1.Πώληση «Τυφλού Ακινήτου»

Συρροή Ενδοσυμβατικής και Αδικοπρακτικής Ευθύνης

Έλλειψη Συνομολογημένης Ιδιότητας Πράγματος και Απάτη

 

2.Ακυρότητα Αγοραπωλησίας

κατά το μέρος του τιμήματος που δόθηκε

Επί πλέον του Αναγραφομένου

 

3.Αναιρετική Διαδικασία

Απορριπτέος ως Απαράδεκτος, Άλλως Αβάσιμος

ο εκ του Άρθρου 559 παρ. 1, 10 και 19 ΚΠολΔ λόγοι Αναίρεσης

 

 

 « Ο πρώτος εναγόμενος, Σ. Κ., πώλησε στον ενάγοντα, Ά. Κ., με το νομίμως μεταγραφέν, με αριθμό …/….7.2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Γυθείου Λακωνίας, Μερόπης συζ. Χαραλάμπους Βαρναβίδη, το γένος Ευαγγέλου Παναγάκου, ένα αγροτικό ακίνητο στην …. Τίμημα της πώλησης ορίστηκε το ποσό των 45.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων αγοραστής εξόφλησε ολοσχερώς. … Ο ενάγων βρήκε αυτό της αρεσκείας του και τον μήνα Ιανουάριο 2008 απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να το επισκεφθεί και να διαπραγματευθεί την αγορά του. Τότε, ο πρώτος εναγόμενος τον ενημέρωσε, ότι στερείτο τίτλου κτήσεως, καθόσον είχε καταστεί κύριος του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγος για τον οποίο δεν είχε μέχρι τότε συνταχθεί τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου. Σε συνάντηση του ενάγοντος με τον πρώτο εναγόμενο, τον επόμενο μήνα (Φεβρουάριο 2008), που έλαβε χώρα στο ένδικο ακίνητο και αφού ο ενάγων είχε προκαταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ έναντι του τιμήματος, που συμφωνήθηκε, στο ποσό των 50.000 ευρώ, ο πρώτος εναγόμενος πωλητής, υπέδειξε τα όρια του ακινήτου στον ενάγοντα και του δήλωσε ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος την υποχρέωση να διαμορφώσει το βόρειο επίμηκες τμήμα του ακινήτου, που είχε πρόσωπο στην επαρχιακή οδό …, γιατί το μέρος αυτό ήταν δασωμένο, εγκαταλελειμμένο και ως εκ τούτου, δύσβατο. Ακολούθως, το μήνα Ιούλιο 2008, ο τοπογράφος – μηχανικός Γυθείου, Σ. I. Κ., συνέταξε κατόπιν σχετικής εντολής του ενάγοντος και μετά υπόδειξη των ορίων από τον πρώτο εναγόμενο, τοπογραφικό διάγραμμα του ενδίκου ακινήτου, σύμφωνα με το οποίο και μετά ακριβή καταμέτρηση, η επιφάνειά του ήταν μικρότερη από 10 στρέμματα και συγκεκριμένα ήταν 8.454,64 τετ. μέτρα, λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε η μείωση του τιμήματος αγοραπωλησίας κατά 5.000 ευρώ, προσδιορίστηκε δηλαδή, ως τίμημα του ενδίκου αγροτεμαχίου το χρηματικό ποσό των 45.000 ευρώ, το οποίο και κατεβλήθη ολοσχερώς από τον ενάγοντα, λίγο πριν την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου αγοραπωλησίας (5717/2008), με αναγραφόμενο τίμημα μικρότερο του πράγματι καταβληθέντος και δη, αυτό των 13.244 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι επίμηκες τμήμα εμβαδού 250 τετ. μέτρων στο βόρειο τμήμα του ακινήτου, που οδηγεί στην έξοδο αυτού προς την επαρχιακή οδό …, δεν ανήκει κατά κυριότητα στον πωλητή πρώτο εναγόμενο. … Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο πρώτος εναγόμενος, πωλητής του ενδίκου ακινήτου, καλώς γνώριζε ότι η επιμήκης προς βορράν εκτεινόμενη εδαφική λωρίδα, που ανωτέρω προπεριγράφηκε, δεν ήταν τμήμα της πωλούμενης ιδιοκτησίας του, αλλά ήταν τμήμα του ακινήτου ιδιοκτησίας του Κ. Ξ., όπως επίσης γνώριζε ότι η προς δυσμάς έξοδος του ακινήτου του από το παλιό δημοτικό μονοπάτι, δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Σώστη, είναι ιδιαιτέρως στενή και δεν επιτρέπει την διέλευση οχημάτων, γεγονός που καθιστούσε το ακίνητο του εν τοις πράγμασι “τυφλό”. Προκειμένου, όμως, να επιτύγχανε τη πώληση του υπόψη ακινήτου στον ενάγοντα, παρέστησε σε αυτόν, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε το ακίνητο τον μήνα Φεβρουάριο 2008, ψευδώς, και εν επιγνώσει του, ότι στο πωλούμενο ακίνητο ιδιοκτησίας του, περιλαμβανόταν η ένδικη επιμήκης εδαφική λωρίδα, επιφάνειας 250 τετ. μέτρων, που κατέληγε σε πλευρά 4,95 μέτρων, στην επαρχιακή οδό …, την οποία, μάλιστα, ανέλαβε να καθαρίσει και να διαμορφώσει, επειδή ήταν δασωμένη και απροσπέλαστη. Στις άνω ψευδείς παραστάσεις του, που απέβλεπαν στη παραπλάνηση του ενάγοντος, ο πρώτος εναγόμενος είχε τη συνδρομή του δεύτερου εναγομένου (ως προς τον οποίο δεν εισήχθη η κρινόμενη έφεση…..). Ο τελευταίος, προκειμένου να συνδράμει τον πρώτο εναγόμενο στη σκοπούμενη πώληση του επιδίκου προς τον ενάγοντα, εμφανίστηκε ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος Αρεόπολης, μετά τη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος του επιδίκου ακινήτου από τον παραπάνω τοπογράφο – μηχανικό και δήλωσε υπεύθυνα και ενυπόγραφα, του γνησίου της υπογραφής του βεβαιωθέντος από τον αρμόδιο αξιωματικό, υπό την ψευδώς δηλωθείσα ιδιότητα του μοναδικού προς ανατολάς ομόρου ιδιοκτήτη, ενώ αυτός ήταν τότε συγκύριος του προς ανατολάς ακινήτου με τα αδέλφια του, από κληρονομιά του πατέρα τους, ότι αποδέχεται τα όρια, που υλοποίησε ο πρώτος εναγόμενος στο επίδικο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του, αν και καλώς γνώριζε, ότι η επίδικη, επιμήκης εδαφική λωρίδα επιφάνειας 250 τετ. μέτρων, που είχε έξοδο σε πλευρά 4,95 μέτρων, στην επαρχιακή οδό …, δεν ανήκε στο πωληθέν ακίνητο του πρώτου εναγομένου ούτε άλλωστε στο προς ανατολάς του επιδίκου, ακίνητο συγκυριότητος του ιδίου και των αδελφών του, (αργότερα κτηθέν κατά δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητος από τον αδελφό του Σ. Ξ.) αλλά στο προς δυσμάς της λωρίδος κείμενο ακίνητο, της ιδιοκτησίας Κ. Ξ., Συνέπεια των παραπάνω παραπλανητικών ενεργειών, ήταν να πεισθεί ο ενάγων ότι το πωλούμενο σ’ αυτόν ακίνητο είχε έξοδο και μάλιστα σε πλευρά 4,95 μέτρων προς την επαρχιακή οδό Αρεόπολης – Γερολιμένα και να προβεί στην αγορά του καταβάλλοντας τίμημα 45.000 ευρώ, ενώ αν γνώριζε την πραγματικότητα ότι δηλαδή το πωληθέν ακίνητο ήταν “τυφλό”, χωρίς δυνατότητα εισόδου σ’ αυτό οχημάτων προκειμένου να οικοδομηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, δεν θα προέβαινε στην υπόψη αγορά.Καθίσταται σαφές, συνεπώς, εν προκειμένω, ότι ο εκκαλών – πρώτος εναγόμενος ο οποίος ρητώς ισχυρίζεται δικαίωμα κυριότητος τρίτου (μη διαδίκου) επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εξ ού και η πρότασή του προς τον ενάγοντα συστάσεως πραγματικής δουλείας υπέρ του πωλουμένου ακινήτου, εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίστηκε εαυτόν κύριο της εδαφικής λωρίδας, τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τον ενάγοντα αγοραστή, αλλά όσο και δηλώντας τούτο στο υπόψη συμβόλαιο αγοραπωλησίας, με το οποίο μεταβίβασε στον τελευταίο ανύπαρκτο εμπράγματο δικαίωμα, ως μη αληθής κύριος της επιδίκου λωρίδας γης. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου χωρίς τις άνω συμφωνηθείσες ιδιότητες αυτού, ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ και όχι των 45.000 ευρώ, που ο ενάγων κατέβαλε για την αγορά του, ώστε η ενοχική δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος συμβολαιογραφικός τύπος ως προς το μέρος του τιμήματος που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα αγοραστή, πλην δεν αναγράφηκε στο υπόψη αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, είναι άκυρη, κατά τη συμφωνία του τιμήματος, που δόθηκε επί πλέον του αναγραφομένου, δηλαδή κατά το ποσό των (45.000 – 13,244 =) 31.756 ευρώ. Αποδείχθηκε, επίσης, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ότι μαζί με τη συμβατική παράβαση του πρώτου εναγομένου, που ενεργοποίησε την ευθύνη του για αποζημίωση λόγω έλλειψης συνομολογηθείσας ιδιότητας του επιδίκου, συνέτρεξαν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που μαζί με τη συμβατική παράβαση συνθέτουν το “πραγματικό” της αδικοπραξίας, [επί πλέον, δε, συνιστούν και αξιόποινη συμπεριφορά (απάτη)], εκ της οποίας ο ενάγων υπέστη ζημία. Η ζημία του ενάγοντος συνίσταται στο ποσό της διαφοράς μεταξύ των 45.000 ευρώ, που κατέβαλε ως συμφωνημένο τίμημα για το επίδικο ακίνητο και των 5.000 ευρώ, που ήταν η πραγματική του αξία, ως “τυφλού”, άνευ δηλαδή, της εδαφικής λωρίδας, που οδηγούσε στον άνω επαρχιακό δρόμο. Ας σημειωθεί, ότι το ποσό της διαφοράς μεταξύ του πράγματι καταβληθέντος τιμήματος της ένδικης πώλησης (45.000 ευρώ) και του αναγραφομένου στο υπόψη συμβόλαιο (13.244 ευρώ), δηλαδή (45.000 – 13.244 =) 31.756 ευρώ, που συνιστά το ακύρως καταβληθέν και μη ανταποκρινόμενο στη πραγματική αξία του ενδίκου ακινήτου, τίμημα, για το οποίο δεν υπήρξε έγκυρη συμφωνία καταβολής του, επειδή αυτή δεν υποβλήθηκε στον απαιτούμενο από το άρθρο 369 του ΑΚ, συμβολαιογραφικό τύπο, κατά το οποίο ο πρώτος εναγόμενος έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, επικαλύπτεται από το ανωτέρω επιδικαζόμενο ποσό της αποζημίωσης από την αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου εναγομένου, λόγω της εν προκειμένω, από την παράλληλη άσκηση των εν λόγω αξιώσεων, ικανοποίηση της μίας, η οποία συνεπιφέρει την απόσβεση της άλλης κατά το ισόποσο. Περαιτέρω, … κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση … ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο τελεί σε ανεκτή αναλογία προς το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, καθώς και προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά……απορριπτομένου του επί πλέον αιτηθέντος, ως αβασίμου από ουσιαστική άποψη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δέκτη, ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει ως χρηματική του ικανοποίηση, το ποσό των 2.000 ευρώ, αμφοτέρων των ποσών νομιμοτόκως από της επομένης, που έγινε η επίδοση της αγωγής».

 

 

Αναιρετική Διαδικασία

Απορριπτέος ως Απαράδεκτος, Άλλως Αβάσιμος

ο εκ του Άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ Λόγος Αναίρεσης

 

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004 ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε πως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ.19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή του αναιρεσείοντα, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε προσδιορίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

 

 

Αναιρετική Διαδικασία

Απορριπτέοι ως Απαράδεκτοι, Άλλως Αβάσιμοι

οι εκ του Άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ Λόγοι Αναίρεσης

 

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Διδάγματα δε της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικό είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους. (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 752/2017). Συνακόλουθα τούτων, τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1). Έτσι, αν στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κάποιου νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. Α.Π. 8/2005, ΑΠ 1353/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ’ αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή) κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν. (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 698/2009).

Μετά ταύτα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίμαχος λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία, όπως προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή σε βάρος του, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Παράλληλα, με τον ίδιο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο “δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο έχει τελικώς ως “τυφλός” πραγματική αξία ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, έχει παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αφενός μεν, αφού όλοι γνωρίζουν ότι το έτος 2008, ότε και έλαβε χώρα η επίδικη αγοραπωλησία, ουδέν ακίνητο πωλείτο με τίμημα κατώτερο της αντικειμενικής του αξίας, αφετέρου δε παρείδε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα”, που επικαλείται, “την ίδια στιγμή που ο αντίδικος ουδέν συγκριτικό στοιχείο προσκόμισε για να αποδείξει ότι η πραγματική αξία του επίμαχου ακινήτου ανήρχετο στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, παρά γενικά και αόριστα επικαλέστηκε την αξία τούτη, προκειμένου αυτός να πλουτίσει παράνομα σε βάρος του”.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε πως ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού για τη θεμελίωσή του δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η προβαλλόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής δεν αφορά σε ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά στην εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν, καθώς και στη μη χρησιμοποίηση των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα διδαγμάτων κοινής πείρας και λογικής, προς διαπίστωση της βασιμότητας των παραπάνω πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ, αλλά ούτε εκείνες του άρθρου 1 του π.δ. της 24-5/31-5-1985 ή των άρθρων 162 επ. του π.δ.14-7/27-7-1999, σχετικά με την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του περιγραφόμενου στην προσβαλλόμενη απόφασή του αγροτεμαχίου και μετά την αφαίρεση της επίμαχης εδαφικής λωρίδας των 250 τ.μ., όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

 

 Αναιρετική Διαδικασία

Απορριπτέοι ως Αβάσιμοι

οι εκ του Άρθρου 559 παρ. 10 ΚΠολΔ Λόγοι Αναίρεσης

 

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1/2008). Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014).

Μετά ταύτα, το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους επίμαχους λόγους αναίρεσης, δεχόμενο ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε, παρά το νόμο, πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αυτό, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, αξιολογώντας αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

 

 Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της.

 

 

Απόφ. ΑΠ…

 

AAAAA %CE%9D%CE%95%CE%9F %CE%93%CE%99%CE%91 NEWSLETTER gia site 41 1

 

 

BANNER-LINKEDIN

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας