1.  Πτωχευτικός Κώδικας

           Υπερχρεωμένα νοικοκυριά

           Οφειλές που δεν ρυθμίζονται με το Ν.3869/2010

           Υπαγωγή στο νόμο των εμπορικών χρεών Ν. 3588/2007 (ΠτΚ)

 

      2.   ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

           ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΟΙ ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ

           ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, 560 αρ.6 ΚΠολΔ

      3.  ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, 560 αρ.6, 12, 11, 5, 20 Κ.ΠολΔ

 

Οι έμποροι για τους οποίου βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του β.δ/τος 2/14-5-1835 “περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων”, ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι’ αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 803/2017.

Σύμβαση εγγυήσεως (847 επ. Α.Κ.)- Πότε προσδίδει στον εγγυητή την εμπορική ιδιότητα

Η εγγύηση ως αντικειμενικά εμπορική πράξη

Η ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως είναι καθ` αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Αν όμως, αυτή δίνεται από τον εγγυητή κατ’ εκμετάλλευση της πίστεως που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη απ’ αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο, οικονομικό όφελος, που αντλείται από το λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή, δηλαδή, αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του προαναφερομένουβ.δ/τος “περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων”, διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστεως με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απολαύσεως οικονομικού οφέλους. Επομένως, τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις που προσδίδουν στον παρέχοντα αυτές την ιδιότητα του εμπόρου κατά το άρθρο 1 του Εμπ.Ν. (Ολ.ΑΠ 1513/1980, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997, ΑΠ 48/1996). Δηλαδή, η παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια στον παρέχοντα αυτές όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα. Η κτήση, δηλαδή, της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (Ολ.ΑΠ 1513/1980, ΑΠ 805/2019).

Εν προκειμένω κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, οι ανωτέρω εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από τον αιτούντα, συστηματικά, με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου υπέρ της προαναφερόμενης εμπόρου μητέρας του, αποτελούν πράξεις εμπορικές, διότι δόθηκαν με την επιδίωξη έμμεσου οικονομικού οφέλους, καθόσον οι εν λόγω συμβάσεις εγγύησης καταρτίσθηκαν ως παρακολουθηματικές των επιχειρηματικών συμβάσεων αυτής (μητέρας του), μέσω δε της οικονομικής ενίσχυσης της παραπάνω επιχείρησής της εξυπηρετούνταν τα οικονομικά συμφέροντα της μητέρας του και η συνέχιση της επικερδούς επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω επιχείρηση επίπλων και ειδών εξοχής απασχολείται επαγγελματικά και ο ίδιος ο αιτών, συνέβαλε δε κι εξακολουθεί να συμβάλει στην ανάπτυξή της, τόσο με την προσωπική του εργασία όσο και με την παροχή των προαναφερόμενων εγγυήσεων, έχων οικονομικά συμφέροντα από την εν λόγω επιχείρηση. Σαφής και κατηγορηματική ήταν η κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρα ανταπόδειξης, Α. Ζ., ο οποίος κατέθεσε ότι είδε πολλές φορές τον αιτούντα, που τυπικά εμφανίζεται ως άνεργος, αλλά στην πραγματικότητα είναι έμπορος και βιοτέχνης, στην προαναφερόμενη επιχείρηση επίπλων και ειδών εξοχής, της οποίας τη διαχείριση έχει αναλάβει. Συνεπώς, με την παροχή των παραπάνω εγγυήσεων υπέρ της προαναφερόμενης μητέρας του, ο αιτών αποσκοπούσε στην αύξηση των εισοδημάτων αυτής (μητέρας του) καθώς και του ιδίου, ο οποίος, εξάλλου, συντηρείται οικονομικά από τα έσοδα της προαναφερόμενης επιχείρησης, όπως κατέθεσε και η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθείσα μάρτυρας απόδειξης αδελφή του αιτούντος Α. Κ.. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι εν λόγω εγγυήσεις, που δόθηκαν προς διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα, έγιναν “χάριν ελευθεριότητας”.

 

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΟΙ ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, 560 αρ.6 ΚΠολΔ

 

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως του αναιρεσείοντος για την υποβολή του στην προστασία του ν. 3869/2010, αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα και, συνεπώς, την πτωχευτική ικανότητα και εκ του λόγου αυτού εμπίπτει στον Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007) και όχι στο ν. 3869/2010, ορθώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 Β.Δ./14-5-1835 “περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων”, 1 Εμπ.Ν. και 847 του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, διότι τα περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, ενώ επίσης ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α’ του ν. 3869/2010, την οποία ορθώς δεν εφήρμοσε, διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Οι περαιτέρω επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς στην προσβαλλομένη απόφαση ο τρόπος και ο χρόνος κτήσεως της εμπορικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος κρίνονται, πέραν της κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικής αβασιμότητάς τους, προεχόντως απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατ’ ακολουθίαν, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το τελευταίο μέρος του Β’ σκέλους του και το Γ’ σκέλος του και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

 

 

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, 560 αρ.6 Κ.ΠολΔ

 

Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσεώς του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο (Α.Π. 894/2008). Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.), ισχυριζόμενος ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της εκ μέρους του κτήσεως της εμπορικής ιδιότητας, χωρίς αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) “από ποια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, πως στοιχειοθετείται η πραγματική του απασχόληση στην επιχείρηση και πως προκύπτει ο βιοπορισμός του από αυτήν”. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νομίμως μετ’ επικλήσεως.

  

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΚ ΤΟΥ άρθ.559 αρ.12ΚΠολΔ

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 83/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής εφέσεως με την 780/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής και προσθέτων λόγων ανακοπής που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της υπ’ αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δυνάμει της οποίας ο ήδη αναιρεσείων, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τους λοιπούς καθ’ ων αυτή (διαταγή πληρωμής) διατάχθηκε να καταβάλει στην τρίτη αναιρεσίβλητη “Τράπεζα Πειραιώς” το ποσό των 995.762,42 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, για απαίτηση προερχόμενη από κατάλοιπο της υπ’ αριθμ. …/18.4.2001 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία απερρίφθη ο ισχυρισμός της καθ’ ης η ανακοπή ως άνω πιστώτριας περί κτήσεως της εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπό του, αφού κρίθηκε ότι η ως άνω σύμβαση εμπεριείχε καταχρηστικούς όρους συναλλαγών στο σύνολό της, ο τότε δε ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, χρήζει της προστασίας του ν. 2251/1994 (περί προστασίας του καταναλωτή) για τον λόγο ότι συνεβλήθη ως εγγυητής όχι στο πλαίσιο κάποιας εμπορικής δραστηριότητας, αλλά υπό την ατομική του ιδιότητα, χωρίς να εξυπηρετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο δικά του συμφέροντα. Επίσης, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και Ε1 των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, που είχαν συνταχθεί από τους υπαλλήλους της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και που είχε προσκομίσει προς απόδειξη της ιδιότητάς του ως αγρότη. Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς αιτιάσεις, κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν ιδρύουν, κατά τα προεκτεθέντα, λόγους αναιρέσεως από τους προβλεπομένους στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δικ.

 

 

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ άρθ.559 αρ.8 ΚΠολ, 560 αρ. 5 ΚΠολΔ

 

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά τα υπό στοιχ. Α’ και Β’ σκέλη του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττομένη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δικ.), με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον τέταρτο λόγο εφέσεως, ο οποίος κατά πιστήν αντιγραφήν έχει ως ακολούθως: “ΔΙΟΤΙ ουχί ορθώς και δη νομίμως και κατά κακή εκτίμηση του παντοειδούς αποδεικτικού υλικού εγγράφου και εμμαρτύρου εδέχθη ότι προς την Τράπεζα Πειραιώς όφειλα πλέον του ποσού των 2.000.000 ευρώ, ενώ κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ήδη είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. 83/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής η οποία ακύρωσε τη σχετική διαταγή πληρωμής για ουσιαστικούς λόγους, γεγονός το οποίο γνώριζε η ως άνω εφεσίβλητη, παρά ταύτα όμως δεν ανέφερε στην πρωτόδικη δίκη”. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο εφέσεως, τον οποίο και ερεύνησε και αξιολόγησε.

 

 

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ άρθ.559 αρ.11, 20 ΚΠολΔ

 

Περαιτέρω, στο κύριο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως γίνεται επίκληση και των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 11 και 20 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς όμως να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις και πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν σχετικές αναιρετικές πλημμέλειες, τις οποίες πρέπει να ερευνήσει το Δικαστήριο, πέραν του ότι οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στην διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ’ όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος σ’ αυτήν λόγος πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο

 

Απόφ. ΑΠ…..

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Ο ΣΟΛΩΝ

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας