1.Καταχρηστική Άσκηση Αγωγής περί Κλήρου

   Η  επί μακρόν αδράνεια του δικαιούχου συνοδευόμενη και από ειδικές περιστάσεις θεμελιώνει ένσταση καταχρηστικότητας του ΑΚ 281

 

2.Η παρεμπίπτουσα κρίση επί των αξιώσεων εκ των αρθρ. 1880 και 304 ΑΚ για την κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος

    δεν παράγει Δεδικασμένο ως προς την ιδιότητά του ως νόμιμου μεριδούχου για την αγωγή περί κλήρου

 

3.Δεν απαιτείται το Εφετείο να κάνει ιδιαίτερη μνεία σε κάθε αποδεικτικό μέσο

   Αρκεί να προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε το σύνολο των νομίμων αποδεικτικών μέσων

 

4. Απόδειξη κατά τη διάταξη του άρ. 341 ΚΠολΔ

    Παραδεκτή προβολή λόγων αναιρέσεως

 

5. ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

 

Καταχρηστική Άσκηση Αγωγής περί Κλήρου

 Η  επί μακρόν αδράνεια του δικαιούχου συνοδευόμενη και από ειδικές περιστάσεις θεμελιώνει Ένσταση Καταχρηστικότητας

του ΑΚ 281

 

Η παρεμπίπτουσα κρίση επί των αξιώσεων εκ των αρθρ. 1880 και

304 ΑΚ για την κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος

δεν παράγει Δεδικασμένο ως προς την ιδιότητά του

ως νόμιμου μεριδούχου για την αγωγή περί κλήρου

 

Δεν απαιτείται το Εφετείο να κάνει ιδιαίτερη μνεία

σε κάθε αποδεικτικό μέσο

Αρκεί να προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε το σύνολο

των νομίμων αποδεικτικών μέσων

 

Απόδειξη κατά τη διάταξη του άρ. 341 ΚΠολΔ

Παραδεκτή προβολή λόγων αναιρέσεως

 

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

 

1)Απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ- η επί μακρόν αδράνεια του δικαιούχου συνοδευόμενη και από ειδικές περιστάσεις θεμελιώνει ένσταση καταχρηστικότητας του ΑΚ 281

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά τη διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ’ αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ κατ’ αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 645/2016, ΑΠ 860/2018). Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη.

Εν προκειμένω, ορθώς το Εφετείο έκανε δεκτή την ένσταση καταχρηστικότητας δεδομένου ότι στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά από τα οποία διαφαίνεται ότι η ενάγουσα, καθόλο το χρονικό διάστημα των δέκα επτά ετών από το θάνατο του πατέρα της και των δεκατριών ετών από το θάνατο της μητέρας της, επέδειξε πλήρη αδράνεια και αδιαφορία, ουδέποτε αξίωσε με οποιονδήποτε τρόπο, δικαστικό ή εξώδικο, κληρονομικό δικαίωμα, ούτε αμφισβήτησε το κύρος της επίμαχης διαθήκης, αν και ήταν σε θέση λόγω της πολύ καλής οικονομικής της κατάστασης, να προβεί έγκαιρα στην άσκηση του δικαιώματος της για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, δημιουργώντας με την ξεκάθαρη αυτή συμπεριφορά της την εύλογη, σε κάθε περίπτωση, και δικαιολογημένη πεποίθηση στον αντίδικο, αδελφό της, ότι έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα της αυτό, όπως άλλωστε, είχε δεσμευτεί ήδη σε χρόνο προ του θανάτου του κληρονομούμενου – πατέρα τους και αρκέσθηκε σε ό,τι της άφησε ο τελευταίος ως προίκα.

 

2) Απορριπτέος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης- Η παρεμπίπτουσα κρίση επί των αξιώσεων εκ των αρ. 1880 και 304 ΑΚ για την κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την ιδιότητά του ως νόμιμου μεριδούχου για την αγωγή περί κλήρου

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος (ΑΠ 1710/2012). Οι από τα άρθρα 1880 και 304 ΑΚ αξιώσεις του κληρονόμου κατά του νομέα της κληρονομιάς για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομιάς και την τύχη των κληρονομιαίων καθώς και για την εγχείριση καταλόγου των στοιχείων της κληρονομιάς συνιστούν παρεπόμενες και επιβοηθητικές αξιώσεις της κυρίας περί κλήρου αγωγής, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν ταυτόχρονα με τη κυρία (περί κλήρου) αγωγή ή με χωριστό δικόγραφο• υποκείμενο δε των παρεπομένων αυτών αξιώσεων είναι ο ισχυριζόμενος ότι είναι φορέας του κληρονομικού δικαιώματος για τη νομιμοποίηση του οποίου ΑΡΚΕΙ Η ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ υπό την έννοια της συγγενικής σχέσης με τον κληρονομούμενο (ΑΠ 298/2013, ΑΠ 1638/2005). Η διάγνωση με τελεσίδικη απόφαση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος των εν λόγω αξιώσεων σε καμία περίπτωση ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ως προκριματικώς και παρεμπιπτόντως αναγκαίως κριθέν ζήτημα, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα 324 και 331 του ΚΠολΔ, με τη διάγνωση της αξίωσης του νόμιμου μεριδούχου για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, αφού με την πρώτη (τελεσίδικη απόφαση των παραπάνω αξιώσεων) κρίνεται παρεμπιπτόντως η κληρονομική ιδιότητα του ενάγοντος στο μέτρο, και μόνο, που αρκεί για τη νομιμοποίησή του για την άσκηση των εν λόγω αξιώσεων, χωρίς να παράγεται δεδικασμένο στην περί κλήρου αγωγή για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας.

Εν προκειμένω, δε θεμελιώνεται παράβαση δεδικασμένου από την απόρριψη από το Εφετείο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου από την 120/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 18/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, και αμετάκλητη με την 1638/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, για το κληρονομικό της δικαίωμα στην κληρονομιά των γονέων της Ι. (Κ.) και Ν. Κ., οι οποίες εξεδόθησαν επί αγωγών της για αξιώσεις της σύμφωνα με τα άρθρα 1880 και 304 ΑΚ.

 

3)Απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Εξάλλου, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα μέσα αυτά, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016). Από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ. 1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3, και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ , όπως ίσχυαν πριν το ν. 2915/2001 προκύπτει ότι επί υπόθεσης δικαζομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό, ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 860/2011).

Εν προκειμένω, ο λόγος αναιρέσεως περί μη συνεκτίμησης αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο είναι απορριπτέος διότι καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις κρίσιμες ένορκες βεβαιώσεις (ως δικαστικά τεκμήρια) και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, πρόκειται για υπόθεση (αγωγή από 16.02.1999) Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία, όπως δε προκύπτει από το αντίγραφο αυτής, στο τέλος της πράξης κατάθεσης αυτής με αριθ. 52/19-2-1999, υπάρχει πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, διότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής, ενώ επί της ένδικης υπόθεσης τηρήθηκε η εν λόγω διαδικασία και εκδόθηκε η προαναφερόμενη 228/1999 κατά ένα μέρος οριστική και προδικαστική απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και, συνεπώς, η προσκομισθείσα με επίκληση το πρώτο ενώπιον του Εφετείου …/19-1-2017 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της αναιρεσείουσας ενώπιον Συμβολαιογράφου και μετά προηγούμενης κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

 

4)Αλυσιτελείς οι λόγοι αναιρέσεως των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι η αγωγή απορρίφθηκε ως καταχρηστική και δεν επιδρούν στο διατακτικό της κρίσεις για αξιώσεις παρεπόμενες της κύριας αξίωσης

Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ’ ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ω αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό της που στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).

Εν προκειμένω, οι λόγοι των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τις κρίσεις του Εφετείου σχετικά με την αοριστία της προβληθείσας από αυτήν αντένστασης διακοπής παραγραφής της αξίωσής της για απόδοση μερισμάτων των κληρονομιαίων μετοχών των ετών 1985-1992, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελείς, αφού η ένδικη αγωγή περί κλήρου, που αφορά και τις κληρονομιαίες μετοχές, απορρίφθηκε ως καταχρηστική, και οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, αναφορικά με αξιώσεις, παρεπόμενες της κύριας αξίωσης (απόδοση ωφελημάτων- καρπών), δεν επιδρούν στο διατακτικό της. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι, ο μεν δέκατος έβδομος, από τον αριθ. 1, ως αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται για το ορισμένο ποιες είναι οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και ποιο το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 259/2019)• ο δε δέκατος όγδοος, από τον αριθ. 19, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ’ ουσίαν έρευνα της αντένστασης, αλλά την απέρριψε ως αόριστη, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/1997).

 

5) Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης αν δεν είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006). Περαιτέρω, και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 386/2017) και εκείνον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 (α) ΚΠολΔ (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1215/2014).

 

 

Απόφ. ΑΠ….

AAAAA ΝΕΟ ΓΙΑ NEWSLETTER gia site 41 1 1BANNER-LINKEDIN

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας