facebook
Αρχική Νομολογία Δικονομικά φλέγοντα θέματα Οι Αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων δεν αποτελούν Δεδικασμένο στην Πολιτική Δίκη – νόμος

Οι Αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων δεν αποτελούν Δεδικασμένο στην Πολιτική Δίκη – νόμος

Διάφορος Κρίση Ποινικού – Πολιτικού Δικαστηρίου

 

Οι Αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων

 

δεν αποτελούν Δεδικασμένο στην Πολιτική Δίκη (1)

 


 Με τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974  και του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα,  το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο και δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

 Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος ο εκ του άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων (οδηγός) είναι συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του συνεπιβάτη του,   παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν έλαβε υπόψη του ότι η απόφαση του Μον.Πλημμελλειοδικείου είχε κηρύξει αυτόν αθώο για παράβαση του άρθρ. 42 ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος). Όμως όπως προέκυψε για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του ως άνω αναιρεσείοντος και στην ποινική δίκη κατηγορουμένου, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησής του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε.

 

 

Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης

λόγω Μέθης

Στην ασφάλιση των οχημάτων  δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις

του άρθρ.2 Ν.2251/1994 περί προστασίας καταναλωτή

και συνεπώς οι διατάξεις απαλλαγής του ασφαλιστή

δεν δύνανται να θεωρηθούν καταχρηστικές  (2)

 

  Στην περίπτωση ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτου, επικείμενης συμφωνίας μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου περί δεσμεύσεως των συμβληθέντων από τη ρήτρα απαλλαγής του ασφαλιστή σε περίπτωση μέθης του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκίνητα ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του Ν. 489/1976 και την AYE Κ4/585/1978.

 Με την κατωτέρω απόφαση κρίθηκε απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του άρθρ. 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, επί τη βάσει ότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 που διέπουν και τις ασφαλιστικές συμβάσεις ασφαλίσεως και να κρίνει μη συμφωνημένη άλλως καταχρηστική και άκυρη την περί απαλλαγής του ασφαλιστή σε περίπτωση μέθης του οδηγού ρήτρα.

 

Απόφ. ΑΠ 215/2013

Πρόεδρος : Γεώργιος Γιαννούλης

Εισηγητής : Βασίλειος Λαμπρόπουλος

Μέλη : Γρηγόριος Κουτσόπουλος – Παναγιώτης Ρουμπής – Δημητρούλα Υφαντή

Δικηγόροι Βασίλης Σαράκης – Εμμανουήλ Κοπακάκης

 

 

Σχόλια – Παρατηρήσεις

 

1) Διάφορος Κρίση Ποινικού – Πολιτικού Δικαστηρίου

  Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος για τον τραυματισμό του ενάγοντος την οποία επικαλείται η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, δεν ασκεί οιαδήποτε επιρροή στην κρίση του Πολιτικού Δικαστηρίου σχετικά με το ένδικο ατύχημα και συνεκτιμάται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.  Εφ.Αθ. 7074/2001, ΣΕΣυγκΔ 2004/334

  Ο οδηγός του ΙΧΦ καταδικάσθηκε αμετακλήτως από το Τριμελές Εφετείο σε φυλάκιση 8 μηνών για ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και σωματικές βλάβες. Η κρίση αυτή δεν παράγει δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια . Εφ.Αθ. 2037/2005 ΣΕΣυγκΔ 2006/94

  Δεν ασκεί επιρροή η καταδικαστική απόφαση του Τριμ. Πλημ/κείου που καταδίκασε σε φυλάκιση ενός έτους, (χωρίς καμία αιτιολογία), τον οδηγού του ΙΧΕ, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, εφόσον από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Πολιτικό Εφετείο, κατέληξε σε εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων. Εφ.Αθ. 2209/1999, ΣΕΣυγκΔ 2005/205, ομοίως και Εφ.Αθ. 6325/2000 ΣΕΣυγκΔ 2005/208

 

 2) «Ρήτρες εξαίρεσης από Ασφαλιστική Κάλυψη Αστικής Ευθύνης στα τροχαία ατυχήματα  και  το Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή», βλ. σχετικό Άρθρο Γεώργιου Δ. Τριανταφυλλάκη,

Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής ΔΠΘ, Δικηγόρου, ΣΕΣυγκΔ 2005/402. όπου μεταξύ των άλλων ο διαπρεπής καθηγητής αναφέρεται

  στην Αντισυνταγματικότητα (λόγω υπέρβασης νομοθετικής εξουσιοδότησης) των ρητρών που προβάλλονται έναντι των ασφαλισμένων, ενώ δεν προβλέπεται στο νόμο,

  στην έλλειψη των προϋποθέσεων έγκυρης σύναψης σύμβασης,

  στην έλλειψη νομικής ένταξης των ρητρών εξαίρεσης στην ασφαλιστική σύμβαση (Ν. 2251/1994 άρθρο 2),

  στον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.

 

 

Κείμενο Απόφ. ΑΠ 215/2013

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (Α.Π. 410/2010, 1349/2008, 987/2008). Εξ’ άλλου, κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, “παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ. α’). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του” (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τo οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι “Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”. Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΛΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ. κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 1364/2011).

  Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.1 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά της υπ’αριθ. 2331/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων και οδηγός του υπ’αριθμ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, είναι συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του συνεπιβάτη του Δ. Σ., τον οποίο αποζημίωσε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος, αφού δεν έλαβε υπόψη του το διατακτικό της υπ’αριθμ. 93819/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο κήρυξε αυτόν αθώο για παράβαση του άρθρου 42 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) (οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του ως άνω αναιρεσείοντος και στην ποινική δίκη κατηγορουμένου, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησής του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε ( άρθρο 42 Ν.2696/1999). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων καταδικαστικές ή αθωωτικές δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΑΠ 443/2009).

 

  Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α’ ΚΠοΛΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνες ουσιαστικού δικαίου. 0 κανόνας παραβιάζεται είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο όρος περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση μέθης του οδηγού αποτελεί γενικό όρο της σύμβασης ασφαλίσεως, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα, ως υποχρεωτική, καταρτίζεται ως σύμβαση προσχωρήσεως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ διότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 που διέπουν και τις ασφαλιστικές συμβάσεις ασφαλίσεως και να κρίνει μη συμφωνημένη άλλως καταχρηστική και άκυρη την περί απαλλαγής του ασφαλιστή σε περίπτωση μέθης του οδηγού ρήτρα, αφού α) Διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου, β) Περιορίζει τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες του ασφαλιστή, γ) Αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη του ασφαλιστή και δ) Δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και εν πάση περιπτώσει ο ασφαλισμένος δεδομένης της υποχρεώσεως ασφαλίσεως που έχει (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 489/1976) δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της.

 Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για το λόγο ότι στη προκειμένη περίπτωση ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτου, επικείμενης συμφωνίας μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου περί δεσμεύσεως των συμβληθέντων από τη ρήτρα απαλλαγής του ασφαλιστή σε περίπτωση μέθης του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκίνητα ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του Ν. 489/1976 και την AYE Κ4/585/1978 (ΑΠ 956/2012, ΑΠ 1609/2007).

 

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976,προκύπτει, ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, μπορεί δε εγκύρως να συμφωνηθεί με αυτή, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών (βρίσκεται σε μέθη) κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999). Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή της υποχρεώσεως να αποζημιώσει τον τρίτο, που ζημιώθηκε, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει κάθε ποσό που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που αυτός υπέστη. Η συνομολόγηση του ανωτέρου όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνε είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με την παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. (ΦΕΚ 795/1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), στο άρθρο 25 παρ. 8 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες, που προξενούνται κατά το χρόνο, που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ, ανεξάρτητα ότι η ανωτέρω Α.Υ.Ε. βρίσκεται εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, βάσει του οποίου εκδόθηκε, αφού έχει συμβατικό υπόβαθρο. Για τη δεσμευτικότητα του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Αυτό μπορεί να συμβεί με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την επικόλληση στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος, που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο, τη δήλωση του επιγενομένου ατυχήματος κλπ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή.

  Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “….. το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία “INTERAMERIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.”. Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του παρεμπιπτόντως εναγομένου, ιδιοκτήτη του ανωτέρω αυτοκινήτου, το υπ’ αριθ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το διάστημα από 11.2.2005 έως 11.8.2005. Η ως άνω σύμβαση ασφαλίσεως διέπεται κατά ρητό όρο αυτής από τις διατάξεις της Υ.Α. Κ4/1978. Σημειωτέον ότι η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, η οποία δεν φέρει την υπογραφή του ανωτέρω συμβαλλομένου, καθώς και τη λειτουργία της με τους προαναφερθέντες γενικούς και ειδικούς όρους αποδέχθηκε σιωπηρά ο τελευταίος με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου του ειδικού σήματος και της ειδικής βεβαιώσεως του άρθρου 24 της ανωτέρω ΥΑ του παραδόθηκε μάλιστα στη Διεύθυνση Τροχαίας Αττικής που επιλήφθηκε του ενδίκου ατυχήματος, καθώς και με την καταβολή ασφαλίστρων ……”. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικά με τη δεσμευτικότητα του αναιρεσείοντος ιδιοκτήτου του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ζημιογόνου αυτοκινήτου από τον συνομολογηθέντα με τη σύμβαση ασφαλίσεως όρο περί μη καλύψεως των ζημιών που προκαλούνται από αυτό σε χρόνο, που ο οδηγός του βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις και ο τρίτος υπό στοιχ. α λόγος αναιρέσεως από τον άριθ.1 περ.α του άρθρου 559 ΚΛΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ.α’ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τη διάταξη αυτή λόγου αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν η παραβίαση αφορά συμβατικό όρο και ειδικότερα όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα. Εξάλλου, κατά την πιο πάνω διάταξη, ο ίδιος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικονομικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα γεγονότα εκείνα, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού πρέπει η εκ πλαγίου παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο υπό στοιχ. β λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση όρου της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από ατύχημα προκαλούμενο από το αυτοκίνητο της αναιρεσειούσης, κατά τον οποίο δεν καλύπτονται από τη σύμβαση και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της Υ.Α. ΚΗ- 585/1978, και αν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και ανεξάρτητα του εάν η παράβαση αυτή συντέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση από το δικαστήριο αφορά σε όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως και όχι σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε το δικαστήριο (ΑΠ 230/2008). Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 21-1-2011 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’αριθ. 4800/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

 Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

 Κρίθηκε

————————————-

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας