Αγωγή Αναγνώρισης Ακυρότητας Δημόσιας Διαθήκης
Έννοια Ψυχικής ή Διανοητικής Διαταραχής κατά το άρθρ. 1719 ΑΚ
Απαράδεκτη η Αίτηση Αναίρεσης κατά το μέρος που Δεν περιλαμβάνει λόγο κατά ενός Κεφαλαίου της Αναιρεσιβαλλόμενης
Είναι κάθε Διαταραχή που Μειώνει σημαντικά την Ικανότητα για Αντικειμενικό Έλεγχο της Πραγματικότητας
Απαράδεκτη η Αίτηση Αναίρεσης κατά το μέρος που
Δεν περιλαμβάνει λόγο κατά ενός Κεφαλαίου της Αναιρεσιβαλλόμενης
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ
πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ο νόμιμος τρόπος προσκόμισής του και ο ισχυρισμός σε σχέση με τον οποίο προσκομίστηκε
Στην προκείμενη περίπτωση…….
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ότι ο διαθέτης, πατέρας των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης (18-10-2013) με την οποία ανακάλεσε προηγούμενη διαθήκη του, ΔΕΝ έπασχε από γεροντική άνοια, οργανικό σύνδρομο, ανοϊκό σύνδρομο ή αγγειακή εγκεφαλοπάθεια με βραδυψυχισμό και ΔΕΝ παρουσίαζε εξασθένηση της βούλησής του, ούτε ανικανότητα για τη λήψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, ούτε διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών του και διανοητική έκπτωση και γενικά λόγω και της προϊούσης ηλικίας του δεν βρισκόταν σε κατάσταση μη επαφής με το περιβάλλον του ούτε και σε βαθμό σύγχυσης της συνείδησης τέτοιο, ώστε να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της δήλωσης της τελευταίας βούλησής του και σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και δεν του επέτρεπε να προσδιορίσει ελεύθερα με λογικούς υπολογισμούς το περιεχόμενό της, αλλά ενήργησε με διαύγεια, νηφαλιότητα και με ελεύθερη δική του βούληση. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, έλαβε υπ’ όψιν ότι παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας του διαθέτη, οι ενέργειές του πριν από τη σύνταξη της διαθήκης, όπως αιτήσεις αυτού σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες, δεικνύουν άτομο ενεργό και όχι άτομο με διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών και ότι η σωματική του αναπηρία δεν επηρέασε την πνευματική και νοητική του διαύγεια αλλά ούτε και η προϊούσα ηλικία του επηρέασε τη γραφικό του χαρακτήρα, ενώ ουδείς από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι, λόγω της κατάστασης αυτής της υγείας του, δεν ήταν σε θέση να σκέπτεται, να συνομιλεί, να διαβάζει ή να υπογράφει, έστω και με δυσκολία κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που δεν περιλαμβάνει λόγο κατά ενός κεφαλαίου της αναιρεσιβαλλόμενης
Κατά τα άρθ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αίτηση αναίρεσης δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναίρεσης, ακόμη και απαράδεκτο ή αβάσιμο, απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 623/2017).
Η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες έφεση κατά της οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη – δεύτερη εναγομένη Π. χήρα Ν. Γ., δέχθηκε δε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν αυτήν (έφεση) ως προς την πρώτη εφεσίβλητη -πρώτη εναγομένη. Η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης από τις αναιρεσίβλητες, καθόσον δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτή κανένας αναιρετικός λόγος που να αφορά πλημμέλεια του κεφαλαίου της αμέσως πιο πάνω εφετειακής απόφασης (αναιρεσιβαλλομένης), με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση καθόσον στρεφόταν κατά της δεύτερης των εφεσιβλήτων.
Έννοια ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής κατά το αρ. 1719 ΑΚ: κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. (ΑΠ 913/2019, ΑΠ 405/2019, ΑΠ 489/2018). Τέλος, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1733 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η ανάγνωση της πράξης από το συμβολαιογράφο συντάκτη της πρέπει να γίνεται προς το διαθέτη και συγχρόνως από την ίδια ανάγνωση να ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξή της και όχι να γίνεται χωριστά για το διαθέτη και χωριστά για τα πρόσωπα που συμπράττουν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ο νόμιμος τρόπος προσκόμισής του και ο ισχυρισμός σε σχέση με τον οποίο προσκομίστηκε
Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α)το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, γ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και δ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Απόφ. ΑΠ……
Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας