facebook
Αρχική Νομολογία Αποζημίωση επί θανατώσεως προσώπου Ψυχική Οδύνη Αλλοδαπών (1) σε τροχαία ατυχήματα στην Ελλάδα Εφαρμοστέο Δίκαιο το Ελληνικό (ΑΚ 26 & 932) Αναφορικά με την απόδειξη της συγγενικής σχέσης Εφαρμοστέο το Αλλοδαπό Δίκαιο Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου τεύχος Φεβρουάριος

Ψυχική Οδύνη Αλλοδαπών (1) σε τροχαία ατυχήματα στην Ελλάδα Εφαρμοστέο Δίκαιο το Ελληνικό (ΑΚ 26 & 932) Αναφορικά με την απόδειξη της συγγενικής σχέσης Εφαρμοστέο το Αλλοδαπό Δίκαιο Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου τεύχος Φεβρουάριος

Κατά το άρθρο 26 του ΑΚ οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Συνεπώς κατά τη διάταξη αυτή κρίνεται μεταξύ των άλλων και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης εξ ΑΚ 932, με την οποία ορίζονται 
ως δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και τα μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος, χωρίς όμως να γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος». 
Ο όρος «οικογένεια» αποτελεί αόριστη νομική έννοια του Ελληνικού ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου ο κύκλος των δικαιουμένων προσώπων προσδιορίζεται από το ίδιο το άρθρο 932 ΑΚ, του οποίου το εννοιακό εύρος και βάθος έχει επεξεργαστεί η νομολογία των δικαστηρίων.
Σύμφωνα με παγία θέση της νομολογίας μας αδιαμφισβήτητα μέλη της οικογένειας του παθόντος είναι οι γονείς, οι αδελφοί. 
Συνεπώς, σε υποθέσεις με στοιχεία αλλοδαπότητας ο κύκλος των δικαιούμενων προσώπων, είναι προσδιορισμένος από το Ελληνικό δίκαιο. 

Για την κρίση του θέματος αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., καθίσταται αναγκαία προσφυγή στις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου. 
Συνεπώς, ως προς το σημείο αυτό και ΜΟΝΟ θα πρέπει να γίνει λόγος για την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου και όχι για το αν δικαιούνται ή όχι τα αδέλφια και οι γονείς του παθόντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. 
Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκε ότι για να ασχοληθεί το Ανώτατο Ακυρωτικό δικαστήριο με το πιο πάνω ζήτημα, δηλαδή ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος, που δικαιούνται, κατά το άρ. 932 του ΑΚ αποζημίωση για ψυχική οδύνη, θα πρέπει να υπάρχει σχετικός λόγος αναιρέσεως, με επίκληση κανόνα του αλλοδαπού δικαίου, κατά τον οποίο δεν υπήρχε σχέση γονέα ή αδελφού των αιτούντων αποζημίωση με το θανατωθέντα και εντεύθεν χώρησε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.



Αποδεικτικά Μέσα
Ένορκες Βεβαιώσεις που συντάσσονται στην Αλλοδαπή
ενώπιον Έλληνα Προξένου ή Αλλοδαπού Συμβολαιογράφου & Παραδεκτές (1)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 671 του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόμενη και στη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, λαμβάνονται υπόψη εκτός των άλλων και οι ένορκες βεβαιώσεις που συντάσσονται στην αλλοδαπή ενώπιον του ‘Ελληνα Προξένου ο οποίος ασκεί και καθήκοντα συμβολαιογράφου, αλλά και ενώπιον αλλοδαπού συμβολαιογράφου ο οποίος αποτελεί επίσημη ξένη αρχή με καθήκοντα τα ίδια με εκείνα του Έλληνα Συμβολαιογράφου.



Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης
Οδήγηση άνευ την κατά νόμον Άδειας Ικανότητας
Καταχρηστική επίκληση του όρου εξαίρεσης (3)

Απορριπτέος κρίθηκε ο σχετικός λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 1 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 του Α.Κ, 189, 192 του Ε.Ν, 10 του Ν 489/1976 και 25 της Κ4 Υ.Α. με τις παραδοχές ότι δεν είχε δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου παρά το ότι έγινε δεκτό ότι ο ως άνω οδηγός κατά την οδήγηση δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδηγού για την κατηγορία του αυτοκινήτου που οδηγούσε και είχε συμφωνηθεί με όρο της σύμβασης ασφαλίσεως ότι στην περίπτωση αυτή αποκλείεται ο ασφαλισμένος από την ασφάλιση. ‘Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε δικαίωμα για εναγωγή του ασφαλισμένου της οδηγού, αλλά ότι το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε καταχρηστικά. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. 





Απόφ. ΑΠ 581/2010
Πρόεδρος : Διονύσιος Γιαννακόπουλος
Εισηγητής : Ευτύχιος Πλαιοκαστρίτης
Δικηγόροι : Ευθύμιος Καραΐσκος & Γεώργιος Νάτσινας
Παρασκευή Τσιούγκου




Σχόλια & Παρατηρήσεις

1) Ψυχική Οδύνη Αλλοδαπών & Εφαρμοστέο Δίκαιο

Νέος ούριος άνεμος πνέει στο Ανώτατο Ακυρωτικό μας δικαστήριο & Εύγε
Επανέρχεται η τάξη εφόσον παύουν να ισχύουν θέσεις που ήταν δυνατόν να μας εκθέσουν διεθνώς, εφόσον εφαρμόζοντο δύο μέτρα και δύο σταθμά, αν εκρίνετο ότι ο ημεδαπός παθών δικαιούται ψυχικής οδύνης ενώ αντίθετα ο αλλοδαπός δεν δικαιούται, με το πρόσχημα ότι δεν προβλέπεται στο δίκαιο του τόπου ιθαγενείας του. Μια τέτοιου είδους μεθοδολογική συλλογιστική δεν μπορεί να αντέξει στην κρίση της ελεύθερης κοινωνίας μας, που καλείται να δεχθεί στα πλαίσια της πολιτισμικότητας την παρουσία και συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι των αλλοδαπών – οικονομικών μεταναστώ,ν αφού έχει καταστεί πασίδηλο και έχει αναγνωρισθεί από την Ελληνική Πολιτεία ότι, αποτελούν πολύτιμο εργατικό δυναμικό στην ανάπτυξη της χώρας μας, καταβάλουν τις υποχρεωτικές εκ του νόμου εργοδοτικές εισφορές στα ετοιμόρροπα Ελληνικά Ασφαλιστικά Ταμεία, τα παιδιά τους φοιτούν σε Ελληνικά Σχολεία και Πανεπιστήμια, και αφομοιώνονται ομαλά και σταδιακά στην κοινωνία μας, αποδεχόμενοι ήθη και έθιμά μας.
Βλ. ομοίως ΑΠ 525/2010 ΕΣυγκΔ 2010 Σελ. 88 και τα υπ΄ αυτή σχόλια & Παρατηρήσεις μας. Ομοίως και Εφ.Αθ. 2461/2010 ΕΣυγκΔ 2010 Σελ. 98

2) ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ, (Ληφθείσαι ενώπιον του Ελληνα Προξένου) μετά προηγουμένης νομοτύπου κλητεύσεως των αντιδίκων, Παραδεκταί . Εφ.Πειρ. 480/1996 ΣΕΣυγκΔ 1999/40, Μον.Πρ.Αθ. 1933/1997/ ΣΕΣυγκΔ 1997/531

2) Καταχρηστική άσκηση του όρου εξαίρεσης Ασφαλιστικής Κάλυψης 
Δια οδήγηση ΑΝΕΥ της κατά νόμον άδειας
Βλ. και ΑΠ 18/2010 ΕΣυγκΔ 2010 Σελ. 105 επ.



Κείμενο Απόφ. ΑΠ 581/2010

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου “οικογένεια του θύματος”, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών, στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (Ολ.ΑΠ 21/2000, 762/1992). Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων δεν περιλαμβάνονται ο πενθερός, η πενθερά και η σύζυγος και τα τέκνα της αδελφής του θανόντος ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι τέτοιοι του θανατωθέντος. Το πόρισμα δε τούτο ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται ο πενθερός, η πενθερά και οι από αδελφή γαμβρός και ανήψια του νεκρού εκ μόνης της συγγενικής τους σχέσης. Η επιδίκαση, πάντως, της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ’ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 731/05). 

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατά το δίκαιο που ορίζει η διάταξη αυτή κρίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: Αν η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος κάποιου άλλου, ποια είναι τα είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης, (άρθρ. 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 ΑΚ), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποιος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποιες οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση, αν, σε περίπτωση θανατώσεως του προσώπου, τα μέλη της οικογένειας του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υπόχρεων. Δεν είναι όμως η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλη διάταξη δικαίου αυτού. Έτσι, για την κρίση του θέματος αν κάποιος έχει ή όχι την ιδιότητα μέλους της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα (δηλαδή σύζυγος, τέκνο, κλπ), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα). (ΑΠ 799/2009, ΑΠ 3/2007). Ο όρος, όμως, “οικογένεια” αποτελεί αόριστη νομική έννοια του Ελληνικού ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, ο κύκλος των δικαιούμενων προσώπων προσδιορίζεται από τον ίδιο το αρθρ. 932 ΑΚ, και κατά την ερμηνευόμενη πιο πάνω έννοια του οποίου, μέλη της οικογένειας του παθόντος είναι και οι “γονείς” και οι “αδελφοί” του θανατωθέντος. Συνεπώς, ο κύκλος των δικαιούμενων προσώπων, είναι εν προκειμένω προσδιορισμένος από το Ελληνικό δίκαιο. Ποιος, όμως , έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη συγγενική ιδιότητα του “αδελφού”, ή του “γονέα”, πράγμα το οποίο συναρτάται πλέον με τη νομιμότητα του γάμου από τον οποίο προέρχεται η επικαλούμενη συγγενική σχέση, επί αλλοδαπού παθόντος, δεν θα καθορισθεί από το Ελληνικό δίκαιο, αλλά από το αλλοδαπό, με το οποίο συνδέονται ο θανατωθείς και οι αξιούντες τη χρηματική ικανοποίηση.
Συνεπώς, ως προς το σημείο αυτό και μόνο θα πρέπει να γίνει λόγος για την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου και όχι για το αν δικαιούνται ή όχι τα αδέλφια και οι γονείς του παθόντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 337 και 559.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο σε εφαρμογή των ορισμών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου διαπιστώσει ότι για τη ρύθμιση της κρινόμενης έννομης σχέσης πρέπει να εφαρμοσθεί αλλοδαπό δίκαιο, οφείλει, αν δεν το γνωρίζει, να το πληροφορηθεί χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο κατά τη κρίση του μέσο, χωρίς να δεσμεύεται από διαδικαστικούς ή λοιπούς τύπους της αποδεικτικής διαδικασίας. Αναιρετικά ελέγχεται μόνο αν παραβιάστηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που εφαρμόστηκαν και οι οποίες πρέπει να αναφέρονται για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Για να ασχοληθεί, συνεπώς, ο ‘Αρειος Πάγος με το πιο πάνω ζήτημα, δηλαδή ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος, που δικαιούνται, κατά το άρ. 932 του ΑΚ αποζημίωση για ψυχική οδύνη, θα πρέπει να υπάρχει σχετικός λόγος αναιρέσεως, με επίκληση κανόνα του αλλοδαπού δικαίου, κατά τον οποίο δεν υπήρχε σχέση γονέα ή αδελφού των αιτούντων αποζημίωση με το θανατωθέντα και εντεύθεν χώρησε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. 

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : “Από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στην νήσο Κω της Ελλάδος και ως, εκ τούτου, εφαρμοστέο είναι, κατ’ άρθρο 26 του Α.Κ., το Ελληνικό δίκαιο, κατά το οποίο έχει ήδη νομολογιακά καθοριστεί ποια άτομα θεωρούνται οικογένεια κατά το αρθρ. 932 ΑΚ, κατά το οποίο αποτελούν η φυσική μητέρα και πατέρας του θανατωθέντος καθώς και ο αδελφός, ως επίσης και ο παππούς και η γιαγιά από την πατρική και μητρική γραμμή, όπως εν προκειμένω ζητούν οι επτά πρώτοι των εναγόντων της κυρίας αγωγής . Από τα προσκομιζόμενα δε και επικαλούμενα σε επίσημη μετάφραση έγγραφα αποδεικνύεται η κατά το εφαρμοστέο Αγγλικό δίκαιο ύπαρξη του δεσμού συγγένειας των ανωτέρω με τον θανατωθέντα και, ως εκ τούτου, μη αμφισβητούμενης άλλωστε της σχέσεως των εκ μέρους της εναγομένης προς τον θανατωθέντα δεν παρίσταται ανάγκη προσκομίσεως του αλλοδαπού δικαίου, νομιμοποιουμένων των ως άνω εναγόντων προς ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης αυτών”. ‘Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα των άρθρων του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου και εκείνες του άρθρου 932 του ΑΚ Δ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος κα πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341, και 346 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι το δικαστήριο προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, περί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και να μη λαμβάνει υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, η παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζεται και στη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο λαμβάνονται υπόψη εκτός των άλλων και οι ένορκες βεβαιώσεις που συντάσσονται στην αλλοδαπή ενώπιον του ‘Ελληνα Προξένου ο οποίος ασκεί και καθήκοντα συμβολαιογράφου, αλλά και ενώπιον αλλοδαπού συμβολαιογράφου ο οποίος αποτελεί επίσημη ξένη αρχή με καθήκοντα τα ίδια με εκείνα του ‘Ελληνα Συμ/φου . Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο έλαβε υπόψη εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 27-4-2006 ένορκη βεβαίωση της … που συντάχτηκε ενώπιον του ‘Αγγλου συμ/φου John ragg.. Η ένορκη αυτή βεβαίωση συντάχτηκε νόμιμα μετά από κλήτευση των αντιδίκων από πρόσωπο που είχε την ιδιότητα του συμβ/φου στην Αγγγλία, όπως βεβαιώνεται στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση και συνεπώς ορθά λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον 2.2.4 λόγο της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Με τους 2.2.5 και 2.2.5.1 λόγους της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι μπορούσαν να ληφθούν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις που συντάχτηκαν ενώπιον του ‘Αγγλου συμ/φου παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι ενάγοντες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται ποιο ήταν το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης και αν η μη λήψη αυτής υπόψη επέφερε στην αναιρεσείουσα κάποια βλάβη ώστε να προκύπτει το έννομο συμφέρον αυτής για την προβολή του ανωτέρω λόγου της αναίρεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 του Α.Κ 189, 192 Ε.Ν και 11 παρ. 1 του Ν.489/1976, προκύπτει, ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί, ότι αποκλείεται από τον ασφαλιστή η κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του οχήματος, όταν ο οδηγός του δεν έχει άδεια που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί. Ο όρος αυτός δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρεώσεώς του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον τρίτο που ζημιώθηκε για την αποκατάσταση της ζημίας του . Η συνομολόγηση του όρου αυτού που παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου του, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με την παραπομπή της συμβάσεως ασφαλίσεως στους όρους της Κ4/585/ 5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργείου Εμπορίου, που έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 795 (τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ) στο άρθρο 25 αρ. 6 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό ο οποίος δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδηγήσεως για τη κατηγορία του οχήματος που οδηγεί (Α.Π 1718/2002). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 1 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 361 του Α.Κ, 189, 192 του Ε.Ν, 10 του Ν 489/1976 και 25 της Κ4 Υ.Α. με τις παραδοχές ότι δεν είχε δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου παρά το ότι έγινε δεκτό ότι ο ως άνω οδηγός κατά την οδήγηση δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδηγού για την κατηγορία του αυτοκινήτου που οδηγούσε και είχε συμφωνηθεί με όρο της σύμβασης ασφαλίσεως ότι στην περίπτωση αυτή αποκλείεται ο ασφαλισμένος από την ασφάλιση. ‘Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε δικαίωμα για εναγωγή του ασφαλισμένου της οδηγού, αλλά ότι το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε καταχρηστικά. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 22-12-2008 αίτηση για αναίρεση της 6023/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε 
———————————-