Δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων οροθετικών κατόπιν εισαγγελικής διάταξης και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Παραβίαση σεβασμού της ιδιωτικής ζωής
ΑΠΟΦΑΣΗ
O.G. κ.α. κατά Ελλάδας της 23.01.2024 (προσφ. αριθ. 71555/12 και 48256/13)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Προστασία προσωπικών δεδομένων. Εξαναγκασμός των προσφευγουσών ιεροδούλων σε λήψη αίματος από την αστυνομία χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή τους. Η παρέμβαση αυτή στην ιδιωτική τους ζωή δεν προβλεπόταν από το νόμο.
Δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Ο εισαγγελέας διέταξε την δημοσιοποίηση ευαίσθητων ιατρικών δεδομένων των προσφευγουσών, που ήταν θετικές στον ιό HIV (πλην μίας). Η δημοσιοποίηση έγινε αρχικά στον ιστότοπο της αστυνομίας και στη συνέχεια στα ΜΜΕ.
Στο πλαίσιο αστυνομικής επιχείρησης στο κέντρο της Αθήνας, η αστυνομία προέβη σε συλλήψεις γυναικών προκειμένου να εξακριβώσει την ταυτότητά τους, οι οποίες, αφενός, δεν είχαν επάνω τους έγγραφα ταυτότητας και, αφετέρου, με τη συμπεριφορά τους, είχαν προκαλέσει σοβαρές υπόνοιες ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της πορνείας χωρίς την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια και χωρίς ειδικό βιβλιάριο υγείας. Κατόπιν της σύλληψης, υποβλήθηκαν σε ιατρική εξέταση για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, τα αποτελέσματα της οποίας έδειξαν ότι κάποιες από τις γυναίκες αυτές ήταν οροθετικές.
Οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι υποβλήθηκαν σε εξετάσεις αίματος χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση και ότι, εν πάση περιπτώσει, ορισμένες από αυτές έπασχαν από σύνδρομο στέρησης και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να δώσουν έγκυρη συγκατάθεση. Τα ονόματα και οι φωτογραφίες τους καθώς και η πληροφορία ότι ήταν οροθετικές, αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα της αστυνομίας και στη συνέχεια διαδόθηκαν από τα ΜΜΕ κατόπιν εισαγγελικής διάταξης.
Επικαλούμενες τα άρθρα 8 και 3 της ΕΣΔΑ, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι η συγκατάθεσή τους δεν είχε ληφθεί πριν από την εξέταση αίματος στην οποία έπρεπε να υποβληθούν.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η επέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγουσών για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής, η οποία προκλήθηκε από την εισαγγελική διάταξη, δεν ήταν επαρκώς δικαιολογημένη υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους νόμιμους σκοπούς.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε στις προσφεύγουσες από 15.000-20.000 για ηθική βλάβη σε κάθε μία.
ΔΙΑΤΑΞΗ
Άρθρο 8
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Κατά το Δικαστήριο μια ιατρική επέμβαση χωρίς την ελεύθερη και ενημερωμένη συγκατάθεση του ασθενούς ισοδυναμεί με παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, όπως προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Είχε ήδη την ευκαιρία να δηλώσει, ειδικότερα, ότι ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, όπως προστατεύεται από το άρθρο 8, συνεπάγεται σεβασμό της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και ότι η λήψη δείγματος αίματος και σάλιου συνιστά ιατρική παρέμβαση, η οποία πρέπει, επομένως, ακόμη και αν είναι ήσσονος σημασίας, να θεωρηθεί, όταν είναι υποχρεωτική, ως επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (βλ. Schmidt κατά Γερμανίας της 05.01.2006 (dec.), αριθ. προσφ. 32352/02).
Μια τέτοια επέμβαση συνιστά παραβίαση του άρθρου 8, εκτός εάν μπορεί να δικαιολογηθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της διάταξης, ως «προβλεπόμενη από το νόμο», ως επιδίωξη ενός ή περισσότερων από τους νόμιμους σκοπούς που απαριθμούνται σε αυτήν και ως αναγκαία «σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή σκοπών (βλ. Peruzzo και Martens κατά Γερμανίας της 04.06.2013 (dec.), αριθ. προσφ. 7841/08 και 57900/12 § 34).
Το Δικαστήριο επεσήμανε την πάγια νομολογία του ότι η φράση «προβλεπόμενη από τον νόμο» σημαίνει ότι το επίμαχο μέτρο πρέπει να έχει βάση στο εσωτερικό δίκαιο και να είναι συμβατό με το κράτος δικαίου, το οποίο αναφέρεται ρητά στο προοίμιο της Σύμβασης και είναι σύμφυτο με το αντικείμενο και τον σκοπό του άρθρου 8. Ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς προσιτός και προβλέψιμος, δηλαδή να διατυπώνεται με επαρκή ακρίβεια, ώστε να επιτρέπει στο άτομο – εν ανάγκη με τη συνδρομή δικηγόρου – να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του. Για να θεωρηθεί ότι πληροί τις απαιτήσεις αυτές, πρέπει να παρέχει επαρκή προστασία από την αυθαιρεσία και, κατά συνέπεια, να ορίζει με επαρκή σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας που ανατίθεται στις αρμόδιες αρχές (βλ. Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 02.08.1984 §§ 66-68, Rotaru κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. 28341/95 § 55και Amann κατά Ελβετίας [GC], αριθ. 27798/95, § 56).
Ο βαθμός ακρίβειας που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία – η οποία δεν μπορεί, άλλωστε, να καλύψει κάθε ενδεχόμενο – εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το περιεχόμενο του εν λόγω κειμένου, τον τομέα που προορίζεται να καλύψει και τον αριθμό και την ποιότητα των αποδεκτών του (βλ. Hassan και Tchaouch κατά Βουλγαρίας [GC], αριθ. προσφ. 30985/96 § 84).
Το ΕΔΔΑ τόνισε επίσης ότι, ακόμη και όταν ένα μέτρο δεν υποκινείται από θεραπευτική ανάγκη, το άρθρο 8 δεν απαγορεύει αυτό καθαυτό τη χρήση ιατρικής παρέμβασης παρά τη θέληση του υπόπτου προκειμένου να αποκτηθούν αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή του σε αδίκημα. Κατά συνέπεια, τα όργανα της Σύμβασης έχουν επανειλημμένα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λήψη αίματος ή σάλιου παρά τη θέληση του υπόπτου κατά τη διάρκεια της έρευνας για αδίκημα δεν παραβιάζει τα άρθρα αυτά υπό τις περιστάσεις των υπό εξέταση περιπτώσεων (βλ. Jalloh κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 54810/00 § 70).
Εξετάζοντας τα ανωτέρω κριτήρια, το Δικαστήριο έκρινε τελικά ότι η παρέμβαση δεν ήταν «προβλεπόμενη από το νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2, δεδομένου ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις έπρεπε να είναι «προβλέψιμες ως προς τα αποτελέσματά τους» για τις προσφεύγουσες.
Οι εκτιμήσεις αυτές αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος των προσφευγουσών για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής δεν ήταν «προβλεπόμενη από το νόμο». Αυτό απαλλάσσει το Δικαστήριο από την εξέταση του κατά πόσον η πράξη που συνιστά την παρέμβαση επιδίωκε «νόμιμο σκοπό» και ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης.
Συνεπώς, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 όσον αφορά τις προσφεύγουσες 1 και 6 της προσφυγής ΜΕ αριθ. 71555/12.
Φερόμενη παραβίαση του άρθρου 8 σε σχέση με τη δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων των προσφευγουσών.
Οι προσφεύγουσες θεώρησαν ότι ο εισαγγελέας δεν αιτιολόγησε στην υπ’ αριθ. 23/2012 διάταξη την διαταγή για δημοσίευση των προσωπικών τους δεδομένων, ούτε εξέτασε αν το μέτρο ήταν αναγκαίο. Από τα ανωτέρω συνάγουν ότι η επίμαχη επέμβαση δεν προβλεπόταν από τον νόμο.
Θεώρησαν ότι οι αρχές θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να αναζητήσουν εναλλακτική λύση στη δημοσίευση των προσωπικών τους δεδομένων, εξηγώντας ότι το δημόσιο συμφέρον δεν είχε σταθμιστεί έναντι της προστασίας του απορρήτου των ευαίσθητων δεδομένων και της υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει το δικαίωμα τους στο σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής. Αναφερόμενοι στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Z. κατά Φινλανδίας (25 Φεβρουαρίου 1997 § 95), παρατήρησαν ότι η δημοσίευση της οροθετικής τους κατάστασης δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί και ότι ο εισαγγελέας δεν μπορούσε νομίμως να συμπεριλάβει τέτοια ευαίσθητα δεδομένα στα μέτρα δημοσίευσης που διατάχθηκαν.
Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου συνοψίζεται στις αποφάσεις Frâncu (§§ 51-56), C.C. κατά Ισπανίας της 06.10.2009 (αριθ. 1425/06 §§ 31-34) και Margari κατά Ελλάδας της 20.06.2023 (αριθ. 36705/16 §§ 46-49 και 56).
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην παρούσα υπόθεση τα μέρη συμφώνησαν ότι η δημοσίευση των δεδομένων των προσφευγόντων συνιστούσε επέμβαση στο δικαίωμά τους για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής σύμφωνα με το άρθρο 8. Επομένως, έπρεπε να προσδιοριστεί αν η επέμβαση δικαιολογείται βάσει της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η επίμαχη επέμβαση «προβλεπόταν από τον νόμο», καθώς η νομική βάση για το επίμαχο μέτρο ήταν το άρθρο 2 στοιχεία α) και β) και το άρθρο 3 § 2 στοιχείο β) του ν. 2472/1997, όπως δήλωσε ο εισαγγελέας στις με αριθμ. 23/2012 και 27/2012 παραγγελίες. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν βρήκε καμία βάση για να συμπεράνει ότι το εν λόγω μέτρο δεν ήταν σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο ή ότι τα αποτελέσματα της σχετικής νομοθεσίας δεν ήταν επαρκώς προβλέψιμα ώστε να πληρούν την απαίτηση ποιότητας που συνεπάγεται η έκφραση «προβλέπεται από το νόμο» στο άρθρο 8 § 2.
Όσον αφορά τον νόμιμο σκοπό, οι διατάξεις ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι το μέτρο αποσκοπούσε στην προστασία της κοινωνίας, δεδομένου ότι ήταν πιθανό να συμβάλει στην ανακάλυψη παρόμοιων πράξεων που διέπρατταν οι κατηγορούμενες σε βάρος των πελατών τους και να τους ενθαρρύνει να υποβληθούν σε εξέταση για τον ιό HIV. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση αποσκοπούσε επομένως στην «προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων».
Το Δικαστήριο έπρεπε, επομένως, να εξακριβώσει αν η επέμβαση που καταγγέλλουν οι προσφεύγουσες, δηλαδή η δημοσιοποίηση της ταυτότητας και των φωτογραφιών τους, στο μέτρο που συνδέονται με την κατάσταση της υγείας τους, ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού, δηλαδή αν οι λόγοι που προέβαλαν τα εθνικά δικαστήρια για να τη δικαιολογήσουν ήταν συναφείς και επαρκείς και αν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στην υπόθεση Margari κατά Ελλάδος, η οποία αφορούσε περιστάσεις παρόμοιες, αλλά όχι ταυτόσημες, με εκείνες της παρούσας υπόθεσης, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8, κρίνοντας ότι η δημοσιοποίηση, βάσει της ίδιας εθνικής νομοθεσίας, της φωτογραφίας της προσφεύγουσας μαζί με αναφορά στις κατηγορίες που της αποδίδονται, δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι το μέτρο δεν συνοδευόταν από κατάλληλες και επαρκείς εγγυήσεις, δεδομένου ότι η απόφαση για τη δημοσίευση των στοιχείων της προσφεύγουσας δεν της είχε κοινοποιηθεί, ότι δεν μπορούσε να ακουστεί πριν από τη λήψη της απόφασης που την αφορούσε ούτε να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης μετά την έκδοση της και ότι οι πληροφορίες που διαδόθηκαν σχετικά με τις κατηγορίες ήταν ασαφείς.
Το Δικαστήριο δεν βρήκε κανένα λόγο να παρεκκλίνει στην παρούσα υπόθεση από το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στην εν λόγω υπόθεση όσον αφορά την εφαρμογή του Ν. 2472/1997, ιδίως δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά δεδομένα σχετικά με τον ιό HIV, τα οποία είναι από τη φύση τους ιδιαίτερα ευαίσθητα.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η παρέμβαση αυτή μπορούσε να συμβιβαστεί με το άρθρο 8 μόνο εάν αποσκοπούσε στην προστασία μιας επιτακτικής πτυχής του δημόσιου συμφέροντος και ότι τα μέτρα αυτού του είδους που λαμβάνονται χωρίς τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου απαιτούν τον πιο αυστηρό έλεγχο εκ μέρους του Δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. 23/2012 διάταξης, τα ονόματα και οι φωτογραφίες των προσφευγουσών, καθώς και η πληροφορία ότι ήταν οροθετικές, αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα της αστυνομίας και στη συνέχεια διαδόθηκαν από τα ΜΜΕ.
Παρατήρησε, ωστόσο, ότι ο Εισαγγελέας δεν εξέτασε στην διάταξη κατά πόσον θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα στην προκειμένη περίπτωση για να εξασφαλιστεί η μικρότερη έκθεση των προσφευγουσών. Περιορίστηκε στο να διατάξει τη δημοσίευση των εν λόγω δεδομένων χωρίς να εξετάσει την ιδιαίτερη κατάσταση καθεμιάς από τις προσφεύγουσες ή να εκτιμήσει τις συνέπειες που η εν λόγω δημοσίευση θα μπορούσε να έχει σε αυτές.
Ο εισαγγελέας δεν εξέτασε επίσης αν η διάδοση, στην περιοχή όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα, μιας γενικής ανακοίνωσης που απλώς ανέφερε τη σύλληψη των οροθετικών ιερόδουλων θα μπορούσε να είναι αρκετή για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Πράγματι, εάν οι εγχώριες αρχές επεδίωκαν να προστατεύσουν τη δημόσια υγεία και, ειδικότερα, την υγεία των ατόμων που είχαν, σε οποιαδήποτε στιγμή, σχέσεις με τις προσφεύγουσες, δεν υπάρχει τίποτα που να υποδεικνύει ότι το προαναφερθέν μέτρο δεν θα είχε επιτύχει τον επιδιωκόμενο στόχο, ενώ θα είχε λιγότερες επιπτώσεις στην ιδιωτική ζωή των ενδιαφερομένων. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν μπορούσαν νομίμως να ακουστούν από τον εισαγγελέα προτού αυτός αποφανθεί σχετικά με τη δημοσιοποίηση των δεδομένων τους, ούτε μπορούσαν, αφού είχε εκδοθεί η διάταξη, να ασκήσουν προσφυγή κατά αυτής με σκοπό την επανεξέτασή της από τον εισαγγελέα Εφετών. Η εν λόγω προσφυγή εισήχθη στην εσωτερική νομοθεσία μόνο μετά τα γεγονότα που προκάλεσαν τις παρούσες προσφυγές.
Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν ακόμη περισσότερο στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που διαδόθηκαν αφορούσαν την οροθετική κατάσταση των προσφευγουσών, η αποκάλυψη της οποίας θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή τους και την κοινωνική και επαγγελματική τους κατάσταση, εκθέτοντάς τους σε στιγματισμό και κίνδυνο αποκλεισμού. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει υπόψη του ότι, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώθηκαν στην εγκύκλιο του Υπουργού Υγείας, ενώ οι ιερόδουλες συγκαταλέγονταν στις κοινωνικές ομάδες για τις οποίες επιτρεπόταν κατ’ εξαίρεση η εξέταση για τον ιό, δεν περιλαμβάνονταν, από την άλλη πλευρά, στις περιπτώσεις που δικαιολογούσαν εξαίρεση από τον κανόνα του απορρήτου όσον αφορά τις εξετάσεις. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι η απόφαση του Εισαγγελέα να δημοσιεύσει τα ευαίσθητα αυτά δεδομένα που αφορούσαν τις προσφεύγουσες επικρίθηκε από πολλές εγχώριες ενώσεις και οργανώσεις, μεταξύ των οποίων ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίες τόνισαν ότι η δημοσίευση αυτή ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα και τις αρχές του ιατρικού απορρήτου και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής.
Οι ανωτέρω σκέψεις ήταν αρκετές ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγουσών για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής που αναφέρεται στους αριθμούς 1, 2, 6 και 7 της προσφυγής υπ’ αριθ. 71555/12, η οποία προκλήθηκε από την εισαγγελική διάταξη, δεν ήταν επαρκώς δικαιολογημένη υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους νόμιμους σκοπούς.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 όσον αφορά τις προσφεύγουσες που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 6 και 7 της προσφυγής υπ’ αριθ. 71555/12.
Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε: παραβίαση του άρθρου 8 όσον αφορά την αιμοληψία για τις προσφεύγουσες με αριθμούς 1 και 6 της προσφυγής υπ’ αριθ. 71555/12, παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης όσον αφορά τη δημοσίευση των δεδομένων των προσφευγουσών για τις προσφεύγουσες αριθμούς 1, 2, 6 και 7 της προσφυγής υπ’ αριθ. 71555/12. Επίσης κήρυξε απαράδεκτη την καταγγελία βάσει του άρθρου 8 σχετικά με τη δημοσίευση των δεδομένων των προσφευγουσών όσον αφορά την προσφεύγουσα με αριθμό 1 της προσφυγής υπ’ αριθμ. 48256/13.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)
Το ΕΔΔΑ επιδίκασε σε καθεμία από τις προσφεύγουσες με αριθμούς 1 και 6 της υπ’ αριθμ. 71555/12 προσφυγής το ποσό των 20.000 ευρώ και σε καθεμία από τις προσφεύγουσες 2 και 7 της ίδια προσφυγής το ποσό των 15.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΠΗΓΗ:ECHRCASELAW.COM