Συκοφαντική Δυσφήμιση – Έννοια Τρίτου  (κατ΄άρθρ. 362, 363 ΠΚ)
 
Αναιρετική διαδικασία (κατ΄άρθρ. 510 παρ.1Ε ΚΠοινΔ)
Ερευνάται εάν &τρίτος μπορεί να είναι και κάθε δικαστικό πρόσωπο
Αναβολή της ποινικής δίκης μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης
από την Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (κατ΄ άρθρ.
59 παρ.1 ΚΠοινΔ) όπου παραπέμφθηκε το νομικό ζήτημα της
έννοιας "τρίτου" και εκκρεμεί.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αναίρεση προσάπτεται στην
αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και
εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ
καθόσον ο εισαγγελέας, ο πταισματοδίκης και ο δικαστικός γραμματέας καθώς
επίσης και τα θεσμικά όργανα του πειθαρχικού οργάνου του ΔΣΑ, δεν είναι
τρίτοι με την παραπάνω έννοια, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η
αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, και
συνεπώς ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1Ε ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης.
Κρίθηκε ότι ερευνητέο στο πλαίσιο του λόγου αναίρεσης (510 παρ.1 Ε
ΚΠοινΔ) είναι εάν ως "τρίτος" κατά την έννοια των άρθρων 362-363 Π.Κ.
μπορεί να είναι και κάθε δικαστικό πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε
τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την
εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως και με κατάθεση δικογράφου, οπότε των
ισχυρισμών που περιέχονται σ&; αυτό λαμβάνουν γνώση οι δικαστές, ο
Εισαγγελέας και οι υπάλληλοι της γραμματείας. Το θέμα αυτό απασχόλησε τα
ποινικά και πολιτικά δικαστήρια. Ειδικότερα οι ΑΠ 487/2019, ΑΠ 358/2019
Ε&; ποινικό τμήμα, δέχθηκαν ότι τα δικαστικά πρόσωπα δεν είναι τρίτοι.
Αντίθετα οι ΑΠ 358/2019 Ζ&; ποινικό τμήμα και ΑΠ 841/2019 ΣΤ&; ποινικό
τμήμα δέχθηκαν ότι " τρίτος" μπορεί να είναι κάθε δικαστικό πρόσωπο.
Ενόψει του ότι το αναδεικνυόμενο θέμα είναι εξαιρετικής σημασίας νομικό
ζήτημα, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου
Πάγου, όπου συζητήθηκε στις 24/9/2020 και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης.
Κατά συνέπεια, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης
αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ&; ανάλογη
εφαρμογή του άρθρου 59 ΚΠοινΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω
λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αλλά και του δεύτερου λόγου της,
εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την πλήρη ποινική
Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
 
Υποχρεωτική Αναβολή ή Αναστολή της Ποινικής Δίκης
 
(κατ΄ άρθρο 59 παρ.1 ΚΠοινΔ)
 
Όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα έχει ήδη παραπεμφθεί
στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου όπου και εκκρεμεί
Κατά το άρθρο 59 παρ.1 του ΚΠοινΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη
εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η
πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή
ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται, όταν στην
αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα
που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην άλλη συναφή δίκη, η οποία πρέπει να
εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, και όχι της προδικασίας. Από τη
διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, προκύπτει ότι έχει θεσπισθεί
προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, και για την ασφαλέστερη
διάγνωση του νομικού ζητήματος, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην
αναιρετική δίκη. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό
ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει
παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.
Απόφ. ΑΠ…..
AAAAA ΝΕΟ ΓΙΑ NEWSLETTER gia site 41 1
ΑΠ.1406/2020 (ΣΤ Ποινικό Τμήμα)
Πρόεδρος: Αβροκόμη Θούα
Εισηγήτρια: Αννα Φωτοπούλου-Ιωάννου
Ναυσικά Φράγκου – Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού
 
Γρηγόριος Κουτσοκώστας
 
Δικηγόροι: Ευαγγελία Παλατζά – Νικόλαος Μιχαλόλιας
 
Κείμενο Α.Π. 1406/20 ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
 
Αριθμός 1406/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,
Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού,
Άννα Φωτοπούλου – Ιωάννου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2020, με την
παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί
κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να
δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ν. (Π.) Μ. του Α., κατοίκου
…, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά, για αναίρεση
της υπ&;αριθ. ΣΤΤ3446/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με υποστηρίζων την κατηγορία τον Β. Δ. του Χ., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε
από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μιχαλόλια.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα
λεπτομερώς αναφέρονται σ&; αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την
αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ&; αριθμ. πρωτ. 1565/13-2-
2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον
αριθμό 300/20.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και
τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα
σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13.2.2020 αίτηση του Ν. (Π.) Μ. του Α., για αναίρεση της ΣΤΤ
3446/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί
νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και
δη αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης
ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης [άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ&;
και Ε&; ΚΠΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 59 παρ.1 του ΚΠοινΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από
άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται
ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή
προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή ή αναστολή (όρος
ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται, όταν στην αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως
προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην
άλλη συναφή δίκη, η οποία πρέπει να εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας διαδικασίας,
και όχι της προδικασίας. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής,
προκύπτει ότι έχει θεσπισθεί προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, και
για την ασφαλέστερη διάγνωση του νομικού ζητήματος, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και
στην αναιρετική δίκη. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό
ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει
παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Περαιτέρω,
σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 362 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο
ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να
βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική
ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου,
επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Κατά δε τη διάταξη του
άρθρου 363 του ίδιου κώδικα, αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το
γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με
φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη
δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον
έξι μηνών και χρηματική ποινή. Το θέμα εάν ωςτρίτος κατά την έννοια των ως άνω
άρθρων μπορεί να είναι και κάθε δικαστικό πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε
τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση
των καθηκόντων του, όπως και με την κατάθεση δικογράφου, οπότε των ισχυρισμών
που περιέχονται σ αυτό λαμβάνουν γνώση οι δικαστές, ο Εισαγγελέας και οι
υπάλληλοι της γραμματείας, απασχόλησε τα ποινικά αλλά ακόμη και τα πολιτικά
δικαστήρια. Ο Άρειος Πάγος με την υπ αρ.487/2019 Ε ποινικό τμήμα απόφασή του
δέχθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά καταδικαστικής απόφασης Τριμελούς
Εφετείου, εκτός άλλων και για αξιόποινη πράξη συκοφαντικής δυσφήμισης τα εξής:
"Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς) που λαμβάνουν υποχρεωτικά
γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως
όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, δεν
είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί
δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Τα δικαστικά
πρόσωπα διατυπώνουν μόνο τη δικανική τους κρίση ως προς τη βασιμότητα των
ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης είτε της πολιτικής
είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της
αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντος τους,
αφού καλούνται να διαμορφώσουν μια έννομη σχέση, ή να αποδώσουν ποινική
ευθύνη, ως όργανα πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού και η όποια κρίση
τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή και
υπόληψη κάποιου προσώπου. Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα
που συμπράττουν στην ποινική δίκη, όπως ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος
συμπράττει στη διαδικασία καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης
μάρτυρα, χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του
περιεχομένου των δικογράφων πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό
δικονομικό χειρισμό της υπόθεσης". Ανάλογα έγιναν δεκτά και στην υπ&; αρ.358/2019
απόφαση του Ε&; ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Αντίθετα το Ζ τμήμα με την
υπ&; αρ.688/2019 απόφασή του δέχθηκε ότι "τρίτος" κατά την έννοια των άρθρων 362-
363 ΠΚ μπορεί να είναι και κάθε δικαστικό πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε
τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση
των καθηκόντων του, όπως και με κατάθεση δικογράφου, οπότε γνώση των
ισχυρισμών που περιέχονται σ&; αυτό λαμβάνουν γνώση οι δικαστές, ο Εισαγγελέας
και οι υπάλληλοι της γραμματείας. Ανάλογα με την τελευταία απόφαση δέχθηκε και
το ΣΤ&; ποινικό τμήμα με την υπ&; αρ. 841/2019 απόφασή του. Ενόψει του ότι το
αναδεικνυόμενο θέμα είναι εξαιρετικής σημασίας νομικό ζήτημα παραπέμφθηκε με
την 119/2020 πράξη του Προέδρου και του Εισαγγελέα του παρόντος Δικαστηρίου,
σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 περ.β του ΚΠοινΔ και 23 παρ.2 του κώδικα
οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών ν. 1756/1988, όπως
ισχύει μετά το ν.2331/1995 (άρθρο 16) η εκδίκαση του παραπάνω ζητήματος στην
Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, συζητήθηκε στις 24.9.2020 και εκκρεμεί
η έκδοση απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την
παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της
δικογραφίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση ΣΤΤ 3446/2019 του Τριμελούς
Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ&; έφεση, ο αναιρεσείων, Ν. Μ.,
καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για την πράξη της συκοφαντικής
δυσφήμισης κατ&; εξακολούθηση, κατ&; άρθρο 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362
Π.Κ. και συγκεκριμένα για το ότι: "Στην Αθήνα στους παρακάτω αναφερόμενους
χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου
εγκλήματος: α) στις 3.2.2012, ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο
γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του,
γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο,
κατέθεσε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την από 2.2.2012 αναφορά του κατά του
δικηγόρου Αθηνών Σ. Γ., με την οποία ισχυρίσθηκε και για τον εγκαλούντα Β. Δ.,
ενώπιον των υπαλλήλων και δικηγόρων του ανωτέρω Δικηγορικού Συλλόγου που
έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής, τα κατωτέρω ψευδή γεγονότα: "την φιλική
του διάθεση δεν παρέλειψε ο νομικός σύμβουλος της ΕΕΑ να επιδείξει έναντι πάντων
και προς τον Αρχιμανδρίτη Β. Δ., ο οποίος είχε έρθει να καταθέσει ως μάρτυρας,
αξιόπιστος, για τους μη γνωρίζοντες αυτόν τρίτους, όπως τους Δικαστές, λόγω του
σχήματος που φέρει, αν και πολλάκις καταδικασθείς, τελευταίως δε με την υπ&;
αρ.55475/11 απόφαση του ΣΤ&; Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκημα
της νόθευσης εγγράφου σε 8 μήνες φυλάκισης. Ο Αρχ. Β. Δ. ήταν κατηγορούμενος
για το αδίκημα της υπεξαίρεσης του προϊόντος του παγκαριού του I.Ν.Αγίου Ν. … και
αθωώθηκε με την υπ.αρ. 10190/10 απόφαση του Γ&; Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών
αφού επέστρεψε τα χρήματα που είχε επί τετραετία παρακρατήσει από το παγκάρι
και κατόπιν της ψευδούς καταθέσεως υπέρ του Χ. Β.. Σε βάρος των δύο έχει
κατατεθεί αρμοδίως μήνυση για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ&; αυτή με την από
21.7.2010 με ΑΒΜ … μήνυση φιλανθρωπικού σωματείου και έχει ασκηθεί ποινική
δίωξη. Διώκεται επίσης για το αδίκημα συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος μου
κατόπιν μήνυσής μου με ΑΒΜ Δ …, η οποία μετ&; αναβολών εκδικάζεται την 5.6.12
ενώπιον του ΣΤ&; Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Τέλος αποτελεί μόνιμο μάρτυρα του
Χ. Β. στις αντιδικίες που έχει δημιουργήσει με το … και ο Χ. Β. τον δικό του
αντιστοίχως". Όμως τα γεγονότα αυτά που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την
υπόληψη του εγκαλούντος καθώς τον εμφάνιζαν δήθεν να έχει καταδικασθεί πολλές
φορές, ότι δήθεν εκμεταλλεύεται το σχήμα που υπηρετεί για να καταθέτει ως
μάρτυρας, ότι δήθεν η απαλλαγή για το αδίκημα της υπεξαίρεσης δεν ήταν ορθή,
καθώς στηρίχθηκε στην επιστροφή χρημάτων που δήθεν παρανόμως παρακρατούσε
επί τετραετία, αλλά και στην ψευδή δήθεν κατάθεση που εδόθη στα πλαίσια εκείνης
της ποινικής δίκης, μεταξύ άλλων και από τον Χ. Β. και ότι έχει δήθεν ασκηθεί ποινική
δίωξη εις βάρος του τόσο του ιδίου όσο και του Χ. Β., ήταν ψευδή και ο
κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή
και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς η αλήθεια είναι ότι ο τελευταίος έχει λευκό
ποινικό μητρώο, ότι έχει δίκαια αθωωθεί για την πράξη της υπεξαίρεσης, ότι είναι
αξιόπιστος ως μάρτυρας και ότι κανένα κατηγορητήριο δεν του έχει απαγγελθεί και β)
στις 30.1.2012 γραπτώς ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον ψευδές
γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, εν γνώσει του ότι
είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ατομικά και με την
ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του φιλανθρωπικού
σωματείου με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα Αττικής (…), συνέταξε και
υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 30.1.2013 αναφορά, δια της
οποίας ισχυρίσθηκε, ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και της
Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που παρέλαβε την ανωτέρω
αναφορά, για τον εγκαλούντα Αρχιμανδρίτη Β. Δ. του Χ. (μεταξύ των άλλων
προσώπων), ότι "…Την φιλική του διάθεση δεν παρέλειψε ο νομικός σύμβουλος της
ΕΕΑ να επιδείξει έναντι πάντων και προς τον Αρχιμανδρίτη Β. Δ., ο οποίος είχε έρθει
να καταθέσει ως μάρτυρας, αξιόπιστος, για τους μη γνωρίζοντες αυτόν τρίτους, όπως
τους Δικαστές, λόγω του σχήματος που φέρει, αν και πολλάκις καταδικασθείς,
τελευταίως δε με την υπ&; αρ.55475/11 απόφαση του ΣΤ&; Τριμελούς Πλημ/κειου
Αθηνών για το αδίκημα της νόθευσης εγγράφου σε 8 μήνες φυλάκισης. Ο Αρχ. Β. Δ.
ήταν κατηγορούμενος για το αδίκημα της υπεξαίρεσης του προϊόντος του παγκαριού
του I.Ν.Αγίου Ν. … και αθωώθηκε με την υπ&; αρ. 10190/10 απόφαση του Γ&;
Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών αφού επέστρεψε τα χρήματα που είχε επί τετραετία
παρακρατήσει από το παγκάρι και κατόπιν της ψευδούς καταθέσεως υπέρ του Χ. Β..
Σε βάρος των δύο έχει κατατεθεί αρμοδίως μήνυση για ψευδορκία και ηθική
αυτουργία σ&; αυτή με την από 21.7.2010 με ΑΒΜ … μήνυση του φιλανθρωπικού
σωματείου και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη της από 30.1.2012 αναφοράς". Ωστόσο, ο
κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα ανωτέρω εκτεθέντα γεγονότα στην από 30.1.2012
αναφορά του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ήταν ψευδή και πως με τον
ισχυρισμό του, ενώπιον τρίτων (του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και της
Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που παρέλαβε την αναφορά),
μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Αρχιμανδρίτη Β. Δ.
του Χ., δοθέντος πως τα επ&; αυτών αληθή είναι αντιστοίχως ότι :α) ο ανωτέρω
εγκαλών Αρχιμανδρίτης δεν έχει καταδικασθεί "πολλάκις", αλλά αντιθέτως έχει λευκό
ποινικό μητρώο, β) δεν εκμεταλλεύεται το σχήμα που υπηρετεί, για να καταθέτει ως
μάρτυρας σε δίκες, παραπλανώντας για την αξιοπιστία του όσους δεν τον γνωρίζουν
και ειδικά τους Δικαστές, γ) δυνάμει της υπ. αρ. 10190/2010 αποφάσεως του Γ&;
Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εγκαλών Αρχιμανδρίτης Β. Δ. του Χ.
απηλλάγη της αποδιδομένης σε αυτόν κατηγορίας της υπεξαιρέσεως κατ&;
εξακολούθηση των χρημάτων του παγκαρίου του ιερού Παρεκκλησίου Αγίου Ν. …, με
την αιτιολογία ότι κατά το χρονικό διάστημα που διετέλεσε Πρόεδρος της
Εκκλησιαστικής Επιτροπής του ανωτέρω Ιερού Παρεκκλησίου του …, δεν
εξωτερίκευσε με οιονδήποτε τρόπο πρόθεση να ενσωματώσει στην περιουσία του τις
εισπράξεις του Ιερού Παρεκκλησίου, προκειμένου να διατεθούν προς κάλυψη
μελλοντικών λειτουργικών εξόδων του, η δε σχετική κρίση του Δικαστηρίου
στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι αποκλειστικά στην ένορκη
κατάθεση του Χ. Β. του Β. και δ) μέχρι το χρόνο υποβολής της από 30.1.2012
αναφοράς του κατηγορουμένου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν είχε
ασκηθεί ποινική δίωξη και δεν είχαν επιδοθεί σχετικά κλητήρια θεσπίσματα στον
εγκαλούντα Αρχιμανδρίτη Β. Δ. του Χ. και στον Χ. Β. του Β. για τις πράξεις τη ηθικής
αυτουργίας σε ψευδορκία και της ψευδορκίας αντιστοίχως, με αφορμή την υποβολή
μηνύσεως του φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "… – …", ενώπιον του
Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, κατά του ανωτέρω εγκαλούντος και του Χ. Β. του
Β., σχετικά με τα όσα κατέθεσε ο τελευταίος στην ποινική υπόθεση με
κατηγορούμενο τον νυν εγκαλούντα Αρχιμανδρίτη Β. Δ. του Χ. για υπεξαίρεση κατ&;
εξακολούθηση επί της οποίας εξεδόθη η υπ&; αριθ. 10190/2010 αθωωτική απόφαση
του Γ&; Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών". Ο αναιρεσείων με τον 1° λόγο της
αναίρεσής του, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και
εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., καθόσον
ο εισαγγελέας, ο πταισματοδίκης και ο δικαστικός γραμματέας, ως επίσης και τα
θεσμικά όργανα του πειθαρχικού οργάνου του ΔΣΑ, τα οποία ασκούν ανακριτικά και
αυστηρά υπηρεσιακά καθήκοντα εντός των ορίων, είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα
όργανα και λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα
πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των
αναφερομένων – καταγγελομένων σ&; αυτά ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των
υποθέσεων, χωρίς να προβαίνουν σε ίδια κατά την προσωπική τους άποψη
(αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο. Έτσι, τα δικαστικά αυτά
πρόσωπα, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων άλλων περιστάσεων που δικαιολογούν την
προσφορότητα της προσβολής της τιμής και υπόληψης του εγκαλούντος, δεν είναι
τρίτοι με την έννοια που προαναφέρθηκε και επομένως δεν στοιχειοθετείται εν
προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής
δυσφήμησης, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε&; του ΚΠοινΔ
λόγος αναίρεσης. Ερευνητέο στο πλαίσιο του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι εάν ως
"τρίτος" κατά την έννοια των άρθρων 362-363 Π.Κ. μπορεί να είναι και κάθε δικαστικό
πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού
γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως και με κατάθεση
δικογράφου, οπότε των ισχυρισμών που περιέχονται σ&; αυτό λαμβάνουν γνώση οι
δικαστές, ο Εισαγγελέας και οι υπάλληλοι της γραμματείας. Το ίδιο ζήτημα, κατά τα
προαναφερόμενα, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου
Πάγου, όπου συζητήθηκε και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών
αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ&; ανάλογη εφαρμογή του
άρθρου 59 ΚΠοινΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης
αίτησης αναίρεσης, αλλά και του δεύτερου λόγου της, εωσότου εκδοθεί οριστική
απόφαση για το άνω ζήτημα από την πλήρη ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 13-2-2020 αίτησης αναίρεσης της υπ&;
αριθ. ΣΤΤ 3446/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εωσότου
εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για
το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ&; αυτή με την υπ&; αριθ. 119/2020 πράξη του
Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε
—————————————–