facebook
Αρχική Νομολογία Αποζημίωση επί θανατώσεως προσώπου Ψυχική Οδύνη 120.000 ευρώ στην Μητέρα Ψυχική Οδύνη 30.000 ευρώ στον συνυπαίτιο οδηγό και πατέρα του θανόντος τέκνου Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται κατ’ αρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος θα

Ψυχική Οδύνη 120.000 ευρώ στην Μητέρα Ψυχική Οδύνη 30.000 ευρώ στον συνυπαίτιο οδηγό και πατέρα του θανόντος τέκνου Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται κατ’ αρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος θα

Ψυχική Οδύνη 120.000 ευρώ στην Μητέρα Ψυχική Οδύνη 30.000 ευρώ
στον συνυπαίτιο οδηγό και πατέρα του θανόντος τέκνου
Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκί¬νητα δεν καταλογίζεται κατ’ αρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος θανατώθηκε, (αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 300 ΑΚ).

Συνεπώς ένα τέτοιο συντρέχον πταίσμα δεν επιτρέπεται κατά νόμο να ληφθεί υπόψη ως προσδιοριστικός παράγοντας, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος. Υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ.


Ενσταση Επισχέσως της αποζημίωσης-Απορριπττέα

Η ένσταση επισχέσεως της τυχόν αποζημίωσης που θα επιδικάσει το Δικαστήριο, μέχρις ότου ο ενάγων τους παραδώσει το φερόμενο ως καταστροφέν αυτοκίνητο.
Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη καθώς ο εναγόμενος δεν δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση σ’ αυτόν αυτούσιων των υπολειμμάτων καθόσον πρόκειται για μορφή φυσικής αποκατάστασης της ζημίας που προβλέπεται κατά τη διάταξη του άρθρου 297 παρ. 2 ΑΚ μόνο υπέρ του δανειστή (του οποίου αποτελούν περιουσιακό στοιχείο και δεν υποχρεούται να το ρευστοποιήσει), ο δε οφειλέτης ενιστάμενος δικαιούται να ζητήσει μόνο έκπτωση από τη ζητούμενη αποζημίωση της αξίας των υπολειμμάτων αυτών.


Απόφ.Μον.Πρωτ. Πατρών 31/2004
Πρόεδρος: Γεωργία – Ελένη Παπαγιαννοπούλου
Δικηγόροι:Αλκής Αναγνωστόπουλος – Βασιλική Ντζελβέ
Αποστόλης Πούλιος – Γεώργιος Βγενόπουλος
Κείμενο Απόφ. Μον.Πρωτ.ΑΘ. 31/2004


Οι εναγόμενοι, παραδεκτά με τις προτάσεις τους, αλλά και με σχετική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, αρνήθηκαν την αγωγή και τα αιτούμενα με αυτήν κονδύλια και πρότειναν τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, κατά ποσοστό 95%. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικού πταίσματος του ενάγοντος, ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου περί αδικοπραξιών, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτής ως προς τη βάση δε που στηρίζεται στις διατάξεις του ν.ΓΠΝ/1911, αποτελεί νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στα αρθρ. 5, 6 και 10 του νόμου αυτού, ενώ ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού αποτελεί νόμιμη ένσταση, κατ’ αρθρ. 300 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω προτείνουν, κατ’ ορθή εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού, ένσταση συνυπολογισμού της ζημίας του ενάγοντος και της ωφέλειας που προέκυψε γι’ αυτόν από την αξία την οποία έχει μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο (των υπολειμμάτων) και ανέρχεται σε 1000 Ευρώ. Η ένσταση επισχέσεως της τυχόν αποζημίωσης που θα επιδικάσει το Δικαστήριο, μέχρις ότου ο ενάγων τους παραδώσει το φερόμενο ως καταστροφέν αυτοκίνητο. 
Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη καθώς ο εναγόμενος δεν δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση σ’ αυτόν αυτούσιων των υπολειμμάτων καθόσον πρόκειται για μορφή φυσικής αποκατάστασης της ζημίας που προβλέπεται κατά τη διάταξη του άρθρου 297 παρ. 2 ΑΚ μόνο υπέρ του δανειστή (του οποίου αποτελούν περιουσιακό στοιχείο και δεν υποχρεούται να το ρευστοποιήσει), ο δε οφειλέτης ενιστάμενος δικαιούται να ζητήσει μόνο έκπτωση από τη ζητούμενη αποζημίωση της αξίας των υπολειμμάτων αυτών (βλ. ΕΑ 1579/1991 ΔΙΚΗ 1996 – 504, Αθ. Κρητικό, Αποζ. Από Τροχ. Αυτοκ. Ατυχ., Γ’ έκδοση, 1998, παρ. 8Θ6, Μπαλή Ενοχ. Γ’ Μέρος παρ. 5, 29).

Το Δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών. Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται κατ’ αρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος θανατώθηκε, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 300 ΑΚ.
Συνεπώς ένα τέτοιο συντρέχον πταίσμα δεν επιτρέπεται κατά νόμο να ληφθεί υπόψη ως προσδιοριστικός παράγοντας, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος. Υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/2002 ΕλλΔνη 43-694) β) Στην από 1.6.2003 και με αριθ. καταθ. 2475/853/11-6-2003 αγωγή οι ενάγοντες, Σ. και Κ.Σ., εκθέτουν ότι ο πρώτος των εναγομένων Ι.Κ., την την 1.8.2002, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, που ήταν ασφαλισμένο για ζημίες τρίτων στη δεύτερη εναγόμενη “Υ. Α.Ε.’, δια ισχυρής συμβάσεως ασφαλίσεως, προκάλεσε από
υπαιτιότητα του και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, το ένδικο τροχαίο δυστύχημα κατά το οποίο από τη σφοδρότατη σύγκρουση του παραπάνω οχήματος με το με αριθ. κυκλοφορίαςΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων, ιδιοκτησίας του ιδίου, τραυματίσθηκε θανάσιμα το τέκνο των εναγόντων, ελαφρά ο ίδιος ο οδηγός του οχήματος και υπέστη υλικές ζημίες το αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος. Ζητούν δε οι ενάγοντες, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον μεν πρώτο εξ αυτών το ποσό των 142.686 Ευρώ για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αναφορικά με το θάνατο του τέκνου του και ηθικής βλάβης αναφορικά με το δικό του τραυματισμό, στη δε δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 120.000 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί κατά του πρώτου εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους και να καταδικασθούν στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό που είναι καθ’ ύλην (άρθρα 14 παρ. 2, ιό παρ. 12 του ΚΠΟΛΔ) και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 22,37 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670 – 676 ΚΠολΔ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 681 Α του ίδιου Κώδικα. Είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθρ. 914, 297, 298, 299, 330 εδ. β’, 346, 481,926, 932 ΑΚ, 2, 4, 9, 10 του ν.ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν.489/1976, 14τουν.2496/1997, 907, 908 παρ. 1δ, 1047 παρ. 1, 176, 191 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη εφόσον για το αντικείμενο της καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. τα με αριθ. 6758967-68 διπλότυπα είσπραξης της Β’ ΔΟΥ Πατρών και τα με αριθ. 6531864-65 αντίστοιχα γραμμάτια είσπραξης του Τ.Ν.).
Οι εναγόμενοι, παραδεκτά με τις προτάσεις τους, αλλά και με σχετική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, αρνήθηκαν την αγωγή και τα αιτούμενα με αυτήν κονδύλια και πρότειναν τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, κατά ποσοστό 90%. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικού πταίσματος του ενάγοντος, ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου περί αδικοπραξιών, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτής, ως προς τη βάση δε που στηρίζεται στις διατάξεις του ν.ΓΠΝ/1911, αποτελεί νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη αρθρ. 5, 6 και 10 του νόμου αυτού, ενώ ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού αποτελεί νόμιμη ένσταση, κατ’ αρθρ. 300 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προβάλλει παραδεκτά την ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας ως προς το ότι η δαπάνη επισκευής του αυτο¬κινήτου του ενάγοντος υπερβαίνει την προ της βλάβης αγοραστική του αξία και η οποία είναι νόμιμη (297 σε συνδ. με 298 ΑΚ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά, από την εκτίμηση των, νομίμως και με επίκληση, εκατέρωθεν προσκομιζόμενων δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη, και άλλα για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από όσα συνομολογούν οι διάδικοι” από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την επ1 ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή:
Την 1.8.2002 και ώρα 14.35 περίπου ο ενάγων στην α’ αγωγή – πρώτος εναγόμενος στη β’ αγωγή (Ι.Κ.) οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγομένη της β’ αγωγής “Υ. Α.Ε.’1 εκινείτο επί της Εθνικής οδού Πατρών -Τριπόλεως με κατεύθυνση από Πάτρα προς Τρίπολη. Την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία επί της ίδιας
εθνικής οδού και με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Τρίπολη προς Πάτρα εκινείτο, ο πρώτος ενάγων στην β’ αγωγή – πρώτος εναγόμενος στην α’ αγωγή, Σ.Σ. οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ΙΧΕ, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγομένη, στην α’ αγωγή, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία “Ι. ΑΕ”. Στο ύψος περίπου του 19ου χλμ της Ν.Ε.Ο. Πατρών – Τριπόλεως ο Σ.Σ., επιχείρησε αναστροφή αριστερά εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. 

Κατά την ενέργεια του αυτή ανέκοψε την πορεία του διερχόμενου από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οχήματος που οδηγούσε ο Ι.Κ. Ο τελευταίος ο οποίος και αυτός εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα μολονότι επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του οχήματος του Σ.Σ., να υποστούν εκτεταμένες ζημιές και τα δύο οχήματα να τραυματισθούν ελαφρά οι οδηγοί τους και σοβαρά ο πεντάχρονος υιός του Σ.Σ. ο οποίος βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και ο οποίος λίγες ημέρες μετά υπέκυψε στα τραύματα του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά και των δύο οδηγών, κατά παραδοχή των αντίστοιχων ενστάσεων των αντιδίκων τους (άρθρο 300 ΑΚ). 

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Σ.Σ. ευθύνεται σε ποσοστό 70% γιατί χωρίς κανένα έλεγχο πραγματοποίησε ανεπίτρεπτη επί τόπου αναστροφή αριστερή σε σχέση με την πορεία του, προτιθέμενος, όπως προαναφέρθηκε, να αλλάξει κατεύθυνση και να κατευθυνθεί προς την Τρίπολη, καταλαμβάνοντας έτσι κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης όπου εκινείτο ο Ι.Κ., με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία αυτού και να την αποκλείσει εντελώς, κατά παράβαση των άρθρων 12, 21 παρ. 1 και 29 παρ. 2 του ΚΟΚ. Ετσι επεχείρησε την παραπάνω ενέργεια εντελώς ανεπίτρεπτα για τις συνθήκες της οδού όπου εκινείτο και χωρίς τουλάχιστον προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να την πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρησιμοποιούντων την οδό και κυρίως όσων κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο Ι.Κ., ο οποίος αιφνιδιασθείς από την εντελώς αιφνίδια και απροειδοποίητη παραπάνω ενέργεια του ανωτέρω οδηγού και, παρά την προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση με τροχοπέδηση, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την πλαγιομετωπική σύγκρουση. Ωστόσο ποσοστό συνυπαιτιότητας κατά 30% στην πρόκληση του ένδικου δυστυχήματος θα πρέπει να αποδοθεί και στον οδηγό του δεύτερου οχήματος Ι.Κ. για τον λόγο ότι ο ίδιος είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα άνω των 100 χλμ ανά ώρα, γεγονός που αποδεικνύεται από τα ίχνη τροχοπέδησης των 39,60 μέτρων που βρέθηκαν επί του οδοστρώματος δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο της οδού η ορατότητα για τον οδηγό Ι.Κ. περιοριζόταν σημαντικά λόγω της δεξιάς στροφής που υπήρχε στην πορεία του ενώ παράλληλα στο ρεύμα πορείας του υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα κινδύνου από διέλευση οικόσιτων ζώων (Κ-18) ενόψει των οποίων ο οδηγός όφειλε να ρυθμίσει ανάλογα την ταχύτητα του και ιδίως να τη μειώσει (άρθρα 19 και 4 παρ. 2 ΚΟΚ) ενώ περαιτέρω τούτο συνάγεται και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης των δύο οχημάτων.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται από την προσκομισθείσα έκθεση αυτοψίας, η οποία συνοδεύεται και από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αμέσως επιληφθείσας αρμόδιας τροχαίας, όπου αποτυπώνεται το ακριβές σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το με αριθ. κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο του ενάγοντος στην α’ αγωγή Ι.Κ., υπέστη, συνεπεία του ατυχήματος, εκτεταμένες υλικές ζημιές σε ευπαθή και καίρια σημεία του. Συγκεκριμένα υπέστη ζημιές σε ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και ιδίως καπώ, ψυγείο, φτερό, μηχανή, αμορτισέρ, προφυλακτήρα, μηχανή, φανούς,
τραβέρσα, ουρανός κ.λ.π. Για την αγορά ανταλλακτικών και τις εργασίες επισκευής του ως άνω αυτοκινήτου θα απαιτείτο, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ εκ ποσού 18%, το συνολικό ποσό των 4.380 Ευρώ (βλ τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες προσφορές τιμών και συγκεκριμένα την από 20- 9-2002 προσφορά αγοράς ανταλλακτικών της εταιρίας”” εκ 1.412 Ευρώ μετά του ΦΠΑ, την από 22-9-02 προσφοράς εργασιών του συνεργείου φανοποίας – βαφών του Β.Τ. εκ 1970 Ευρώ μετά του ΦΠΑ, την από 22-9-02 προσφορά εργασιών του Γ.Σ. εκ 708 Ευρώ μετά του ΦΠΑ και την από 4/9/02 προσφορά εργασιών του Ηλεκτροτεχνείου αυτοκινήτων του Δ.Ν.εκ 590 Ευρώ μετά του ΦΠΑ), ενώ εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του κατά το χρόνο του ατυχήματος, το οποίο ήταν κατασκευής εργοστασίου ΦΙΑΤ, τύπου ΤΙΡΟ, 1400 οο
και ετέθη σε κυκλοφορία για πρώτη φορά στις 20-12-1991, ανερχόταν στο ποσό των 3.500 Ευρώ.

Επομένως εφόσον η δαπάνη επισκευής υπερβαίνει την πριν από το ατύχημα εμπορική αξία του αυτοκινήτου θα πρέπει να γίνει λόγος για οικονομική καταστροφή του ήτοι η αποκατάσταση των βλαβών κρίνεται οικονομικά ασύμφορη. Για το λόγο αυτό ο ως άνω ενάγων δεν το επισκεύασε και επιπλέον το απέσυρε από την κυκλοφορία, κατέθεσε δε τις πινακίδες του στη Δ/νση Συγκοινωνιών Πατρών και έγινε οριστική διαγραφή αυτού.
Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ως ολοσχερώς κατεστραμμένο και να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος του το ποσό που αντιστοιχεί στην πριν από το ατύχημα αξία του αυτοκινήτου η οποία ανέρχεται σε 3.500 Ευρώ αφαιρούμενης όμως της αξίας των υπολειμμάτων αυτού, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των αντιδίκων του, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 200 Ευρώ. Κατά συνέπεια, η ζημία του ενάγοντος από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των (3.500 – 200 =) 3.300 Ευρώ, απορριπτόμενου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως ουσιαστικά αβάσιμου. Αφού το Δικαστήριο κρίνει ότι το αυτοκίνητο υπέστη καθολική καταστροφή παρέλκει η εξέταση των επικουρικώς προβαλλομένων κονδυλίων της αποκατάστασης των ζημιών και της τεχνικής και εμπορικής υπαξίας του αυτοκινήτου.
Περαιτέρω δε ο παραπάνω ενάγων κατά τη σύγκρουση τραυματίσθηκε ελαφρά και συγκεκριμένα υπέστη κάκωση δεξιού γόνατος με ύδραθρο και αστάθεια, λόγω ρήξης έσω πλαγίου και έσω μηνίσκου δεξιού γόνατος και του τέθηκε κηδεμόνας γόνατος (βλ. το με αριθ. πρωτ. 6317/2-8- 02 πιστοποιητικό του περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών). Εξαιτίας του παραπάνω τραυματισμού
του, οι θεράποντες ιατροί του συνέστησαν την αγορά μπροκνημικού νάρθηκα, για τον οποίο και δαπάνησε το ποσό των 278,80 Ευρώ, όπως προκύπτει από την από 308-02 απόδειξη είσπραξης του καταστήματος εμπορίας ορθοπεδικών ειδών του Θ.Α., ποσό το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί. Επιπλέον, λόγω της ανωτέρω κατάστασης της υγείας του χρειάσθηκε να απέχει από την εργασία του επί πενήντα ημέρες (βλ. τα με αριθ. πρωτ.ιατρικά πιστοποιητικά του Περιφερ. Πανεπιστ. Γενικ.
Νοσοκ. Πατρών).
Κατά το χρόνο δε προ του ατυχήματος ο ενάγων, όπως κατέθεσε και ο μαρτυράς του, εργαζόταν ως τεχνίτης επιχρισμάτων σε οικοδομή στην περιοχή της Εγλυκάδας, και ελάμβανε ημερησίως ως αμοιβή το ποσό των (60) Ευρώ. Ετσι κατά το διάστημα που παρέμεινε εκτός της εργασίας του απώλεσε συνολικά το ποσό των (60 Ευρώ Χ 50 ημέρες = ) 3.000 Ευρώ, ποσό που πρέπει να του επιδικασθεί.

Αρα η περιουσιακή ζημία του ενάγοντος στην πρώτη αγωγή, Ι.Κ. ανέρχεται στο ποσό των (3.300 + 278,80 + 3.000 = ) 6.578,80 Ευρώ από το οποίο όμως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του στην πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή (6.578,80 χ 30%) = 1973,64 Ευρώ. Επομένως, αυτός δικαι¬ούται να λάβει από τους αντιδίκους του. για αποζημίωση του, το ποσό των (6.578,80 – 1973,64 = 5.005,16 Ευρώ.
Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, του τραυματισμούτου ενάγοντος, του είδους των ζημιών, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου οδηγού, σε συνδυασμό όμως με τη συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των (1.000) Ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη (άρθρο 932 ΑΚ).

Τελικά το ποσό που δικαιούται να λάβει ο ενάγων Ι.Κ., από τους αντιδίκους του, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του ανέρχεται σε (5.005,16 + 1.000) = 6.005,16 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του.
II. Το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο, από τη σύγκρουση, έπαθε εκτεταμένες ζημίες για την αποκατάσταση των οποίων, ο ενάγων στη δεύτερη αγωγή – πρώτος εναγόμενος στην πρώτη αγωγή, ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου Σ.Σ., απαιτείται να δαπανήσει τα ποσά των 1.071 Ευρώ για αγορά ανταλλακτικών (καπώ, εμπρόσθιο δεξιό φτερό, εμπρόσθια δεξιά πόρτα, προφυλακτήρα, οπίσθιο δεξιό φτερό κλπ.) και 1.615 Ευρώ για εργασίες αντικατάστασης και επισκευής των βλαβέντων μερών και βαφή τους (αντικατάσταση εμπρόσθιου δεξιού φτερού, πόρτας, ουρανού, φανών,επαναφορά πατώματος, βαφή κλπ.) δηλαδή θα πρέπει να δαπανήσει συνολικά το ποσό των 2.686 Ευρώ, όπως προκύπτει από την από 19-2-03 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του φανοποιού – πραγματογνώμονα Ι.Κ.. Το εν λόγω αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΑΛΦΑ ΡΟΜΕΟ, τύπου ΑΙ_ΡΑ 33 ΙΕ, 1186 οο, κυκλοφορίας για πρώτη φορά στις 2/2/1988 (βλ. σχετική άδεια κυκλοφορίας) είχε κατά το χρόνο σύγκρουσης αγοραστική αξία 2.00 Ευρώ.

Το ποσό όμως της ζημίας υπερβαίνει ουσιωδώς την αγοραστική αξία του αυτοκινήτου κατά ποσοστό άνω των 30%, ποσοστό δηλ. που υπερβαίνει ένα εύλογο όριο της τάξεως του 5-10% μέχρι το οποίο θα μπο¬ρούσε να είναι ανεκτή η υπέρβαση του κόστους επισκευής. Κατά συνέπεια, το υπέρτερο της αγοραστικής αξίας ποσό αυτής (ζημίας) βαρύνει τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση Από Τροχ. Αυτό. Ατυχ., Γ έκδ. (1998), παρ. 787, 812, 822, 825, 837, και 838). Επομένως ο ενάγων (Σ.Σ) δικαιούται το ποσό των (2.000) Ευρώ για την επισκευή του αυτοκινήτου του, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της δευτέρας εναγομένης. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, όπως αυτό εκτιμήθηκε παραπάνω σε 70%, ήτοι (2.000 χ 70% =) 1.400 και επομένως δικαιούται τελικά να λάβει ο πρώτος ενάγων Σ.Σ. για την περιουσιακή ζημία που υπέστη το ποσό των (2.000 – 1.400 =) 600 Ευρώ.
Από την ένδικη σύγκρουση τραυματίσθηκε βαρύτατα ο ανήλικος υιός των εναγόντων, ηλικίας τότε 5 ετών ο οποίος υπέστη σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και πολλαπλές θλάσεις σε ολόκληρο το σώμα του, λόγω δε της κρισιμότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών όπου και λίγες ημέρες αργότερα τελικώς απεβίωσε.

Εξ αιτίας της θανατώσεως του στενού συγγενικού τους προσώπου, οι ενάγοντες δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Ετσι λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του θανόντος (5 ετών), του στενού εξ αίματος συγγενικού αλλά και συναισθηματικού τους συνδέσμου καθώς επρόκειτο για το μοναδικό τους τέκνο κατά το χρόνο του θανάτου του, του βαθμού συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο οδηγό (Ι.Κ.), της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούνται ανέρχεται στο ποσό των (30.000) Ευρώ για τον ενάγοντα πατέρα, οδηγό του ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα, ενόψει και του ανωτέρω κριθέντος συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου στην πρόκληση του δυστυχήματος, και, στο ποσό των (120.000) Ευρώ για την ενάγουσα μητέρα, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης της οποίας δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, μεταξύ των λοιπών προσδιοριστικών παραγόντων, το συντρέχον πταίσμα του πρώτου ενάγοντος οδηγού – συζύγου της, στο αυτοκίνητο του οποίου επέβαινε το τέκνο τους, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα νοήτο μόνο στην περίπτωση όπου συντρέχον πταίσμα βάρυνε τον ίδιο τον θανατωθέντα επιβάτη κατά τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω από την σφοδρότατη σύγκρουση τραυματίσθηκε και ο ίδιος ο ενάγων υποστάς κακώσεις στο θώρακα και κάταγμα στα πλευρά. Ενόψει του εν λόγω τραυματισμού του, των εν γένει συνθηκών τέλεσης της ένδικης σύγκρουσης και κατ’ εκτίμηση όλων των λοιπών προαναφερομένων οικείων προσδιοριστικών παραγόντων, πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης το ποσό των (150) Ευρώ.

Τελικά το ποσό που δικαιούνται να λάβουν ο μεν Σ.Σ. από τους αντιδίκους του ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατο του υιού του και για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας του δικού του τραυματισμού αντίστοιχα, ανέρχεται συνολικά σε (600 + 30.000 + 150 =) 30.750 Ευρώ, η δε Κ.Σ. σε (120.000) Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατο του υιού της.