facebook

1. Σχέση Έμμισθης Εντολής Δικηγόρου

 Κύριο χαρακτηριστικό της Σύμβασης Έμμισθης Εντολής

 είναι η Περιοδικότητα της Αμοιβής

 

 

2. Παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή

 είναι επιτρεπτή μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής

 

 

 3. Σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος,

 που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα,

 αμείβεται γι’ αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή

 

Με την αναιρεσιβαλλόμενη το Μονομελές Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη έφεση του ενάγοντος κατά της 92/2016 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία η σχέση που συνέδεε τον ήδη αναιρεσείοντα με την ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν ήταν αυτή της δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία. Συγκεκριμένα, δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων, δικηγόρος, ξεκίνησε να συνεργάζεται με την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, κατόπιν άτυπης προφορικής συμφωνίας, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας σε υποθηκοφυλακεία της Αττικής. Στο πλαίσιο της άτυπης συνεργασίας ο ίδιος δεν εντάχθηκε στο προσωπικό της Τράπεζας, δεν του παραχωρήθηκε χώρος γραφείου στη νομική υπηρεσία και δεν ακολουθούσε ωράριο. Του ανέθεταν τη διενέργεια συγκεκριμένου αριθμού ερευνών και αμειβόταν κάθε μήνα για τις έρευνες που πραγματοποιούσε, εκδίδοντας αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Το ποσό που λάμβανε μηνιαίως ήταν σταθερό, αντιστοιχούσε δε σε αριθμό ερευνών που η Τράπεζα του ανέθετε. Εξάλλου κατά τις 29-3-2013 για πρώτη φορά καταρτίστηκε γραπτή σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και της Τράπεζας, στην οποία, κατόπιν τροποποιήσεων, αποτυπώθηκε ότι βάση υπολογισμού της ως άνω μηνιαίας αμοιβής του ήταν η επί μέρους αμοιβή για κάθε διενεργούμενη έρευνα. Καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας του αναιρεσείοντος με την αναιρεσιβαλλόμενη δεν τους συνέδεε σχέση έμμισθης εντολής διότι, αφενός το σταθερό ποσό της αμοιβής του αναιρεσείοντος αντιστοιχούσε σε σταθερό αριθμό ερευνών και δεν ήταν ανεξάρτητο από τον αριθμό των ανατεθειμένων σε αυτόν υποθέσεων, αφετέρου η μορφή της συνεργασίας δεν παρουσίαζε το βαθμό δέσμευσης που εμφανίζει η σύμβαση έμμισθης εντολής, κατά την οποία, ο, στο πλαίσιο τέτοιας σύμβασης, ενεργών δικηγόρος, δεσμεύει μεγαλύτερο χρόνο στη διάθεση του εντολέως του, προς διεκπεραίωση ποικίλλων υποθέσεων που του ανατίθενται. Ο αναιρεσείων διέθετε μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας, αφού προσερχόταν στα γραφεία της Τράπεζας μόνο για να παραλάβει και να παραδώσει την εργασία του, ενώ όλο τον εργάσιμο χρόνο του διέθετε κατά βούληση, μεριμνώντας μόνο να διεκπεραιώσει και τις ανατεθείσες έρευνες εντός ευλόγου χρόνου. Τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών μορφών συνεργασίας γνώριζε και αποδεχόταν ο εκκαλών, αφού, επί σειρά ετών, δεχόταν τη μορφή της συμβάσεώς του και το γεγονός ότι δεν λάμβανε ούτε μηνιαίο μισθό, ούτε τα δώρα και επιδόματα που λάμβαναν οι δικηγόροι με σύμβαση έμμισθης εντολής και ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε αξίωσε αυτά, γνωρίζοντας ότι δεν τα δικαιούται. Ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να του καταβληθούν α) τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ο ίδιος ελάμβανε, σε σχέση με τις αποδοχές των λοιπών δικηγόρων που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 14-4-2014, συνολικού ποσού 268.517,62 ΕΥΡΩ, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, β) αποζημίωση απόλυσης ποσού 78.284,96 ΕΥΡΩ, και γ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5000 ΕΥΡΩ.

 

Παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής.

 

Σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι’ αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

 

Κατά το άρθρο 92 Α του νδ 3026/1954, που έχει εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση και το νεότερο άρθρο 42 του Ν. 4194/2013 προκύπτει ότι σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι’ αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του ν.δ 3026/1954 είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έμμισθης εντολής που συνάπτει ο δικηγόρος με τον πελάτη του είναι η περιοδικότητα της αμοιβής, η συμφωνία δηλαδή ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται παγίως κατά μήνα ή κατ’ έτος και θα είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων, επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του, γραπτές ή προφορικές. Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς και σιωπηρώς και, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με ομολογία. (ΑΠ 863/2018, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 1231/2018, 1474/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δε συνδεότν με την αναιρεσιβαλλόμενη με σχέση έμμισθης εντολής παρά τη σταθερότητα της μηνιαίας αμοιβής του, η οποία ήταν συναρτώμενη με τον αριθμό των ελέγχων που εκείνος διενεργούσε, ερμήνευσε ορθώς τις ανωτέρω διατάξεις διαλαμβάνοντας πλήρη αιτιολογία.

Απόφ…

 

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας