Αρχική Νομολογία Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων Προσεπίκληση Επικουρικού Κεφαλαίου από τον ασφαλισμένο του οποίου ο ασφαλιστής πτώχευσε ή ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας του ή απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση. (1) Απόφ. Α.Π. 652/2007 ΤΕΥΧΟΣ Μάιος 2008 Σελ. 212

Προσεπίκληση Επικουρικού Κεφαλαίου από τον ασφαλισμένο του οποίου ο ασφαλιστής πτώχευσε ή ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας του ή απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση. (1) Απόφ. Α.Π. 652/2007 ΤΕΥΧΟΣ Μάιος 2008 Σελ. 212

Προσεπίκληση Επικουρικού Κεφαλαίου από τον ασφαλισμένο 
του οποίου ο ασφαλιστής πτώχευσε 
ή ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας του
ή απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση. (1)


Το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν έχει την δυνατότητα υποκατάστασης κατά του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, (κατ΄άρθρ. 19 παρ. 4 του Ν. 489/1976), όταν το ζημιογόνο όχημα ήταν πράγματι ασφαλισμένο, αλλά ο ασφαλιστής πτώχευσε, η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. 
Στις ανωτέρω αυτές περιπτώσεις ο κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εφόσον ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του παθόντος (τρίτου), δύναται να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (το οποίο κατά νόμο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή), και να αναζητήσει το καταβληθέν στον τρίτο ποσό.
Συνεπώς ο ασφαλισμένος όταν ενάγεται από το ζημιωθέντα τρίτο (παθόντα), έχει δικαίωμα να ασκήσει προσεπίκληση ενωμένη με αγωγή αποζημίωσης κατά του Επικουρικού Καφαλαίου, το οποίο κατά νόμο υποχρεούται να του παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, για όσα εκείνος (ασφασλισμένος) υποχρεωθεί να πληρώσει στο ζημιωθέντα τρίτο.

Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση του ο Άρειος Πάγος αναιρεί για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, (κατ΄άρθρ. 559 εδ.1 ΚΠολΔ) την απόφαση του Εφετείου που εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν ιδρύεται καμία δε έννομη σχέση μεταξύ των εναγόντων (οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και του εναγομένου επικουρικού κεφαλαίου που να τους νομιμοποιεί ώστε να στραφούν αναγωγικά κατά του τελευταίου και να αξιώνουν το ποσό που οι ίδιοι (ως ζημιώσαντες) κατέβαλαν στον τρίτο .


Απόφ. Α.Π. 652/2007 
Πρόεδρος: Αθ. Κρητικός
Εισηγητής : Αχ. Νταφούλης 
Δικηγόροι : Παν. Γαλάνης & Γεώργ. Μανουσάκης


Σχόλια & Παρατηρήσεις

1) Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση δίδεται τέλος στην μέχρι τώρα άποψη ότι δεν ιδρύεται καμία έννομη σχέση μεταξύ του υποχρέου προς αποζημιώση του τρίτου, οδηγού, ιδιοκτήτη ζημιογόνου οχήματος κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου στις περιπτώσεις που το όχημα ήταν ασφαλισμένο μεν, αλλά είτε ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή, είτε απέβη άκαρπη η εις βάρος του εκτέλεση ή πτώχευσε.



Η κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση δέχθηκε πανηγηρικά ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει ιδρυθεί προεχόντως από το νόμο για χάρη του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκετά εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα. 
Βλ. Ομοίως και ΑΠ 398/2007 ΣΕΣυγκΔ 2008 Σελ.215



ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 4 και 25 παρ. 4 του ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, προκύπτει, ότι το επικουρικό κεφάλαιο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο για χάρη του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκετά εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα. Αυτό σαφώς καταφαίνεται από το μηχανισμό της υποκατάστασης που καθιερώνεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 19 ν. 489/1976, μέσω του οποίου το επικουρικό κεφάλαιο μετακυλίει την υποχρέωση για αποζημίωση στον υπόχρεο για το ατύχημα. Όμως τέτοια δυνατότητα, κατ\’ εξαίρεση, δεν ισχύει όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο, αλλά ο ασφαλιστής πτώχευσε, η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το επικουρικό κεφάλαιο ικανοποιήσει τον παθόντα δεν έχει δικαίωμα υποκατάστασης κατά του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Επίσης στην περίπτωση αυτή, αν ο παθών ατύχημα τρίτος επιδιώξει και επιτύχει ικανοποίησή του από τον κύριο του αυτοκινήτου, ο ασφαλιστής του οποίου εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (γιατί πτώχευσε, η εκτέλεση σε βάρος του απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου), ο κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου δύναται να αναζητήσει το καταβληθέν στον τρίτο ποσό από το επικουρικό κεφάλαιο, το οποίο κατά νόμο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή, όπως θα δικαιούταν να πράξει το ίδιο υλοποιώντας με τον τρόπο αυτό την αξίωση ελευθέρωσης κατά του ασφαλιστή του. Παρέπεται απ\\\’ αυτά, ότι ο ασφαλισμένος, όταν ενάγεται από το ζημιωθέντα τρίτο ως υπόχρεος σε αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να ασκήσει εδώ προσεπίκληση, ενωμένη με αγωγή, κατά του επικουρικού κεφαλαίου, που υποχρεούται να του παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, δηλαδή να του καταβάλει όσα εκείνος υποχρεωθεί να πληρώσει στο ζημιωθέντα τρίτο. 

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: \\\”Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), οδηγός ο πρώτος και ιδιοκτήτης ο δεύτερος του ζημιογόνου …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία …., η άδεια της οποίας ανακλήθηκε, με την από 4-11-2002 αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου επικουρικού κεφαλαίου ισχυρίστηκαν, ότι υποχρεώθηκαν με την 5812/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε στην από 7-10-1998 αγωγή του τραυματισθέντος πεζού …. , να πληρώσουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στον παθόντα αυτό το συνολικό ποσό των 9.440 Ευρώ, ζήτησαν δε με βάση αυτά να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου – εναγομένου επικουρικού κεφαλαίου, που υπεισήλθε στη θέση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, να τους καταβάλει το παραπάνω ποσό των 9.440 Ευρώ, από το οποίο 8.640 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της πιο πάνω από 7-10-1998 αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου. Η αγωγή αυτή των αναιρεσειόντων (κρινόμενη), με τέτοιο ιστορικό και αίτημα, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα για έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, αφού οι ενάγοντες δεν είναι ζημιωθέντες τρίτοι από το αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 15-1-1993 στη λεωφόρο … , αλλά ζημιωθείς είναι ο ενάγων στην προηγούμενη δίκη …. έναντι του οποίου αυτοί (αναιρεσείοντες) είναι υπόχρεοι σε αποζημίωση, καμία δε έννομη σχέση δεν ιδρύεται μεταξύ των εναγόντων (οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και του εναγομένου επικουρικού κεφαλαίου που να τους νομιμοποιεί ώστε να στραφούν αναγωγικά κατά του τελευταίου και να αξιώνουν το ποσό που οι ίδιοι (ως ζημιώσαντες) κατέβαλαν στον τρίτο … \\\”. Στη συνέχεια το Εφετείο, κατά παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη 2581/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχτεί την από 4-11-2002 αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατά ένα μέρος, απορρίπτοντας την προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης. Όμως με τις παραδοχές αυτές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω επικαλούμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Άρα ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η ελεγχόμενη από την αμέσως παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά απ\\\’ αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔικ).- 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Αναιρεί την 7884/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Και 
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ. 
Κρίθηκε 
——————-