Αρχική Νομολογία Αποζημίωση επί σωματικών βλαβών Επιδείνωση Νόσου μετά από Συμβιβασμό με Ασφαλιστική Εταιρία (1) Αναγνωρίζεται στον παθόντα δικαίωμα πρόσθετης αξίωσης αποζημίωσης για τις μεταγενέστερες μη προβλεπτές συνέπειες του ατυχήματος Απόφ. Μον. Πρ.Θεσ/κης 18330/2004 ΤΕΥΧΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2007 ΣΕΛ.104

Επιδείνωση Νόσου μετά από Συμβιβασμό με Ασφαλιστική Εταιρία (1) Αναγνωρίζεται στον παθόντα δικαίωμα πρόσθετης αξίωσης αποζημίωσης για τις μεταγενέστερες μη προβλεπτές συνέπειες του ατυχήματος Απόφ. Μον. Πρ.Θεσ/κης 18330/2004 ΤΕΥΧΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2007 ΣΕΛ.104

Επιδείνωση Νόσου μετά από Συμβιβασμό
με Ασφαλιστική Εταιρία (1)

Αναγνωρίζεται στον παθόντα δικαίωμα
πρόσθετης αξίωσης αποζημίωσης
για τις μεταγενέστερες μη προβλεπτές συνέπειες του ατυχήματος

Σ.Σ. βλ. κατωτέρω σχόλια παρατηρήσεις 

Στην περίπτωση κατά την οποία μετά την σύναψη του συμβιβασμού με τον οποίο έχει ρυθμιστεί «καθολικά» η διαφορά των μερών, (ενάγοντος παθόντος και εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας) επέρχονται συνέπειες, συνήθως δυσμενείς (για τον παθόντα), που βρίσκονται έξω από την κανονική ανθρώπινη πρόβλεψη , και οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του συμβιβασμού, τότε αναγνωρίζεται στον παθόντα μία πρόσθετη αξίωση αποζημίωση για τις μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος. 
Στη περίπτωση αυτή το περιεχόμενο του συμβιβασμού, χωρίς να ανατρέπεται, προσαρμόζεται στις νέες μεταβληθείσες σχέσεις, εφόσον υπάρχει μία κραυγαλέα διάσταση ή δυσαναλογία μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε η εμμονή του υποχρέου στο περιεχόμενο του συμβιβασμού να αντέκειτο στην καλή πίστη. Η απόκρουση στο ζημιωθέντα περαιτέρω αξίωσης αποζημίωσης λόγω του ήδη γενομένου συμβιβασμού πρέπει να αποτελεί μεγάλη σκληρότητα η οποία να αντίκειται στην καλή πίστη (άρθρ. ΑΚ 287, 288).
Ο συμβιβασμός που συνάπτει ένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες με τον ζημιωθέντα τρίτο, ενεργεί υπέρ και εις βάρος του συνοφειλέτη, εκτός αν περιέχει καταβολή, δόση αντικαταβολής ή άφεση χρέους, οπότε ενεργεί αντικειμενικά. 
Στην προκειμένη περίπτωση απορρίπτεται η υπό κρίση αγωγή καθόσον αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες βλάβες δεν συνιστούν απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα, συνεπεία του τραυματισμού του, εφόσον περιγράφοντο και στην ασκηθείσα υπ΄αυτού προ του συμβιβασμού αγωγή.



Απόφ. Μον. Πρ.Θεσ/κης 18330/2004
Πρόεδρος: Κωνσταντία Αγγελάκη
Δικηγόροι: Ευάγγελος Κώστας, Σωτήρης Λευκαρίτης

Σχόλια – Παρατηρήσεις

1) Και άλλωτε έχουμε αναφέρει ότι ο χειρότερος συμβιβασμός είναι καλλίτερος από οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, όπως ομολογούν οι ολίγον ταλαιπωρημένοι εμπλακέντες σε τροχαίο ατύχημα και πολλά διδαχθέντες. Όμως και ο συμβιβασμός έχει τα όριά του, η υπέρβαση των οποίων όταν είναι έκδηλος η εκμετάλλευση (πάντοτε του παθόντος και σχεδόν ουδέποτε του ασφαλιστού) τότε καλείται η θέμιδα να αποδώσει δίκαιο.
Βλ. αναλυτικά σχετικές περιπτώσεις και νομολογία στον τόμο μας 1989 Σελ. 417 επ., όπου παρουσιάζονται οι εξής περιπτώσεις: 
Α) Ο συμβιβασμός με τον ασφαλιστή ενεργεί υποκειμενικώς εκτός αντιθέτου συμφωνίας. Συνέπειες: Επί πλειόνων εις ολόκληρον υποχρέων, ο συμβιβασμός με ένα εξ αυτών δεν απαλλάσσει τους λοιπούς συνυποχρέους έναντι των οποίων γίνεται δεκτή αγωγή του ζημιωθέντος ΑΠ 527/1987 ΕΣυγκΔ 1989/418.
Β) Άφεση Χρέους κατά τον συμβιβασμό με ένα εκ των εις ολόκληρον συνοφειλετών.Απόκρουση δι΄ ενστάσεως εκ του άρθρ. 281 ΑΚ περί καταχρήσεως δικαιώματος: «Η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται ενά αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα εκ της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών, ή εκ του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος» Πολ.Πρ.Αθ. 5147/1986 ΕΣυγκΔ 1976/492
Γ) Ερευνάται η πραγματική ικανοποίηση του ζημιωθέντος και πλήττεται η εκμετάλευσις του (από τον ασφαλιστή κλπ). Εφ.Αθ. 720/1975 ΕΣυγκΔ 1975/159 στην οποία αναφέρεται ότι : Eρευνάται το ουσιαστικό περιεχόμενο του γενόμενου συμβιβασμού, ώστε οι κατ΄επιταγήν του άρθρ.871 ΑΚ αναγκαίως γενόμεναι υποχωρήσεις των συμβαλλομένων (και ενταύθα του ζημιωθέντος ως ασθενεστέρου) να μη παρίστανται προϊόν εκμεταλλεύσεως και ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του, συνεπεία της οποίας (εκμεταλλεύσεως), αναγκάζεται ούτος (ζημιωθείς) να παραιτηθεί βεβαίων κατ΄αντικειμενικήν θεώρησιν, υποστατών αξιώσεών του, κατ΄αντίθεσιν προς τας επιταγάς του άρθρ. 179 ΑΚ, εν συνδρομή των οποίων είναι άκυρος ο συμβιβασμός.
Πλείονες άλλες περιπτώσεις βλ. σχετικώς άρθρο Ονουφρίου Ονουφριάδη «Συμβιβασμός με Ασφαλιστή» ΕΣυγκΔ 1989/419 επ. 

Αναπροσαρμογή συνμβιβασθείσης με το Δημόσιο αποζημιώσεως, για Στέρηση Διατροφής- Νόμιμος η κατά του Δημοσίου σχετική Αγωγή, αλλά για τον μετά την επίδοση της Αγωγής χρόνον. Πολ.Πρ.Θεσ/κης 2190/1990 ΕΣυγκΔ 1992/316.
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ (Κατ΄έκμετάλευσιν του παθόντος) – Εάν κάποιος των διαδίκων, υποστηρίξει, ότι ορισμένες αξιώσεις δεν περιλαμβάνονται σ΄αυτόν, πλην της ενστάσεως που έχει για αυτές, διατηρεί το δικαίωμα του για αυτοτελή αγωγή” (ΕΑ 1024/85 ΕλΔ 88/359). Εφ.Αθ. 8912/1991 ΕΣυγκΔ 1992/32
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΠΑΘΟΝΤΟΣ ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΟΣ με τον Ασφαλιστήν του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Η εξοφλητική απόδειξη που υπέγραψε ο παθών κατά την έννοιαν των διατάξεων περί ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ σύμφωνα με τα νομικά μας, ενέχει πλήρη εξόφληση πάσης απιτήσεως εκ του ενδίκου ατυχήματος (και αυτές ακόμη τις εκ της εξελειξεως της νόσου άγνωστες αξιώσεις) καλυππτόμεναι εκ των διατάξεων περί ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΑΦΕΣΕΩΣ ΧΡΕΟΥΣ – Εξαιρέσεις Λόγοι Εφ.Αθ. 4071/1994 ΣΕΣυγκΔ 1995/


Κείμενο Απόφ.Μον.Πρ.Θεσ/κης 18330/2004

Κατά την διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, ο συμβιβασμός είναι σύμβαση με την οποία οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, με την οποία εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Οι συμβαλλόμενοι της σύμβασης συμβιβασμού ρυθμίζοντας τις αμοιβαίες παραχωρήσεις τους για την άρση της έριδος ή της αβεβαιότητος ξεκινούν με αφετηρία την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά και την εξέλιξη των πραγμάτων σε ορισμένη προβλεπτή έκταση. Αν τα πράγματα εξελιχθούν κατά τρόπο διαφορετικό απ ότι τα είχαν προβλέψει τα μέρη ενός τέτοιου συμβιβασμού δεν μπορεί, κατ αρχήν, να ανατραπεί, καθόσον διαφορετικά θα ανατρεπόταν η φύση και η λειτουργία του συμβιβασμού, σκοπός του οποίου είναι οριστικός τερματισμός της έριδας ή αβεβαιότητας. Μέρος της αβεβαιότητας αυτής είναι και η μέλλουσα εξέλιξη της υγείας του παθόντος. Σε συμβιβασμό που έχει ως περιεχόμενο τη ρύθμιση όλων των αξιώσεων του παθόντος για το παρελθόν και το μέλλον περιλαμβανομένων των εμφανών και μη ζημιών, κατά κανόνα, φαίνεται αποκλειόμενη η δυνατότητα για πρόσθετη στο μέλλον, εκτός του συμβιβασμού αποζημίωση (Εφ.Αθ. 6001/90 Επ.Συγκ. Δ. 90,967, Βλ. Κρητικού αποζημίωση από αυτ/κα ατυχήματα). Βέβαια δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να προκύπτει σαφώς ότι ο συμβιβασμός συνάπτεται με βάση μία υπάρχουσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διαπιστώνει τις συνέπειες των προσβολών του παθόντος και ότι ο τελευταίος δεν επιθυμεί να παραιτηθεί από αξιώσεις του σε περίπτωση επιδεινώσεως της κατάστασης της υγείας του. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία μετά την σύναψη του συμβιβασμού με τον οποίο έχει ρυθμιστεί «καθολικά» η διαφορά των μερών, επέρχονται συνέπειες, συνήθως δυσμενείς, που βρίσκονται έξω από την κανονική ανθρώπινη πρόβλεψη, τα μέρη δεν μπορούσαν να σκεφθούν τις απρόβλεπτες αυτές συνέπειες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και έτσι να προσαρμόσουν ακολούθως το περιεχόμενο του συμβιβασμού τους, στην εξέλιξη αυτή, ώστε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι απρόβλεπτες συνέπειες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του συμβιβασμού. Στην άνω εξαιρετική περίπτωση εμφανώς μεταγενέστερων προβλεπτών συνεπειών, πρέπει να υπάρχει μία κραυγαλέα διάσταση ή δυσαναλογία μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εμμονή του υποχρέου στο περιεχόμενο του συμβιβασμού να αντέκειτο στην καλή πίστη. Η απόκρουση στο ζημιωθέντα περαιτέρω αξίωσης αποζημίωσης λόγω του ήδη γενομένου συμβιβασμού πρέπει να αποτελεί μεγάλη σκληρότητα η οποία να αντίκειται στην καλή πίστη (άρθρ. ΑΚ 287, 288). Εφόσον συντρέχουν οι προυποθέσεις της άνω περιπτώσεως στο δικαιούχο που συμβιβάσθηκε αναγνωρίζεται μία πρόσθετη αξίωση αποζημίωση για τις μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, που σημαίνει ότι το περιεχόμενο του συμβιβασμού, χωρίς να ανατρέπεται, προσαρμόζεται στις νέες μεταβληθείσες σχέσεις (βλ. Κρητικός Αποζημίωση στο τροχαίο αυτ/κα ατυχήματα). Εξάλλου, εν αμφιβολία, ο συμβιβασμός που συνάπτει ένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες με τον ζημιωθέντα τρίτο, ενεργεί υπέρ και εις βάρος του συνοφειλέτη, εκτός αν περιέχει καταβολή, δόση αντικαταβολής ή άφεση χρέους, οπότε ενεργεί αντικειμενικά: 

Στην υπό κρίση αγωγή του (αρ. εκθ. Κα18330/04), ο ενάγων εκθέτει ότι σε αυτ/κο ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις ειδικότερα εκτιθέμενες συνθήκες οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτ/του, το οποίο κατά τον άνω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους ζημίες στην συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρία τραυματίσθηκε.
Ζητεί, κατόπιν τούτων, και μετά τον νόμιμο περιορισμό του αιτήματός του σε αναγνωριστικό (άρθρ. 223 ΚπολΔ) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν εφάπαξ λόγω υπάρξεως σπουδαίου προς τούτο λόγου, το ποσό των 564.427,91 Ευρώ ως αποζημίωσή του και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του συνεπεία του τραυματισμού του άλλως ν αναγνωρισθεί ότι οι ίδιοι ως άνω υποχρεούνται να του καταβάλουν το ποσό των 41.686,76 Ευρώ και στο ποσό των 575,02, προσαυξανόμενο κατ έτος κατά 3% από 1.4.2006 μέχρι 31.3.2046, για απώλεια εισοδημάτων του, και τα άνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής όσον δε αφορά στις μηνιαίως καταβληθησόμενες παροχές, από την καθυστέρηση καταβολής εκάστης, και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη.

Ο ενάγων στο ίδιο δικόγραφο, όπως εκτιμάται, σωρεύει μαζί με την κύρια αγωγή και πλαγιαστική, με την οποία στρέφεται κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας η οποία ισχυρίζεται ότι ασφάλιζε κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα και ζητεί μετά τον νόμιμο περιορισμό του αιτήματός του (άρθρ. 223 ΚπολΔ) να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην εναγομένη την αποζημίωση που η ίδια οφείλει στον ενάγοντα για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την λειτουργία του ασφαλισμένου αυτ/του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί στη δικαστική του δαπάνη. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο και παραδεκτά προς εκδίκαση κατά την διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 666, 667, 670-676, 681Α ΚπολΔ, είναι δε νόμιμη, και ως προς τις δύο βάσεις της, στηριζόμενη όσον αφορά στην πρώτη βάση στις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 927, 298, 330 εδ. ΄β, 346, 481 ΑΚ, 2, 4, 9, 10 ν. ΓΠΝ/1911, 907, 908, 1047, 176 ΚπολΔ και όσον αφορά στην, αντικειμενικά, σωρευομένη βάση, στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, 72, 907, 908 ΚπολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν. 

Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και των προσκομισθέντων εγγράφων απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Σε αυτ/κο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 10.6.1999, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης κριθέντος του θέματος τούτου με την υπ αρ. 22522/2001 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, ο ενάγων τραυματίσθηκε. Με την άνω απόφαση αυτού του Δικαστηρίου του επιδικάσθηκε αποζημίωση για το χρονικό διάστημα μέχρι του χρόνου συζήτηση της αγωγής (επί της οποίας εξεδόθη η άνω απόφαση) ενώ κατόπιν άσκησης της με αρ. καταθ. 11476/2001 αγωγή του, επετεύχθη από 23.10.2002 συμβιβασμός με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου ο ενάγων περιόρισε την απαίτησή του στο ποσό των 35.200 Ευρώ (συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής δαπάνης) ποσό το οποίο κατά τον άνω συμβιβασμό κατεβλήθη σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του ενάγοντα για όλες τις μνημονευόμενες στην αγωγή του αξιώσεις (ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μέλλουσες επεμβάσεις, αποθετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης) καθώς επίσης και για οποιαδήποτε ζημία του, μέλλουσα (άρθρ. 2 του άνω συμβιβασμού) η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων ικανοποιείται πλήρως και ότι παραιτείται και αφήνει κάθε άλλη παρούσα ή μέλλουσα αίτησή του ακόμη και αν προκύψει από απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του. Στον άνω συμβιβασμό, συμφωνήθηκε ρητά ότι η καταβολή και η εξόφληση λειτουργεί και υπέρ της ασφαλισμένης της ιδιοκτήτριας και οδηγού του υπ αριθ.ΙΧΕ ζημιογόνου οχήματος, Μ.Γ. Σύμφωνα με την διαταχθείσα από το παρόν Δικαστήριο (επί της υπ αριθ. Κα43525/1999 αγωγής) υπ αρ. 41/01 ιατρική πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε από τον ορθοπεδικό χειρουργό – Κ.Θ – ο ενάγων υπέστη α) διατροχαντήριο κάταγμα αριστερά αντιμετωπισθέν με ήλωση τύπου Ambi, β) κάταγμα διαφύσεως μηριαίου αριστερό, γ) κάταγμα υπερδιακονδύλιο μηριαίου αριστερά (αμφότερα αντιμετωπίσθηκαν με ανάστροφη ενδομυελική ήλωση από την οποία αργότερα αφαιρέθηκαν οι περιφερικές βίδες και βίδες αυλοφόρες), δ) κάταγμα αριστερής επιγονατίδος αντιμετωπισθέν με αφαίρεση του κάτω πόλου της επιγονατίδος και καθήλωση του επιγονατιδικού συνδέσμου με άγκυρες, ε) επώδυνη δυσκαμψία αριστερού γόνατος (κάμψη εως τις 95 100 μοίρες περίπου), στ) σοβαρή ατροφία τετρακέφαλου, ζ) μυοκήλη αριστερά, η) διαταραχή στάσεως και βαδίσεως μετατραυματικής αιτιολογίας (ανταλγική στάση και βάδιση) κυρίως στο αριστερό τραυματισθέν κάτω άκρο, θ) μικρή αλλά εμμένουσα αδυναμία μυών, αριστερού κάτω άκρου (λαγονοψοίτη οπισθίων μηριαίων) που σε συνδυασμό με την ατροφία του μηρού αριστερά αποκτά σημασία κατά τη βάδιση, ι)ενεργό συνεχιζόμενη απονεύρωση στον τετρακέφαλο μυ, προφανώς απότοκο του τραυματισμού που εξηγεί τα προβλήματα που παρουσιάζει ο ασθενής κατά το ανέβασμα & κατέβασμα σκάλας και την παρατεταμένη βάδιση και κ) ύπαρξη εντόνου οστεοαρθρίτιδος αριστεράς κατά γόνυ αρθρώσεως.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση υπάρχουν σοβαροί μελλοντικοί κίνδυνοι για την υγεία του, κίνδυνος επανακατάγματος Μηριαίου, οστεομυελίτιδας μετά την εσωτερική οστεοσύνθεση, ισχαιμική νέκρωση κεφαλής μηριαίου σε διατροχαντήρια κατάγματα, χονδροπάθεια επιγονατίδος αριστερά, οστεοπενία, οστεοαρθρίτιδα, ενώ ενδέχεται να εμφανισθούν ψυχολογικές επιπτώσεις. Η κατάσταση της υγείας του εμφάνισε υπολειμματικές αναπηρίες, ορισμένες από τις οποίες & σύμφωνα με την άνω ιατρική έκθεση δύναται να επιδεινωθούν προιόντος του χρόνου (βλάβη χόνδρου & οστεαρθρίτιδα γόνατος αριστερά). Επίσης διαπιστώνεται κατόπιν οπισθογραφήματος οστών 3 φάσεων ύπαρξη εντόνου οστεοαρθρίτιδος αριστεράς κατά γονυάρθρωσης καθώς επίσης, επισημαίνεται ότι απαιτείται ένας επανέλεγχος στην 5ετία μετατραυματικά για έλεγχο ισχαιμικής νέκρωσης κεφαλής του μηριαίου, καθώς και ότι μελλοντικά θα απαιτηθούν επεμβάσεις σε επιδείνωση των ήδη υπαρχουσών (κατά την εξέταση) οστεοαρθριτικών βλαβών του γόνατος. Εξάλλου, ο ίδιος ο ενάγων στην πρώτη ασκηθείσα αγωγή του (αρ. εκθ. Κα43525/99) εξέθεσε ότι σύμφωνα με την άποψη των θεραπόντων ιατρών του το γόνατό του θα παρουσιάζει εφ όρου ζωής δυσκαμψία και μερική αναπηρία και δεν πρόκειται να επανέλθει στην προ του ατυχήματος κατάσταση, ενώ στην υπ αριθ. Εκθ. Κα11470/01 αγωγή του, ο ενάγων αιτούμενος αποζημίωσή του κατ άρθρο 931 ΑΚ, εξέθετε ότι « οι σωματικές κακώσεις προκάλεσαν την αναπηρία μου λαμβανομένου υπόψιν του γεγονότος ότι δεν μπορώ πλέον να εργαστώ η αναπηρία μου συνδέεται άμεσα με το μέλλον μου »

Από τις προσκομισθείσες ιατρικές γνωματεύσεις του Νοσοκομείου «Άγιος Παύλος» (με ημερομηνίες 20.3.2003, 19.6.2003, 2.3.2004) προκύπτει ότι ο ενάγων μετά από αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης παρουσιάζει επώδυνη δυσκαμψία αρ. γόνατος (ελύθηκαν πολλαπλές συμφύσεις κατά την επέμβαση) μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα κεφαλής αρ. μηριαίου, πιθανή άσηπτη νέκρωση κεφαλής μηριαίου αρ. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι δεν πρόκειται για απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα, συνεπεία του τραυματισμού του, καθόσον συνέπειες μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας και νέκρωσης κεφαλής αρ. του μηριαίου, προκύπτει ότι αναφέρονται στην υπ αριθ. 41/01 ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ως πιθανές επιπλοκές, λαμβανομένου μάλιστα υπόψιν ότι στην άνω πραγματογνωμοσύνη ο διενεργήσας αυτή, ιατρός χαρακτηρίζει τον τραυματισμό του ενάγοντα ως «βαρειάς σοβαρότητας κάκωση». Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ανάγκη αναπροσαρμογής του περιεχομένου του επιτευχθέντος συμβιβασμού βάσει νέων δεδομένων και η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί, επιβληθεί δε η δικαστική δαπάνη των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντα (άρθρ. 176 ΚπολΔ).
——————————–