το πταίσμα αυτό περιλαμβάνει το δόλο και τη βαριά αμέλεια του υπαιτίου, η οποία συντρέχει όταν η παράλειψή του να καταβάλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια κατ’ άρθρο 300 ΑΚ είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή. Εξάλλου η ύπαρξη ή μη αμέλειας κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και αφηρημένα, αφού για τη διάγνωση αυτής λαμβάνεται υπόψη η επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, την οποία πρέπει αυτός να καταβάλλει στις συναλλαγές(ΑΠ 978/2001, ΑΠ 798/2001,ΑΠ 924/1989).

 

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα. Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 640/2019, ΑΠ 240/2011, ΑΠ 704/2008).

Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο των πρόσθετων λόγων της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε ανάλογα το προσαχθέν απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 5010/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ήδη αμετάκλητης, μετά του συνοδεύοντος αυτήν από 24.09.1998 κατηγορητηρίου, που κήρυξε αθώο τον κατηγορηθέντα, και προστηθέντα από την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) υπεύθυνο υπάλληλο, Ε. Κ., για το ένδικο ζημιογόνο γεγονός της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο της ασφαλισμένης της αναιρεσίβλητης, το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή (αναιρεσείουσα).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον επίμαχο λόγο αναίρεσης, δεχόμενο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ο Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω, κρίσιμο κατά την απόδειξη, έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δηλαδή την προδιαληφθείσα απόφαση με αριθμ. 5010/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ήδη αμετάκλητη, με την οποία ο κατηγορηθείς ως άνω προστηθείς υπάλληλος της ΔΕΗ κηρύχθηκε αθώος της αποδοθείσας σ` αυτόν πράξης του εμπρησμού από αμέλεια, που φέρεται ότι τέλεσε στη Ν. Αρτάκη Ευβοίας (περιοχή ΚΤΕΟ), στις 12.10.1997, και ειδικότερα για το ότι, αυτός με την ιδιότητα του υπεύθυνου για την επιθεώρηση και συντήρηση των δικτύων, σε εποχή που οι καιρικές συνθήκες ευνοούσαν βλάβες στα εναέρια δίκτυα της Δ.Ε.Η., δεν μερίμνησε, ως όφειλε, για την καλύτερη συντήρηση τερματικής κολώνας της Δ.Ε.Η., που βρίσκεται κοντά στην είσοδο της βιοτεχνίας “RAVAGO” στον προαναφερόμενο τόπο, λόγω δε και της αυξημένης υγρασίας και σκόνης πάνω στους μονωτήρες, προκλήθηκε διαπήδηση ρεύματος, αποτέλεσμα δε ήταν από την πτώση σπινθήρων να εκδηλωθεί στη βάση της κολώνας φωτιά, από την οποία καταστράφηκαν αποθηκευμένες ποσότητες πλαστικών υλικών του εργοστασίου, το μηχανουργείο, μηχανήματα και σιλό στο εσωτερικό του εργοστασίου, κάηκαν κυπαρίσσια, επεκτάθηκε δε η φωτιά σε όμορα οικόπεδα και έκαψε ξερά χόρτα και δένδρα, ενώ μπορούσε να προκύψει κίνδυνος καταστροφής και σε παρακείμενα ακίνητα. Και ναι μεν, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ποινικής αυτής απόφασης και μπορούσε όπως και κατέληξε σε αντίθετο με την τελευταία ποινική απόφαση πόρισμα, έπρεπε όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το συνεκτιμούσε ειδικά ως τεκμήριο, και να το αντικρούσει με ειδική αιτιολογία, εφόσον άλλωστε και η υπόλοιπη αιτιολογία του Εφετείου, ως προς το κρίσιμο σχετικό αποδεικτέο θέμα της απόδοσης πταίσματος στον υπαίτιο της πρόκλησης της επίδικης πυρκαγιάς, στηρίχθηκε σε έμμεσες αποδείξεις.

 

 

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λοιπών, διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση και πρόσθετους λόγους, λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Απόφ.ΑΠ

 

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας