- Διόρθωση Ανακριβούς Πρώτης Εγγραφής
Ακινήτου στα Κτηματολογικά Βιβλία
(Εκουσία Δικαιοδοσία)
2. Αίτηση Αναίρεσης Κατά Ερήμην Οριστικής Απόφασης Εφετείου
(άρθρα 503 παρ. 1, 553 παρ. 1β, 764 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ)
Διόρθωση Ανακριβούς Πρώτης Εγγραφής
Ακινήτου στα Κτηματολογικά Βιβλία
(Εκουσία Δικαιοδοσία)
Αίτηση Αναίρεσης Κατά Ερήμην Οριστικής Απόφασης Εφετείου
(άρθρα 503 παρ. 1, 553 παρ. 1β, 764 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ)
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β’, 309 εδάφ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 503 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι στις ερήμην αποφάσεις του δευτέρου βαθμού, οι γνήσιες προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές και, επομένως, η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού υπόκειται σε αναίρεση μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, εκτός αν ο αναιρεσείων, που ήταν ερήμην στο δεύτερο βαθμό, παραιτηθεί του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης. Αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ’ όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 239/2020). Περαιτέρω, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, και επομένως το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής δηλ. με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία διαδίκου που ερημοδικάστηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του. Τέλος η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσιβλήτου, το εφετείο, δικάζοντας υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 764 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, απέρριψε την έφεση του αντιμωλία δικαζόμενου εκκαλούντα και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε προσβληθεί με αυτήν, ενώ στερείται σημασίας το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Εξάλλου το περιεχόμενο της ερήμην απόφασης, το οποίο συναρτάται προς την επέλευση ή μη δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία, μπορεί να επιδράσει στην ύπαρξη έννομου συμφέροντος, το οποίο έγκειται στην ανάγκη αποτροπής ή περιορισμού της βλάβης που προκαλείται στο διάδικο από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ., δεν κρίνεται δε γενικά και αφηρημένα ούτε εκ των προτέρων αλλά ενόψει του συγκεκριμένου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης -στο μέτρο και στην έκταση που αυτή θα προσβληθεί- σε σύγκριση προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανακοπής λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών του ανακόπτοντα, έτσι ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη βλάβης του από την προσβαλλόμενη απόφαση και να αξιολογηθεί αν η ασκούμενη ανακοπή αποτελεί ικανό και αναγκαίο μέσο για την αποτροπή αυτής της βλάβης. Από την, σύμφωνα με τα παραπάνω, έννοια και λειτουργία του έννομου συμφέροντος προκύπτει ότι μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας έχει την εξουσία, ερευνώντας το παραδεκτό της ανακοπής, να αποφανθεί για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του έννομου συμφέροντος του ανακόπτοντα. Παρόμοια εξουσία δεν έχει ο Αρειος Πάγος στο πλαίσιο της κρίσης του για το παραδεκτό η μη της αναίρεσης κατ` ερήμην απόφασης. Διότι η κρίση για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, συναρτώμενο προς την εφαρμογή της νομικής έννοιας του έννομου συμφέροντος, δεν μπορεί να εξετάζεται παρεμπιπτόντως (ΟΛΑΠ 15/2001).
«Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου… Εφόσον η εν λόγω απόφαση είναι ερήμην ως προς την εφεσίβλητη υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους της, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από το παριστάμενο αναιρεσείον, είτε επίδοση προς την αναιρεσίβλητη της προσβαλλόμενης απόφασης και παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, είτε παραίτησή της από το σχετικό δικαίωμα».
Επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη.
Απόφ. ΑΠ….
Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας