Αρχική Νομολογία Αποζημίωση επί θανατώσεως προσώπου Ψυχική Οδύνη Αλλοδαπών Εφαρμοστέο ΑΜΕΣΑ το Ελληνικό Δίκαιο – ΑΚ 932 (1) Χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας αλλοδαπών διατάξεων Αναφορικά με τον κύκλο των δικαιουμένων προσώπων (ΣΣ Δικαίωση των θέσεων του περιοδικού μας) Απόφ. ΑΠ 937/2010

Ψυχική Οδύνη Αλλοδαπών Εφαρμοστέο ΑΜΕΣΑ το Ελληνικό Δίκαιο – ΑΚ 932 (1) Χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας αλλοδαπών διατάξεων Αναφορικά με τον κύκλο των δικαιουμένων προσώπων (ΣΣ Δικαίωση των θέσεων του περιοδικού μας) Απόφ. ΑΠ 937/2010

Στην περίπτωση θανατώσεως αλλοδαπού, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησεως, λόγω ψυχικής οδύνης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ. αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως που εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμμία ρύθμιση. 
Μόνο στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, η συγγενική ιδιότητα, εφ’ όσον έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσεως εκείνης, από την οποία προέρχονται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι νομίμου γάμου ή συγγενικής σχέσεως γονέως και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει, τελικώς, την ιδιότητα του συζύγου ή τέκνου, ή του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος.



Αναιρετική Διαδικασία
κατ. Άρθρ. 9 άρθ. 559 ΚΠολΔ
Αναιρετέα η απόφαση που επιδικάζει καταψηφιστικώς
Αίτημα που τράπηκε σε αναγνωριστικό (2)


Αναιρείται εν μέρει εφετειακή απόφαση καθότι παρά τον περιορισμό του αιτήματος των εναγόντων σε αναγνωριστικό, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως καταψηφιστική. Έτσι, όμως, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.



Απόφ. ΑΠ 937/2010
Πρόεδρος : Διονύσιος Γιαννακόπουλος
Εισηγητής : Σοφία Καραχάλιου
Μέλη : Ελευθέριος Μάλλιος – Γεωργία Λαλούση – Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτη
Δικηγόροι : Νικόλαος Μουσάς – Αλέξανδρος Πρατικάκης



Σχόλια & Παρατηρήσεις
1) Ψυχική Οδύνη Αλλοδαπών & Εφαρμοστέο ΑΜΕΣΑ το Ελληνικό Δίκαιο & ΑΚ 932
Η κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση συντάσσεται με την νέα θέση που έλαβε το Ανώτατο Ακυρωτικό μας Δικαστήριο με αντίστοιχες αποφάσεις του το τρέχον έτος, επαναφέροντας στην ορθή κατά την γνώμη μας 
Επιβραβεύεται έτσι ο αγώνας που έδωσε το περιοδικό μας δια των στηλών του, αναφορικά με το δημιουργηθέν μείζον αυτό ζήτημα, διερμηνεύοντας το περί δικαίου αίσθημα.
Βλ. Ομοίως ΑΠ 597/2010 ΕΣυγκΔ 2010/221 μετά σχετικών σχολίων & παρατηρήσεων. 
Βλ. Ομοίως και ΑΠ 581/2010 ΕΣυγκΔ 2010/92, ΑΠ 525/2010 ΕΣυγκΔ 2010/88

2) Μεταβολή Καταψηφιστικού Αιτήματος σε Αναγνωριστικό – 
Αναίρεση κατ΄άρθρ. 559 αρ.9 ΚΠολΔ όταν το Εφετείο διέλαβε καταψηφιστική 
και όχι αναγνωριστική διάταξη ΑΠ 165/2007 ΣΕΣυγκΔ 2007/469



Κείμενο Απόφ. ΑΠ 937/2010

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ “οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού, διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο. Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό κρίνεται, εκτός άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της προσφόρου αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημιώσεως, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημιώσεως, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ), τα θέματα των εξόδων κηδείας, της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλομένων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημιώσεως. Στην προαναφερθείσα έννοια του “κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων” περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου. 

Επομένως, στην περίπτωση θανατώσεως, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα, αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησεως, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια “των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων”, τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανατώσεως, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ. αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως που εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμμία ρύθμιση. 
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου “οικογένεια του θύματος”, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεως του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της. από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ’ εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολ.ΑΠ 21/2000). Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίησή των, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της “οικογένειας” όπως προσδιορίζεται, αποκλειστικώς, από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διατάξεως που προαναφέρθηκε. Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, εφ’ οσον έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσεως εκείνης, από την οποία προέρχονται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι νομίμου γάμου ή συγγενικής σχέσεως γονέως και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει, τελικώς, την ιδιότητα του συζύγου ή τέκνου, ή του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος.
Εξ’ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογή του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. 

Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ότι, σε περίπτωση θανατώσεως αλλοδαπού υπηκόου, συνεπεία αδικήματος, διαπραχθέντος στην Ελλάδα, για το ζήτημα αν κάποιος ανήκει στην οικογένεια του θύματος και εντεύθεν έχει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ και, επομένως, το ζήτημα αυτό κρίνεται κατά το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, και ειδικότερα κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με βάση την οποία αδιαμφισβήτητα μέλη της οικογένειας του παθόντος είναι οι γονείς, οι ανιόντες (παππούς και γιαγιά), ο ή η σύζυγος αυτού, ανεξαρτήτως αν ζούσαν μαζί ή διέμεναν χωριστά, ενώ κατά το αλλοδαπό δίκαιο θα κριθεί η συγγενική ιδιότητα, που συναρτάται με την νομιμότητα του γάμου, από τον οποίο προέρχεται η επικαλουμένη συγγένεια. Ακολούθως, με βάση την παραδοχή αυτή, εφαρμόζοντας το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, έκρινε νόμιμη την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, Αλβανών υπηκόων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και η εξ αυτών αναιρεσείουσα να τους καταβάλουν τα εις αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του υιού, αδελφού και εγγονού αυτών ΑΑ, ωσαύτως Αλβανού υπηκόου, που επήλθε από το αναφερόμενο σ’ αυτή και επισυμβάν, την 20-7-2005, επί της … οδού, τροχαίο ατύχημα. Δικάζοντας δε κατ’ ουσίαν την αγωγή, μετά εξαφάνιση, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τους ενάγοντες – αναιρεσιβλήτους, της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, εδέχθη κατά ένα μέρος αυτή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, διότι, ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, ΑΑ, τα οποία έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο ήταν το Ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και γινόμενος με αυτή προσδιορισμός της εννοίας “της οικογένειας” και όχι το Αλβανικό δίκαιο. Παραλλήλως, δεν παραβίασε, με την μη εφαρμογή των, τις διατάξεις των άρθρων 17-18 του ΑΚ, που υποδεικνύουντην εφαρμογή του Αλβανικού δικαίου, εφ’ όσον με το αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση, ότι στο Εφετείο αμφισβητήθηκε η ιδιότητα και η προαναφερόμενη συγγενική σχέση των εναγόντων – αναιρεσιβλήτων με τον θανόντα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη εφαρμογή, των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. 

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 927 ΑΚ, επειδή το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο θάνατος του προαναφερομένου ΑΑ οφείλεται στην ρήξη του δεξιού ελαστικού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αλλά και στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, δεν επιμέρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας κατ’ ίσα μέρη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, στα οποία περιέχονται και οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφαρμόσθηκε, ως προς τον παθόντα, η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, αλλά αυτή του άρθρου 300 ΑΚ, με βάση την οποία κρίθηκε ότι τον βαρύνει συντρέχον πταίσμα, κατά ποσοστό 30%, “στην έκταση του τραυματισμού του και τον εξ αυτού θάνατό του”.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ’ όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκα και όταν, παρά τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτή, ως καταψηφιστική. 
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 8-11-2005 αγωγής των, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικόγραφο της οποίας επιτρεπτώς επισκοπείται από τον ‘Αρειο Πάγο (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα εις αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίησή των, για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς των, ΑΑ, ο οποίος επήλθε από το αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, την 20-7-2005. Κατά την συζήτηση της αγωγής, οι ενάγοντες, με δήλωσή τους (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους), η οποία καταχωρίσθηκε στα υπ’ αριθ. 4616/7-6-2006 πρακτικά του ανωτέρω δικαστηρίου, περιόρισαν το αίτημα της αγωγής των, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Παρά τον περιορισμό αυτόν, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως καταψηφιστική, και υποχρέωσε τους εναγομένους και την αναιρεσείουσα “να καταβάλουν” στους ενάγοντες τα εις αυτή ποσά. Έτσι, όμως, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκα και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο μέρος της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό μέρος της αποφάσεως, στο ίδιο δικαστήριο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Τέλος, εκτιμάται, ότι τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω της κατ’ ίση έκταση εν μέρει νίκης και ήττας τούτων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 183, 178 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 1077/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. 
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά των έξοδα.
Κρίθηκε 
————————-