Αρχική Νομολογία Υπαιτιότης - Συνυπαιτιότης Μη ενεργοποίηση πλευρικού αερόσακου και των προεντατήρων της Ζώνης Ασφαλείας (1) Θανάσιμος τραυματισμός οδηγού Ευθύνη κατασκευάστριας εταιρίας και της αντιπροσωπείας που εκτελούσε την συντήρηση του οχήματος Απόφ. ΑΠ 500/2010

Μη ενεργοποίηση πλευρικού αερόσακου και των προεντατήρων της Ζώνης Ασφαλείας (1) Θανάσιμος τραυματισμός οδηγού Ευθύνη κατασκευάστριας εταιρίας και της αντιπροσωπείας που εκτελούσε την συντήρηση του οχήματος Απόφ. ΑΠ 500/2010

Το ελάττωμα του συστήματος αερόσακου υφίστατο από το χρόνο παραγωγής του οχήματος. Το σύστημα αερόσακων του συγκεκριμένου αυτοκινήτου γενικότερα είχε παρουσιάσει πρόβλημα και πριν το ατύχημα, οδηγήθηκε δε για το λόγο αυτό στο συνεργείο της δεύτερης εναγομένης (αντιπροσωπείας & πωλήτριας εταιρίας). Οι προστηθέντες από αυτήν υπάλληλοι – τεχνικοί της επιδιόρθωσαν ένα φις που δεν έκανε καλή επαφή στο δεξιό αερόσακο, χωρίς όμως να προβούν σε ευρύτερο και γενικότερο έλεγχο των σχετικών συστημάτων, ώστε να εντοπίσουν και να διορθώσουν και το ως άνω ελάττωμα στο σύστημα του αριστερού αερόσακου. 

Υπαιτιότητα της κατασκευάστριας εταιρίας για τον θάνατο του οδηγού, λόγω της ύπαρξης του ελαττώματος του αριστερού πλευρικού αερόσακου από τον χρόνο παραγωγής του οχήματος, και της παράλειψης της να δοθούν εντολές στους τεχνικούς- υπαλλήλους της, προς έλεγχο όλων των συστημάτων ασφαλείας κάθε αυτοκινήτου ώστε να εξασφαλισθεί η κανονική λειτουργία τους μετά την τοποθέτηση τους σ’ αυτό, αλλά και η επιδιόρθωση όσων τυχόν παρουσίαζαν ελάττωμα σε αυτά τα συστήματα. Η παράλειψη αυτού του ελέγχου αποτελεί παραβίαση της γενικής υποχρέωσης της κατασκευάστριας εταιρίας ως παραγωγού για πρόνοια, την οποία ευλόγως και κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη όφειλε να επιδείξει στα πλαίσια της καλόπιστης εκπλήρωσης των παροχών της, ενόψει μάλιστα και του προορισμού των σχετικών συστημάτων ασφαλείας που αποσκοπούν στην κατά το δυνατό διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας και ζωής των χρηστών των αυτοκινήτων σε περίπτωση ατυχήματος
Υπαιτιότητα και των προστηθέντων τεχνικών του συνεργείου της συντήρησης αυτοκινήτων, οι οποίοι επίσης δεν κατέβαλαν κατά τον έλεγχο του ανωτέρω οχήματος, κατά τα περιοδικά σέρβις του, αλλά και όταν αυτό προσήχθη σ’ αυτούς για πρώτη φορά με πρόβλημα εντοπισμένο στο σύστημα αερόσακων, την επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να επιδείξουν οι μέσοι συνετοί τεχνικοί, ώστε να εντοπίσουν και το εκδηλωθέν κατά το ατύχημα ελάττωμα.


Αναιρετική Διαδικασία
Κανόνες Συναλλακτικής πίστης & Έννοια
Υποχρεώσεις πωλητού αυτοκινήτου
αναφορικά με την συντήρηση και τον τεχνικό έλεγχο οχήματος

Η καλή πίστη είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία οφείλει να επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος και συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και άρα, κανόνα δικαίου. 
Υπό την έννοια αυτή, ιδρύεται υποχρέωση του πωλητού αυτοκινήτων, αναλαμβάνει συμβατικώς την συντήρηση και την διενέργεια τακτικών ελέγχων για την ασφαλή λειτουργία του, οχήματος, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά. 
Στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας του προϊόντος αλλά ΚΑΙ η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών. 
Η υπαίτια παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, υπό την προϋπόθεση ότι η ζημία συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράλειψη.
Η κρίση περί του αν ένα ορισμένο γεγονός μπορεί να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. 



Ζώνη Ασφαλείας – Έλλειψη
Ένσταση Συντρέχοντος πταίσματος – Απορριπτέα (2)

Το σώμα του οδηγού κρίθηκε ότι λόγω της αδράνειάς του σε σχέση με την κίνηση του οχήματος κινήθηκε προς την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και προσέκρουσε σ’ αυτήν στο σημείο της μεγάλης της παραμόρφωσης στο ύψος του θώρακος. Έτσι προκλήθηκαν οι βαρύτατες κακώσεις του θώρακος και η προκληθείσα εσωτερική μαζική αιμορραγία, εξ ης επήλθε ο θάνατος του οδηγού. 
Συνεπώς απορριπτέα ως αβάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού, που προέβαλαν οι εναγόμενες εταιρείες, στηριζόμενες στο γεγονός ότι ο οδηγός δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας.



Ψυχική Οδύνη 280.000 ευρώ
Για τον θάνατο 22ετούς – επιμεριζόμενη :

Ανά 100.000 ευρώ σε καθένα από τους γονείς
80.000 ευρώ στην αδελφή


Δικονομικά Θέματα
Πρόσθετοι Λόγοι Αναιρέσεως

Ασκούνται με δικόγραφο που πρέπει να κατατεθεί στην γραμματεία του δικαστηρίου και να κοινοποιηθεί στους διαδίκους, τουλάχιστον τριάντα ημέρες προ της αρχικής ορισθείσας δικασίμου (άρθρ. 568 παρ.2 ΚΠολΔ).
Η αυτή προθεσμία ισχύει και σε περίπτωση τυχόν ματαιώσεως ή αναβολής της συζητήσεως. 
Η μη κοινοποίηση του δικογράφου προ της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων για έλλειψη προδικασίας.


Αοριστία Δικογράφου της Αγωγής
Λόγοι Αναιρέσεως

Η νομική αοριστία της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ’ όσα απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. 
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. 
Η αοριστία της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως (άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), 
Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκαν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει την αοριστία της αγωγής με λόγο εφέσεως.


Απόφ. ΑΠ 500/2010
Πρόεδρος : Ιωάννης Παπανικολάου
Εισηγητής : Ιωάννης Σιδέρης
Μέλη : Γεώργιος Χρυσικός – Νικόλαος Λεοντής – Γεώργιος Γεωργέλλης
Δικηγόροι : Ζήσης Φασούλας & Δημήτριος Κωστής


Σχόλια & Παρατηρήσεις

1) Μη ενεργοποίηση πλευρικού αερόσακου και των προεντατήρων της Ζώνης Ασφαλείας 

Εύγε στην Δικαιοσύνη μας που απένειμε δίκαιο, μετά από πλήρη διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος, αναλύοντας τεχνικά ζητήματα που ανάγονται στην λειτουργία των σχετικών σύγχρονων συστημάτων ασφαλείας που χρησιμοποιούνται από τις αυτοκινητοβιομηχανίες και αποσκοπούν στην κατά το δυνατό διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας και ζωής των χρηστών των αυτοκινήτων σε περίπτωση ατυχήματος. Ενδεικτικός είναι και ο λυσσαλέος αγώνας που κατέβαλαν, η κατασκευάστρια εταιρία και η αντιπροσωπεία αυτής, που είχε αναλάβει τον τεχνικό έλεγχο και την συντήρηση του βλαβέντος οχήματος, για να αποσείσουν τις ευθύνες τους. Το Εφετείο ήχθη στην λίαν εμπεριστατωμένη κρίση του, (επικυρωθείσα και από το Ανώτατο Ακυρωτικό μας Δικαστήριο – με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση), με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Ενδεικτικά οι ενστάσεις περί μη υπάρξεως ελαττώματα στηρίχθηκαν σε δοκιμές που πραγματοποίησαν στο αυτοκίνητο, οι ανωτέρω εναγόμενες εταιρίες, αφού αντικατέστησαν με νέα τα βλαβέντα από τη σύγκρουση σχετικά όργανα και ειδικότερα αφού τοποθέτησαν νέους εγκέφαλο αερόσακου και αισθητήρα πλευρικού αερόσακου και αφού επιδιόρθωσαν τη φίσα του προεντατήρα ζώνης. Με την μέθοδο αυτή προσπάθησαν να εξομοιώσουν τις προϋπάρχουσες του ατυχήματος συνθήκες και ιδιότητες του συστήματος. 
Η διαγνωστική αυτή μέθοδος ΚΡΙΘΗΚΕ από το δικαστήριο ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΗ καθότι, κατ’ αυτήν τίθεται αυθαιρέτως η προϋπόθεση ότι τα βλαβέντα από το ατύχημα εξαρτήματα του αυτοκινήτου ήταν στην ίδια μη ελαττωματική κατάσταση που είχαν τα νέα εξαρτήματα, τα οποία τοποθετήθηκαν στη θέση τους, οι δε συνδέσεις μεταξύ τους και τοποθετήσεις, που έγιναν εκ νέου κατά την απόπειρα προσομοίωσης, ήταν επίσης στην ίδια κατάσταση στο αυτοκίνητο πριν το ατύχημα.


2) Ζώνη Ασφαλείας & Έλλειψη & Ένσταση Συντρέχοντος Πταίσματος

Μετά από πλήρη και ενδελεχή ανάλυση των συνθηκών της εκτροπής του οχήματος και των ιατροδικαστικών ευρημάτων το δικαστήριο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στην απόρριψη της σχετικής ενστάσεως περί μη χρήσης ζώνης ασφαλείας.
Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι το σώμα του οδηγού λόγω της αδράνειάς του σε σχέση με την κίνηση του οχήματος κινήθηκε προς την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και προσέκρουσε σ’ αυτήν στο σημείο της μεγάλης της παραμόρφωσης στο ύψος του θώρακος. Ο θάνατος επήλθε από τις κακώσεις που εξωτερικά προκλήθηκαν στην αριστερή πλευρά του σώματος του οδηγού, ενώ δεν αναφέρεται οποιοδήποτε εύρημα σοβαρών πληγμάτων του στη δεξιά πλευρά του σώματος.
Ομοίως απορριπτέα κρίνεται από την νομολογία μας η σχετική ένσταση εν όψει της σφοδρότητας της συγκρούσεως και των διαφόρων σημείων των σωματικών βλαβών, εκτός κεφαλής. Βλ. Εφ.Αθ. 3987/1998 ΕΣυγκΔ 2000/327, Εφ.Αθ. 1183/2003 ΣΕΣυγκΔ 2003/565, Εφ.Αθ. 6904/2007 ΕΣυγκΔ 2009/50, ΕΔφ.Αθ.206/2009 ΕΣυγκΔ 2009/86 Εφ.Αθ. 4734/2009 ΕΣυγκΔ 2009/506, ΑΠ 176/2009 ΕΣυγκΔ 2010/20, Εφ.Αθ.3817/2009 ΕΣυγκΔ 2010/29, Μον.Πρ.Λαρ. 169/2009 ΕΣυγκΔ 2010/47.
Κατά την προβολή της σχετικής ενστάσεως για έλλειψη Ζώνης Ασφαλείας απαιτείται η σχετική ένσταση να περιέχει ορισμένο αίτημα για την μείωση της αποζημιώσεως. Βλ. ΑΠ 53/2006 ΣΕΣυγκΔ 2006/347




Κείμενο Απόφ. ΑΠ 500/2010

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο κατόπιν ματαιώσεως ή αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως κατ’ αρθ. 575 ΚΠολΔ. Η μη κοινοποίηση του δικογράφου προ της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων για έλλειψη προδικασίας (Ολ. Α.Π.143/1984). Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 2.11.2009, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε. Ακολούθως με την από 10-11-2009 κλήση των αναιρεσιβλήτων ορίστηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο της 1.2.2010. Το από 1.9.2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την έκθεση του γραμματέως, στις 3.9.2008, κοινοποιήθηκε όμως στους αναιρεσιβλήτους, όπως τούτο προκύπτει από τις …, …, και …εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, στις 30.12.2009, ήτοι εκπροθέσμως και όχι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της 2.11.2009. Έτσι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει, κατά το άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.

ΙΙ). Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ’ όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (Α.Π. 1/1987 ΟΛ, Α.Π 1316/1987). Εξάλλου με τα άρθρα 520 παρ.1 και 533 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της έφεσης, καθώς και ότι το Εφετείο, αν κρίνει παραδεκτή την έφεση, εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι όταν έγινε δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή και ασκήθηκε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με τους λόγους εφέσεως, έστω κι αν προτάθηκε με τις προτάσεις του εκκαλούντος ή ήταν εξεταστέος αυτεπαγγέλτως, αφού αφενός μεν πρόταση νέου λόγου εφέσεως με τις προτάσεις δεν είναι παραδεκτή, (άρα ο ισχυρισμός δεν προτάθηκε “νομίμως”, στο Εφετείο, όπως απαιτεί η προπαρατεθείσα διάταξη), αφετέρου δε μόνο το γεγονός ότι ο μη προταθείς ισχυρισμός ήταν εξεταστέος αυτεπαγγέλτως δεν αρκεί για το παραδεκτό του επ’ αυτού στηριζομένου λόγου αναίρεσης, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις περιπτώσεις που αναφέρονται στην προπαρατεθείσα διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο λόγους του κυρίου δικογράφου, από τους αριθμ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έκρινε την αγωγή ορισμένη, ενώ έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, να την απορρίψει, λόγω νομικής, άλλως λόγω ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας. Οι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος που αναφέρονται στην αοριστία της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθ’ όσον η αναιρεσείουσα, η οποία είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, έπρεπε να προτείνει την αοριστία της αγωγής με λόγο εφέσεως, πλην όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε στο Εφετείο. 

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 914 Α.Κ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημιώσεως, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του πωλητού αυτοκινήτων, που στη συνέχεια αναλαμβάνει συμβατικώς την συντήρησή και την διενέργεια τακτικών ελέγχων για την ασφαλή λειτουργία του, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας αυτών και η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών. Η υπαίτια δε παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ` άρθρο 932 ΑΚ. Στις προϋποθέσεις για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης και συνεπώς υποχρεώσεως του υπαιτίου προς αποζημίωση του αδικηθέντος, περιλαμβάνονται η επέλευση ζημίας, και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ζημίας. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Το αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση όμως περί του αν ορισμένο γεγονός μπορεί καθ` εαυτό σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη ή κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. 
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο. Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, εν σχέσει με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, και εξουσία αυτού επί του προστηθέντος κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η πράξη αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της (ένσταση συντρέχοντος πταίσματος).

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989). Επίσης δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 11/1996, 12/1991). 

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: “….Η δεύτερη ενάγουσα και ο πατέρας της … αγόρασαν τον Απρίλιο του 1999, κατά 1/2 εξ’ αδιαίρετου ο καθένας τους, από τη δεύτερη εναγομένη εταιρία ένα προοριζόμενο για ιδιωτική χρήση επιβατικό αυτοκίνητο, παραγωγής της πρώτης εναγομένης κατασκευάστριας αυτοκινήτων εταιρίας, τύπου ΦΟΛΚΣΒΑΓΚΕΝ ΓΚΟΛΦ, κυβισμού 1595 κ.ε., αντί τιμήματος 5.960.000 δραχμών, το οποίο έλαβε αριθμό κυκλοφορίας…. Το αυτοκίνητο αυτό διέθετε σύστημα προστασίας αερόσακων και ειδικότερα, πέραν άλλων, εμπρόσθιο και αριστερό πλευρικό αερόσακους για τη θέση του οδηγού. Τη συντήρηση και τους ελέγχους του αυτοκινήτου πραγματοποιούσε η δεύτερη εναγομένη, η οποία διέθετε εξουσιοδοτημένο συνεργείο συντήρησης και επισκευής αυτοκινήτων του παραπάνω τύπο. Στις … το πρωί το αυτοκίνητο αυτό το οδηγούσε ο Θ1, ηλικίας 22 ετών, υιός των δύο πρώτων των εναγόντων και αδελφός της δεύτερης, κινούμενος επί της Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Όταν αυτός ευρίσκετο μεταξύ των χωριών …και …του νομού Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα διήνυε το … χιλιόμετρο της παραπάνω οδού περί ώρα 6.ΟΟ’ πρωινή το αυτοκίνητο εκτράπηκε από την πορεία του, εξήλθε του οδοστρώματος κινούμενο δεξιά και διαγωνίως επ’ αυτού και εισήλθε στους παρακείμενους της οδού αγρούς όπου κινήθηκε επ’ ολίγον και τελικώς ανετράπη. Κατά την πορεία αυτή δεν ενεργοποιήθηκε οποιοσδήποτε από τους αερόσακους που διέθετε. Ο οδηγός τραυματίσθηκε σοβαρά και αποβίωσε αυθημερόν, ενόψει των κακώσεων που υπέστη, στο νοσοκομείο όπου διαμετακομίσθηκε τελικώς… Μετά την εκτροπή του από το οδόστρωμα στους παρακείμενους αγρούς και μέχρι την ανατροπή του το αυτοκίνητο κινήθηκε επί 60 μέτρα περίπου με πλάγια ολίσθηση επί χωμάτινης επιφάνειας και προσέκρουσε κατ’ αρχήν σε θάμνους και δενδρύλια, στη συνέχεια δε σε δέντρο με πολλαπλούς κορμούς, με το οποίο ήλθε σε επαφή με την αριστερή του πλευρά. Αυτή η πρόσκρουση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και έντονη, δημιούργησε ζημίες σε όλη την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου από το οπίσθιο μέχρι το εμπρόσθιο φτερό με σαφώς όμως διακρινόμενο κύριο σημείο παραμόρφωσης αυτό το οπoίο βρίσκεται δίπλα αριστερά από το κάθισμα του οδηγού. Σε αυτό το σημείο προξενήθηκε το μεγαλύτερο βάθος της παραμόρφωσης του αριστερού μαρσπιέ. Η σφοδρότητα αυτής της πρόσκρουσης υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε στο συγκεκριμένο σημείο προκλήθηκαν και στρεβλώσεις της αριστερής μεσαίας και εμπροσθίας κολώνας, καθώς και της αριστερής πλευράς του δαπέδου, το οποίο παρουσίασε βαθούλωμα προς το εσωτερικό του αυτοκινήτου στη θέση του οδηγού. Επίσης το αριστερό ημιαξόνιο είχε βγει εντελώς από το σημείο σύνδεσής του με τον τροχό, η χαμηλή εγκάρσια ανάρτηση στην αριστερή πλευρά είχε βγει έξω από τον εσωτερικό της σύνδεσμο, η δε μπροστινή αριστερή πλευρά του επάνω συνδέσμου της αντιστρεπτικής ράβδου ήταν σπασμένη…. Το γεγονός όμως της συγκέντρωσης της παραμόρφωσης σε ένα κεντρικό σημείο και ειδικότερα ακριβώς στην αριστερή πλευρά του οδηγού, πέραν των μικρότερης έκτασης και σημασίας παραμορφώσεων που οφείλονται σε μικρότερης έντασης και σημασίας κτυπήματα και γδαρσίματα, καθώς και των παραμορφώσεων που οφείλονται στην ανατροπή που επακολούθησε, αποδεικνύεται πλήρως από τις ως άνω φωτογραφίες της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου και από τα υπόλοιπα προδιαλαμβανόμενα αποδεικτικά στοιχεία….
Στο εγχειρίδιο, που διανέμει η πρώτη εναγομένη, παραγωγός του αυτοκινήτου, στους αγοραστές αυτού, στη σελίδα 17 αναφέρεται ότι σε σοβαρές πλευρικές συγκρούσεις μειώνεται ο κίνδυνος τραυματισμού των μπροστινών επιβατών λόγω των πλευρικών αερόσακων. Αναφέρεται ακόμη ότι το σύστημα αερόσακου δεν αντικαθιστά τη ζώνη ασφαλείας, αλλά αντίθετα αποτελεί μέρος της συνολικής παθητικής ασφάλειας, που προσφέρεται, γι’ αυτό η αποτελεσματικότερη προστασία του συστήματος αερόσακου επιτυγχάνεται μόνο σε συνδυασμό με την πρόσδεση με τις ζώνες ασφαλείας. Τέλος στη σελίδα 19 αναφέρεται ότι: α) σε σοβαρές πλευρικές συγκρούσεις ενεργοποιείται ο πλευρικός αερόσακος, ότι σε ελαφρές μετωπικές και πλευρικές συγκρούσεις, συγκρούσεις στο πίσω μέρος ή σε περίπτωση ανατροπής δεν ενεργοποιείται το σύστημα αερόσακων, σε αυτές δε τις περιπτώσεις οι επιβάτες προστατεύονται από τις ζώνες ασφαλείας, β) καθοριστικό ρόλο για την ενεργοποίηση του συστήματος αερόσακου παίζει η πορεία της επιβράδυνσης που δημιουργείται κατά τη σύγκρουση και καταγράφεται από την ηλεκτρονική μονάδα. Ειδικότερα, αν η επιβράδυνση που δημιουργείται κατά τη σύγκρουση και καταγράφεται από τον εγκέφαλο διατηρείται σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές προδιαγραφής του εγκεφάλου, δεν ενεργοποιούνται οι αερόσακοι, παρ’ όλο που το αυτοκίνητο μπορεί λόγω του ατυχήματος να υποστεί μεγάλη παραμόρφωση. Σύμφωνα με αυτά, η παραγωγός πρώτη εναγομένη διαβεβαίωσε στο ως άνω ενημερωτικό εγχειρίδιο ότι σε σοβαρές πλευρικές συγκρούσεις θα ενεργοποιείτο το σύστημα πλευρικού αερόσακου, διατηρώντας ως μοναδική επιφύλαξη την περίπτωση κατά την οποία η επιβράδυνση του οχήματος από τη σύγκρουση (ή βεβαίως πρόσκρουση) θα ήταν χαμηλή. Οι εναγόμενες αποδίδουν το γεγονός της μη ενεργοποίησης του αριστερού πλευρικού αερόσακου της θέσης του οδηγού όχι σε ελαττωματική κατασκευή ή και λειτουργία του, αλλά σε χαμηλή επιβράδυνση του οχήματος κατά την πρόσκρουση στο δένδρο. Η πρόσκρουση αυτή ήταν, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, σοβαρή, οπότε πληρούται η μία από τις δύο προϋποθέσεις που έθεσε η ίδια η κατασκευάστρια για την ενεργοποίηση του πλευρικού αερόσακου. Επίσης πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση που έθεσε αυτή, διότι η επιβράδυνση του αυτοκινήτου από την προπεριγραφείσα πρόσκρουση ήταν, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικώς προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, μεγάλη. Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο συνεκτιμώντας, όχι μόνο τη σοβαρή παραμόρφωση του αυτοκινήτου και τον θανάσιμο τραυματισμό του επιβαίνοντος σ’ αυτό, αλλά και τα εξής γεγονότα, τα οποία είναι καθοριστικά ως προς το μέγεθος της επιβράδυνσης: α) Το αυτοκίνητο εξετράπη στους αγρούς κατ’ αρχήν με την ταχύτητα που είχε αναπτύξει επί του οδοστρώματος της εθνικής οδού, επί της οποίας δεν εντοπίσθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως. Τέτοια ίχνη, διαφορετικής βεβαίως χροιάς, δε φέρεται να ανιχνεύθηκαν ούτε στο χωμάτινο έδαφος. β) Η πορεία του αυτοκινήτου επί των αγρών συνεχίσθηκε για μικρή σχετικά απόσταση και συγκεκριμένα επί 60 μέτρα μόνον, τα οποία διανύθηκαν μέχρι την ανατροπή του, όπως αναφέρεται στο υπόμνημα επί του από ….σχεδιαγράμματος του ανθυπαστυνόμου …, που συνοδεύει τη σχετικώς συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος. Από αυτό το γεγονός αποδεικνύεται ότι η αναπτυχθείσα επί του οδοστρώματος ταχύτητα του οχήματος δεν εξασθένησε βαθμιαία λόγω του ότι αυτό διήνυσε μεγάλη απόσταση από το σημείο εκτροπής του. γ)Το έδαφος στο οποίο εξετράπη το αυτοκίνητο ήταν πρανές…., παρουσίαζε δηλαδή κατωφέρεια, γεγονός που όχι μόνο δεν μπορεί να συντελέσει στη μείωση της ταχύτητας, αλλά αντιθέτως βοηθά στη διατήρησή της. δ) Η σφοδρή πρόσκρουση σε σταθερό εμπόδιο και συγκεκριμένα στο δένδρο με τους πολλαπλούς κορμούς δε σταμάτησε μεν πλήρως την πορεία του αυτοκινήτου αλλά μείωσε απότομα την ταχύτητα του σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτό στη συνέχεια να ανατραπεί…. ε) Η μη πλήρης ακινητοποίηση του αυτοκινήτου είναι το συνήθως συμβαίνον στις πλευρικές συγκρούσεις (ή πλευρικές προσκρούσεις) και αυτό ήταν βεβαίως εις γνώσιν της κατασκευάστριας του αυτοκινήτου, όταν αυτή αναφερόταν στην αναμενόμενη σημαντική επιβράδυνση από τέτοιες συγκρούσεις ως προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του πλευρικού αερόσακου. στ) Η ένταση της παραμόρφωσης του αμαξώματος από τη σοβαρή πρόσκρουσή του στο δέντρο και η αντίδραση της ανατροπής του που επακολούθησε αποδεικνύει ότι η επιβράδυνση που είχε επιτευχθεί προηγουμένως από προσκρούσεις του σε θάμνους και δενδρύλια ήταν ασήμαντη και δεν είχε ως αποτέλεσμα να μειώσει την ταχύτητα της κίνησης του σε τέτοιο βαθμό ώστε η επιβράδυνση από την κρίσιμη πρόσκρουση να είναι χαμηλή….. 

Κατά το χρόνο του ως άνω συμβάντος το αυτοκίνητο είχε διανύσει 21.762 χιλιόμετρα και είχε συντηρηθεί και ελεγχθεί σύμφωνα με τις εντολές της κατασκευάστριάς του πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα σ’ αυτό είχαν πραγματοποιηθεί στο συνεργείο της δεύτερης εναγομένης, όπου το προσήγαγαν οι ιδιοκτήτες του, τα σέρβις που συνιστώνται για τα 7.500 και 15.000 χιλιόμετρα, ενώ το επόμενο σέρβις του προβλεπόταν να γίνει στα 22.500 χιλιόμετρα. Το σύστημα όμως αερόσακων του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, το οποίο αποτελούσε συστατικό αυτού προοριζόμενο να παράσχει μεγαλύτερη ασφάλεια στον οδηγό – χρήστη αυτού, και ειδικότερα το σύστημα του αριστερού πλευρικού αερόσακου του ήταν ελαττωματικό διότι δεν παρείχε την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ανωτέρω ειδικών συνθηκών και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία, καθώς και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε. Ο αριστερός αερόσακος, που μπορούσε ενόψει της προόδου της τεχνικής κατά το χρόνο παραγωγής του αυτοκινήτου να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στον οδηγό του αυτοκινήτου ενεργοποιούμενος σε σοβαρές πλευρικές από την αριστερή πλευρά συγκρούσεις, δεν ενεργοποιήθηκε υπό τις παραπάνω συνθήκες και παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων που έθεσε για την ενεργοποίησή του η κατασκευάστριά του πρώτη εναγομένη. Κατά την πρόσκρουση δεν ενεργοποιήθηκε ούτε ο προεντατήρας της ζώνης ασφαλείας, ο οποίος αποτελεί αλληλοσυμπληρούμενο με τους αερόσακους σύστημα. Το ελάττωμα του σχετικού συστήματος αερόσακου υφίστατο από το χρόνο παραγωγής του στο εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης. Το σύστημα αερόσακων του συγκεκριμένου αυτοκινήτου γενικότερα είχε παρουσιάσει πρόβλημα και πριν το ατύχημα, οδηγήθηκε δε για το λόγο αυτό στο συνεργείο της δεύτερης εναγομένης. Οι προστηθέντες από αυτήν υπάλληλοι – τεχνικοί της επιδιόρθωσαν ένα φις που δεν έκανε καλή επαφή στο δεξιό αερόσακο, χωρίς όμως να προβούν σε ευρύτερο και γενικότερο έλεγχο των σχετικών συστημάτων, ώστε να εντοπίσουν και να διορθώσουν και το ως άνω ελάττωμα στο σύστημα του αριστερού αερόσακου. ….. Μετά δε το ατύχημα και συγκεκριμένα στις 15-2-2000 παραδόθηκε από τους τεχνικούς της δεύτερης εναγομένης στον πρώτο των εναγόντων εκτύπωση των καταγεγραμμένων σε μνήμη αυτομάτων ηλεκτρονικών ελέγχων του αυτοκινήτου κατά την ημέρα του ατυχήματος των σχετικών με το σύστημα αερόσακου, χαρακτηριζόμενου ως “Α ΑΙIRBAG”, και προεντατήρα ζώνης, που αναφέρονται στην ύπαρξη σφαλμάτων. Σ’ αυτό το έντυπο σημείωμα αναφέρονται κατ’ αρχήν δύο σφάλματα που αναγνωρίσθηκαν. Το πρώτο αφορούσε την εκπυρσοκρότηση του τεντωτήρα ζώνης οδηγού. Ως προς αυτό εμφανίσθηκε τιμή αντίστασης πολύ μεγάλη. Το δεύτερο αφορούσε την τάση της παροχής, στην οποία εντοπίσθηκε πολύ μικρό σήμα. Αυτό χαρακτηρίσθηκε ως “σποραδικά εμφανιζόμενο λάθος”, δηλαδή λάθος το οποίο δεν εκδηλώνεται συνεχώς, αλλά ορισμένες μόνο φορές. Στη συνέχεια στο ίδιο έντυπο αναφέρεται ότι μετά δεν αναγνωρίσθηκε κανένα σφάλμα, ενώ ακόμη παρακάτω επαναλαμβάνεται ως ένα σφάλμα που αναγνωρίσθηκε και πάλι η πολύ μεγάλη τιμή αντίστασης ως προς την εκπυρσοκρότηση του τεντωτήρα ζώνης. Πέραν των άλλων προαναφερομένων στοιχείων, η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ελαττώματος στο σύστημα αερόσακων ενισχύεται και από την εκτύπωση αυτή, που αναφέρεται στα παραπάνω σφάλματα. Ο μάρτυρας της πρώτης εναγομένης, δεχόμενος και αυτός ότι οι καταγραφές έγιναν αυτομάτως την ημέρα του ατυχήματος και ότι αφορούσαν ένα ελαττωματικό φις, υποστήριξε ότι τα σφάλματα αυτά εμφανίσθηκαν 25 λεπτά της ώρας μετά το ατύχημα, άποψη που στηρίζει σε αναφορά της Ζίμενς. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται και στην έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, που προσκομίζει η πρώτη εναγομένη. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι 25 λεπτά μετά το ατύχημα έλαβαν χώρα εξωτερικά γεγονότα δυνάμενα να προκαλέσουν τέτοιες μη προϋφιστάμενες βλάβες στο συγκεκριμένο σύστημα, τις οποίες οι πραγματογνώμονες της πρώτης εναγομένης αποπειρώνται να ερμηνεύσουν υποθετικά. Επίσης η παρέλευση 25 λεπτών μετά το ατύχημα για την εμφάνιση αυτών των σφαλμάτων δεν επιβεβαιώνεται από τις ανωτέρω παραδοθείσες στον πρώτο των εναγόντων καταγραφές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε μνεία της ώρας κατά την οποία εντοπίσθηκαν από το ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου του αυτοκινήτου τα σφάλματα. Στην αμέσως προαναφερόμενη δε έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης τα σφάλματα αποδίδονται σε σπασμένη φίσα του προεντατήρα της ζώνης ασφαλείας του οδηγού, γεγονός όμως που δε θα μπορούσε να ερμηνεύσει επαρκώς το ανωτέρω περιγραφόμενο σποραδικά εμφανιζόμενο λάθος. Περαιτέρω αυτοί στηρίζουν τις κρίσεις τους περί μη υπάρξεως ελαττώματος σε δοκιμές που πραγματοποίησαν στο αυτοκίνητο, αφού αντικατέστησαν με νέα τα βλαβέντα από τη σύγκρουση σχετικά όργανα και ειδικότερα αφού τοποθέτησαν νέους εγκέφαλο αερόσακου και αισθητήρα πλευρικού αερόσακου και αφού επιδιόρθωσαν τη φίσα του προεντατήρα ζώνης, υποθέτοντας ότι με αυτό τον τρόπο εξομοίωσαν τις προϋπάρχουσες του ατυχήματος συνθήκες και ιδιότητες του συστήματος. Η διαγνωστική αυτή μέθοδος όμως δεν είναι δυνατό να κριθεί αξιόπιστη από το δικαστήριο. Κατ’ αυτήν τίθεται αυθαιρέτως η προϋπόθεση ότι τα βλαβέντα από το ατύχημα εξαρτήματα του αυτοκινήτου ήταν στην ίδια μη ελαττωματική κατάσταση που είχαν τα νέα εξαρτήματα τα οποία τοποθετήθηκαν στη θέση τους, οι δε συνδέσεις μεταξύ τους και τοποθετήσεις, που έγιναν εκ νέου κατά την απόπειρα προσομοίωσης, ήταν επίσης στην ίδια κατάσταση στο αυτοκίνητο πριν το ατύχημα. Κατά την παράδοση περαιτέρω στις 25-7-2000 του βλαβέντος αυτοκινήτου στον πρώτο ενάγοντα από τη δεύτερη εναγομένη, στην οποία είχε παραδοθεί αυτό μετά το ατύχημα για να διενεργηθούν έλεγχοι, βεβαιώθηκε εγγράφως από τον προϊστάμενο σέρβις αυτής … ότι έλειπε η άνω βίδα στήριξης της ζώνης ασφαλείας του οδηγού πάνω στην κολώνα του αυτοκινήτου….. Ο μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης ισχυρίσθηκε ότι η βίδα αυτή δεν έλειπε κατ’ αρχήν, αλλά αφαιρέθηκε κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν, γεγονός που δε γνωρίζει εξ’ ιδίας αντιλήψεως… Η έλλειψη όμως της βίδας αυτής δεν συνδέεται σε κάθε περίπτωση με το γεγονός της μη ενεργοποίησης του πλευρικού αερόσακου. 

Ζώνη Ασφαλείας
Ο οδηγός του αυτοκινήτου Θ1 έφερε, όπως διαπιστώθηκε από τη νεκροψία που διενήργησε ο ιατρός …., λέκτορας στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του ΑΠΘ, μετά από έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Τροχαίων Ατυχημάτων Θεσσαλονίκης, πολλαπλές εκδορές μετώπου αριστερά, ρινός, αριστερής ζυγωματικής χώρας, αμφοτεροπλεύρως των δακτύλων των άνω άκρων. Ο οδηγός έφερε θλαστικά τραύματα στην αριστερή μετωπική και οφθαλμική χώρα, τα οποία είχαν συρραφεί. Επίσης παρατηρήθηκε εκχύμωση στην αριστερή λαγόνια χώρα και υπόσφαγμα του αριστερού οφθαλμού. Στα μαλακά μόρια του τριχωτού της κεφαλής και στα οστά του κρανίου δε διαπιστώθηκαν κακώσεις. Τέτοιες δε βρέθηκαν ούτε στα αγγεία της βάσεως του εγκεφάλου ή κατά την τμηματική διατομή του. Επίσης κακώσεις δε διαπιστώθηκαν στα κοιλιακά τοιχώματα, στο ήπαρ, στους νεφρούς, τα επινεφρίδια, το σπλήνα και το στομάχι. Κατά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων του λαιμού και του θώρακα όμως διαπιστώθηκε ότι το πτώμα έφερε κάταγμα στέρνου και πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα των πλευρών αριστερά. Παρατηρήθηκε μερική διατομή του μεσολοβίου διαστήματος του αριστερού πνεύμονος και πλήρης διατομή και αποκόλληση της μεσοπνευμόνιας επιφάνειας στην περιοχή της πύλης του δεξιού πνεύμονος. Ακόμη διαπιστώθηκε διατομή της δεξιάς πνευμονικής αρτηρίας και φλέβας καθώς επίσης και του δεξιού βρόγχου και παρατηρήθηκε αιμοθώρακα αμφοτεροπλεύρως. Ο ιατροδικαστής καταλήγει ότι από τις βαρύτατες αυτές κακώσεις του θώρακος, που προκλήθηκαν κατά το τροχαίο ατύχημα, και τις συνέπειες τους, που συνίσταντο σε εσωτερική μαζική αιμορραγία, επήλθε ο θάνατος του οδηγού. Ο θάνατος αυτός δεν επήλθε κατά το ατύχημα ή και αμέσως μετά, αλλά μετά την πάροδο μερικών ωρών. Αρχικώς ο οδηγός είχε διακομισθεί με το ΕΚΑΒ στα εξωτερικά ιατρεία του Β’ Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης “….”. Αυτός είχε τις αισθήσεις του στις 7.35′ το πρωί και εκεί διαπιστώθηκαν πολλαπλά μικρά θλαστικά τραύματα προσώπου και μεγάλο αιμάτωμα στην αριστερή υπερκλείδιο χώρα. Ο ασθενής παραπονείτο για άλγος στο αριστερό ημιθωράκιο και τον αριστερό ώμο. Διαπιστώθηκε ακροαστικώς υποαερισμός του αριστερού πνεύμονος. Οι ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε σε εκείνο το νοσοκομείο είχαν δείξει θολερότητα του αριστερού πνευμονικού πεδίου, κάταγμα αριστερής κλειδός, πολλαπλά κατάγματα πλευρών αριστερά. Ενόψει αυτών και μετά από επικοινωνία με θωρακοχειρουργούς του νοσοκομείου …αποφασίσθηκε η μετακομιδή του εκεί. Στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης …διαπιστώθηκε στα εξωτερικά ιατρεία, όπου εξετάσθηκε αρχικώς, ότι αυτός έφερε πολλαπλά κατάγματα πλευρών αριστερά και κάταγμα αριστερής κλειδός, επειδή παρουσίασε δε αιφνίδια πτώση επιπέδου συνείδησης και διαγνώσθηκε η εσωτερική αιμορραγία οδηγήθηκε αμέσως στο χειρουργείο για επείγουσα θωρακοτομή, όπου όμως απεβίωσε πριν να εγχειρισθεί. Από όλα αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό μεταξύ τους αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του οδηγού οφείλεται στις βαρύτατες κακώσεις που δέχθηκε στο θώρακα και τα αριστερά πλευρά από το πλήγμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε κατά τη σφοδρή πρόσκρουσή του στο παραπάνω δένδρο με την αριστερή του πλευρά. 
Το σώμα του οδηγού λόγω της αδράνειάς του σε σχέση με την κίνηση του οχήματος κινήθηκε προς την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και προσέκρουσε σ’ αυτήν στο σημείο της μεγάλης της παραμόρφωσης στο ύψος του θώρακος. Έτσι προκλήθηκαν τα κατάγματα στο στέρνο και τα αριστερά πλευρά, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μερική διατομή του μεσολοβίου διαστήματος του αριστερού πνεύμονος, την πλήρη διατομή και αποκόλληση της μεσοπνευμόνιας επιφάνειας στην περιοχή της πύλης του δεξιού πνεύμονος τη διατομή της δεξιάς πνευμονικής αρτηρίας και φλέβας καθώς επίσης και του δεξιού βρόγχου, κακώσεις που οδήγησαν σε εσωτερική μαζική αιμορραγία στο θώρακα και στο θάνατο στη συνέχεια. Το γεγονός ότι από τα κατάγματα ετρώθη καίρια ο δεξιός πνεύμονας και βρόγχος δεν είναι δυνατό να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση. Η θέση των πνευμόνων και βρόγχων, δεξιών και αριστερών, είναι εγγύτατη, έτσι ώστε βαρύς τραυματισμός και κατάγματα οστών προερχόμενα από αριστερά να μπορούν, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να πλήξουν τα εσωτερικά αυτά όργανα και των δύο πλευρών, η δε δεξιά πνευμονική αρτηρία και φλέβα που κόπηκε απολήγει στην καρδιά, δηλαδή στην αριστερή πλευρά του θώρακος. Το ότι ο θάνατος επήλθε από τις κακώσεις που εξωτερικά προκλήθηκαν στην αριστερή πλευρά του σώματος του οδηγού και τις συνέπειες τους αποδεικνύεται και από το πλήρως αποδειχθέν γεγονός ότι σε αυτή την πλευρά έφερε αυτός όλους τους σοβαρούς τραυματισμούς, ενώ δεν αναφέρεται οποιοδήποτε εύρημα σοβαρών πληγμάτων του στη δεξιά πλευρά του σώματος του. …Η ύπαρξη μικρής ποσότητας αίματος και στο χώρο των πίσω καθισμάτων, για την οποία καταθέτουν οι μάρτυρες των εναγομένων, δεν είναι δυνατό να αποδοθεί κατόπιν αυτών σε υπόθεση ότι το σώμα του κινήθηκε στην πίσω πλευρά του αυτοκινήτου επειδή δεν ήταν προσδεδεμένο, αλλά οφείλεται προδήλως σε αίμα που εκτοξεύθηκε κατά τους επιφανειακούς τραυματισμούς του που προκλήθηκαν από την ανατροπή και το σπάσιμο του παρμπρίζ κατ’ αυτήν. Επομένως η ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού, που προέβαλαν οι εναγόμενες η οποία στηριζόταν στο γεγονός ότι ο οδηγός δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Ο ισχυρισμός δε ότι ο θάνατος του οφειλόταν στη μη έγκαιρη ιατρική του περίθαλψη αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν και αποδείχθηκε ότι η έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του συνδεόταν αιτιωδώς με τη μη ενεργοποίηση της ζώνης ασφαλείας, τυχόν δε περαιτέρω περιστατικά, που ενδεχομένως να ήταν δυνατό να αποτρέψουν την επέλευση του συγκεκριμένου αποτελέσματος, δεν αναιρούν την ευθύνη από αυτό το γεγονός κατ’ άρθρο 926 ΑΚ. 

Το ελάττωμα στον αριστερό πλευρικό αερόσακο του οδηγού, που οδήγησε στη μη ενεργοποίησή του κατά το ανωτέρω ατύχημα, υπήρχε από το χρόνο παραγωγής του αυτοκινήτου από την πρώτη εναγομένη και οφείλεται σε υπαιτιότητα και συγκεκριμένα αμέλεια των εκπροσώπων της, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν οι μέσοι συνετοί εκπρόσωποι επιχείρησης, με αντικείμενο την παραγωγή αυτοκινήτων, και παρέλειψαν να δώσουν εντολές στους τεχνικούς- υπαλλήλους της προς έλεγχο όλων των συστημάτων ασφαλείας κάθε αυτοκινήτου που θα διετίθετο στην αγορά, μεταξύ των, ώστε να εξασφαλισθεί η κανονική λειτουργία τους μετά την τοποθέτηση τους σ’ αυτό και η επιδιόρθωση όσων τυχόν παρουσίαζαν ελάττωμα σε αυτά τα συστήματα, όπως συνέβη με το ανωτέρω αυτοκίνητο. Η παράλειψη αυτού του ελέγχου στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο αποτελεί παραβίαση της γενικής υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης ως παραγωγού για πρόνοια, την οποία ευλόγως και κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη όφειλε να επιδείξει στα πλαίσια της καλόπιστης εκπλήρωσης των παροχών της, ενόψει μάλιστα και του προορισμού των σχετικών συστημάτων ασφαλείας που αποσκοπούν στην κατά το δυνατό διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας και ζωής των χρηστών των αυτοκινήτων σε περίπτωση ατυχήματος. Επίσης η σχετική υποχρέωσή της για πρόνοια, την οποία οι εκπρόσωποί της παραβίασαν, στηρίζεται και στο δεσμό πίστεως μεταξύ της ιδίας και των χρηστών αυτοκινήτων παραγωγής της, όπως ο αποβιώσας, οι οποίοι, μετά την προβολή των προϊόντων αυτών εκ μέρους της ως αξιόπιστων σε σχέση με τις ιδιότητες τους που η ίδια υπόσχεται και διαφημίζει, όπως έπραξε με το προδιαλαμβανόμενο εγχειρίδιο, εύλογα τα εμπιστεύθηκαν και τα χρησιμοποίησαν. Το γεγονός της πραγματοποίησης απλώς δειγματοληπτικών ελέγχων, που διενεργούν οι τεχνικοί της πρώτης εναγομένης κατ’ εντολήν των εκπροσώπων της σε ορισμένα τυχαίως επιλεγόμενα αυτοκίνητα παραγωγής της, όπως αποσαφήνισε ο μάρτυρας της στην κατάθεση του δεν είναι δυνατό να αναιρέσει την ανωτέρω υπαιτιότητα, ούτε αποδεικνύει ότι αυτή λαμβάνει όλα τα προσφορά ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε τα ουγκεκριμένα συστήματα να παρέχουν ασφάλεια. Ο θάνατος του οδηγού οφείλεται και σε υπαιτιότητα των προστηθέντων από την δεύτερη εναγομένη τεχνικών του συνεργείου της συντήρησης αυτοκινήτων, οι οποίοι επίσης δεν κατέβαλαν κατά τον έλεγχο του ανωτέρω οχήματος, κατά τα περιοδικά σέρβις του, αλλά και όταν αυτό προσήχθη σ’ αυτούς για πρώτη φορά με πρόβλημα εντοπισμένο στο σύστημα αερόσακων, την επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να επιδείξουν οι μέσοι συνετοί τεχνικοί οι ασχολούμενοι με τη συντήρηση αυτοκινήτων, τον εντοπισμό σφαλμάτων και βλαβών τους και την επιδιόρθωσή τους. Λόγω της αμέλειας τους, παρότι μάλιστα στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο είχε παρουσιασθεί και το ως άνω αρχικό πρόβλημα σε σύστημα αεροσάκου του αν και αυτό ήταν σχετικά καινούργιο και μη καταπονημένο, δεν προέβησαν σε επισταμένους ελέγχους όλων των σχετικών συστημάτων ασφαλείας του, ώστε να εντοπίσουν και το εκδηλωθέν κατά το ατύχημα ελάττωμα έστω κι αν αυτό εμφανιζόταν σποραδικά, πράγμα που σημαίνει ότι δε θα υποδεικνυόταν συνεχώς από προειδοποιητική λυχνία παρά μόνο όταν εκδηλωνόταν, οπότε μπορεί πλέον να ήταν αργά, όπως και συνέβη και να το επιδιορθώσουν. 

Ψυχική Οδύνη (ΑΚ 932)
Ο θάνατος του Θ1, ηλικίας 22 ετών και υγιούς, υιού των δυο πρώτων των εναγόντων και αδελφού της τρίτης, προξένησε σ’ αυτούς ψυχική οδύνη. Ενόψει του επελθόντος αποτελέσματος (θανάτωση), του βαθμού του ανωτέρω πταίσματος της κάθε μιας των εναγομένων (αμέλειας), της υπάρξεως συνυπαιτιότητας και του θανόντος στο επελθόν από το ατύχημα αποτέλεσμα, η οποία συνίσταται σε αμελή οδήγηση του αυτοκινήτου, ώστε αυτό να εκτραπεί από την πορεία του (και όχι στο γεγονός ότι δε φορούσε ζώνη ασφαλείας, αφού αποδείχθηκε ότι αυτός είχε λάβει το συγκεκριμένο μέτρο), της οικονομικής κατάστασης όλων των διαδίκων και της κοινωνικής κατάστασης των εναγόντων, καθώς και όλων των προπεριγραφομένων συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπραξία των εναγομένων πρέπει να ανέλθει σε ποσό εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για τον καθένα από τους δύο πρώτους, γονείς του αποβιώσαντος, και σε ογδόντα χιλιάδες ευρώ για την τρίτη. …. Σύμφωνα με όλα αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, καταλήγοντας σε όμοια με την παραπάνω κρίση ως προς τις συνθήκες της αδικοπραξίας, το ελάττωμα του συστήματος ασφαλείας του αυτοκινήτου, την υπαιτιότητα των εναγομένων και την ευθύνη τους από αδικοπραξία, τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος θανάτου του οδηγού, ως προς την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας αυτού που στηριζόταν στο γεγονός ότι δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας και ως προς τα ποσά της επιδικαστέας εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως….”. 

Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή δια της παραδοχής ως βάσιμων των θεμελιούντων την υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας πραγματικών περιστατικών, ως και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος. Δεν παρείδε συνεπώς τους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας δια των οποίων αυτή, επαναφέρουσα πρωτοδίκως υποβληθέντας ισχυρισμούς, ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, για τον λόγο ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τους υπαλλήλους αυτής σχετικά με τον έλεγχο και εντοπισμό των άνω ελαττωμάτων του πωληθέντος αυτοκινήτου, ως και για τον λόγο ότι δεν υφίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρώπινης συμπεριφοράς των προστηθέντων από αυτή τεχνιτών (υπαλλήλων) και της ζημίας. Υπό τα δεδομένα αυτά οι διαλαμβανόμενοι λόγοι αναιρέσεως στο σύνολο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη των υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγων της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Εξάλλου το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής και την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι ο αποβιώσας δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 300, 330, 914, 922, 926 και 932 του Α.Κ., περαιτέρω δε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τόσο σχετικά με το ζήτημα της υπαιτίου συμπεριφοράς των προστηθέντων (τεχνικών υπαλλήλων) της αναιρεσείουσας, η οποία ενέχει αμέλεια, δηλαδή μη καταβολή της επιμελείας που απαιτείται στις συναλλαγές, όσο και σχετικά με το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής, της ελαττωματικότητας του συστήματος αερόσακου και προεντατήρα της ζώνης ασφάλειας του συγκεκριμένου οχήματος και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος. Κατ’ ακολουθίαν οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, όπως διαλαμβάνονται στο σύνολο του δικογράφου της αιτήσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως με την προσβαλλομένη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν. 2551/1994 είναι επίσης απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα, ενώ, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εφετείο δέχθηκε την αγωγή κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί αδικοπραξίας των άρθρων 914, επ. 922 και 926 του Α.Κ. Κατά τα λοιπά οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1). 


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 28.7.2008 αίτηση, ως και τους από 1.9.2008 προσθέτους λόγους, της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία ” ΜΑΝΔΥΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, για αναίρεση της 1215/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και 
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε 
——————————-