Αρχική Νομολογία Αποζημίωση επί σωματικών βλαβών Ηθική Βλάβη 150.000 ευρώ Παράσυρση Ανηλίκου Πεζού επί Πεζοδρομίου (1) Προσωπική Κράτηση κατά του Οδηγού ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης (Δεκέμβριος 2010 Σελ. 615 επ.) Αποζημίωση επί Σωματικής Βλάβης Βελτιωμένη τροφή Απόφ. Εφ.Λαμ.60/2009

Ηθική Βλάβη 150.000 ευρώ Παράσυρση Ανηλίκου Πεζού επί Πεζοδρομίου (1) Προσωπική Κράτηση κατά του Οδηγού ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης (Δεκέμβριος 2010 Σελ. 615 επ.) Αποζημίωση επί Σωματικής Βλάβης Βελτιωμένη τροφή Απόφ. Εφ.Λαμ.60/2009

Ηθική Βλάβη 150.000 ευρώ

Ενόψει των συνθηκών επελεύσεως του άνω ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού, της σοβαρότητας και του είδους του τραυματισμού του ανηλίκου, της υποβολής του σε χειρουργικές επεμβάσεις, της μόνιμης αναπηρίας του, του γεγονότος ότι υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό της δεξιάς του κνήμης και τοποθέτηση πρόσθετου τεχνητού μέλους, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, που έχει υποστεί για τη θεραπεία των τραυμάτων του, του νεαρού της ηλικίας του, επιδικάσθηκε από το Δικαστήριο το ποσό των 150.000 ευρώ εξ ΑΚ 932,
που κρίνεται εύλογο και δίκαιο. 



Αποκλειστική Νοσοκόμος
η Γιαγιά

Λόγω του γεγονότος ότι οι γονείς του ανηλίκου υπηρετούν και οι δύο στην Ελληνική Αστυνομία και έχουν ωράρια ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, δεν είχαν τη δυνατότητα να φροντίζουν και να περιποιούνται τον παθόντα υιό τους καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ο οποίος, με βάση το είδος και τη φύση των τραυματισμών του, σε συνδυασμό με την ηλικία του, δεν ήταν δυνατόν να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη της παρουσίας και των υπηρεσιών τρίτου προσώπου, τις οποίες προσέφερε η γιαγιά του. Το είδος των εν λόγω παρασχεθεισών στον άνω ανήλικο υπηρεσιών υπερβαίνει το μέτρο του δυνατού και των προσπαθειών κάθε μέλους της οικογένειας, αφού αυτές παρέχονται με την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμας) έναντι αμοιβής. 
Και ναι μεν οι ενάγοντες με την ιδιότητα που παρίστανται δεν κατέβαλαν την αμοιβή αυτή, εφόσον, όμως, αποδείχθηκε ότι εξυπηρετήθηκε ο γιος τους, κατόπιν προσπαθειών της γιαγιάς του, με αντίστοιχο περιορισμό των αναγκών της τελευταίας, δικαιούται αποζημίωσης, την οποία υποχρεούνται να καταβάλουν οι υπαίτιοι του τραυματισμού του, κατ’ άρθρο 930 εδ. γ ΑΚ. 
Εν προκειμένω επιδικάσθηκε ποσό 11.000 ευρώ πλέον 28.800 ευρώ που αφορά στο επόμενο χρονικό διάστημα των τριών ετών, όπου ο παθών με βεβαιότητα θα εξακολουθήσει να έχει ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου.


Αποζημίωση επί Σωματικής Βλάβης
Βελτιωμένη τροφή

Για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται συγκεκριμένα πως προκύπτει το ποσό αυτό μηνιαίως ή ποια ήταν η διατροφή του ανηλίκου πριν το ατύχημα. Οι λεπτομέρειες, αυτές μπορούν να προκύψουν με πληρότητα από τις αποδείξεις και να συμπληρωθούν με αυτές. Συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίθηκε σχετικός λόγος εφέσεως.


Κείμενο Απόφ. Εφ.Λαμ.60/2009

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο που δικάζει κατ’ έφεση, σε κάθε στάση της δευτεροβάθμιας δίκης, μπορεί και αυτεπάγγελτα να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εφέσεων που εκκρεμούν σ’ αυτό, εφόσον αυτές εκδικάζονται κατά την ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του, με τη συνεκδίκαση τους, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δευτεροβάθμιας δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, εκκρεμούν στο παρόν Δικαστήριο δύο αντίθετες εφέσεις, που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 11/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 68ΙΑ ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα 1) η από 24-10-08 (αριθμ. κατάθ, 94/2008 ) έφεση των εναγόντων Κων/νου και Ευσταθίας Τουρκοχωρίτη ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Κων/νου Τουρκοχωρίτη και 2) η από 14-4-08 (αριθμ. κατάθ. 37/2008) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΊΤΑ». Οι εφέσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι με τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δευτεροβάθμιας δίκης και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (αρθρ. 524 §1 και 246 ΚΠολΔ).
Από την υπ’ αριθμ. 2.700/13-1-2009 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς Δημητρίου Κορδαλή που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκαλούντες της πρώτης των προαναφερομένων εφέσεων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-10-08 έφεσης τους, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο πρώτο εφεσίβλητο ____. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου και πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι άδικοι παρόντες (άρθρα 591 παρ. 1 και 524 παρ. 4 εδαφ. α ΚΠολΔ).
Οι προαναφερόμενες εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 11/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση της ασφάλισης του (άρθρο 68ΙΑ ΚΠολΑ), νόμιμα φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο προς εκδίκαση της (άρθρα 498 και 19 ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 πα 1,2,511,513, παρ. 1β, 516 παρ. 1, 518, 591 παρ. 1 και 681 Α ΚΠολΔ). Επομένως) πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 30-11 -2006 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς οι ενάγοντες), με την ιδιότητα τους των ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου γιου τους _________, ισχυρίστηκαν ότι στον Ορχομενό Βοιωτίας, στις 18-9- 2005 και ώρα 17.10′, προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα, που έγινε υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου,__________, οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας _____ ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ»), με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά ο ηλικίας 4,5 ετών γιος τους Ακολούθως ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικο σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν για λογαριασμό του άνω ανηλίκου, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 500.000 ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, να απαγγελθεί σε βάρος του πρώτου εναγομένου προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της αποφάσεως, μετά την τελεσιδικία της, και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 531.282,50 ευρώ ως αποζημίωση και πρόσθετη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ, όπως το κάθε μερικότερο κονδύλιο εξειδικεύεται στην αγωγή, για τη ζημία που υπέστη ο ανήλικος γιος τους και το ποσό των 500.000 ευρώ, επίσης ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά την άσκηση της παραπάνω αγωγής η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 22-1-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου ____, επικαλούμενη σύμβαση ασφάλισης, με ρητή παραπομπή αυτής στους όρους της Κ4/585/78 Α.ΥΕ., δυνάμει της οποίας (σύμβασης) είχε ασφαλίσει, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, το φερόμενο στην ως άνω κύρια αγωγή ως ζημιογόνο αυτοκίνητο, και ότι ο πρώτος εναγόμενος, ενεπλάκη στο ένδικο ατύχημα, με τις προεκτεθείσες συνέπειες, οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο σε κατάσταση μέθης, ζήτησε να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να της καταβάλει κάθε χρηματικό ποσό, που η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της πιο πάνω κύριας αγωγής (με την ιδιότητα που παρίστανται), σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής (αγωγής) και ήττας της, ως εναγομένης, για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της καταβολής, καθόσον η οδήγηση με τις παραπάνω συνθήκες προβλέπεται ως όρος αποκλεισμού της ασφαλιστικής κάλυψης στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις άνω αγωγές και έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος, ήταν ο πρώτος εναγόμενος _____, δέχθηκε την κύρια αγωγή κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν σε ολόκληρο ο καθένας, στους ενάγοντες, με την ιδιότητα που άνω αναφέρεται, το ποσό των 150.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι επίσης σε ολόκληρο ο καθένας να καταβάλλουν στους άνω ενάγοντες με την ίδια ιδιότητα το ποσό των 237.630,50 ευρώ ως αποζημίωση, εκ των οποίων 180.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και απήγγειλε προσωπική κράτηση διαρκείας 6 μηνών σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ακολούθως δε δέχθηκε και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τώρα τόσο οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, όσο και η εναγομένη στην κύρια αγωγή ασφαλιστική εταιρεία με τις κρινόμενες εφέσεις τους, για τους περιεχόμενους σ’ αυτές λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη 
εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της, ώστε, κατά μεν τους ενάγοντες της κύριας αγωγής να γίνει αυτή δεκτή κατά τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης στο σύνολο της κατά δε την εναγομένη να απορριφθεί η παραπάνω σε βάρος της αγωγή, άλλως να μεταρρυθμιστεί και να επιδικαστούν μικρότερα ποσά.

Αποζημίωση επί Μονίμου Αναπηρίας – ΑΚ 931
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ «η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον»… Ως «αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητική ς ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως «μέλλον» νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες , είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας της αγοράς. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί καθεαυτή αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929, (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση, ανάλογα με τον βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική – οικονομική εξέλιξη αυτού, κατά τρόπο που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος και της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολάβει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίος η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ’ αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και παραμορφώσεως αφενός, και αφετέρου την ηλικία του παθόντος. Είναι πρόδηλο ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του β^παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας το παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται ν’ ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται περί αυτοτελών αξιώσεων και η θεμελίωση καθεμιάς από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 177/2008, 268/2008, 604/2008 765/2007, 154/2007, 1645/2006, 67012006, 122/2006, 1874/2006, δημ. Νόμος). 

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την αγωγή τους, ισχυρίστηκαν μεταξύ άλλων, ότι εξ αιτίας του ένδικου ατυχήματος ο ανήλικος γιος τους υπέστη ακρωτηριασμό της δεξιάς κνήμης (στο όριο μέσου και άνω τριτημορίου της κνήμης) και στο αριστερό κάτω άκρο κάταγμα μηριαίου οστού με ακινητοποίηση, έλλειψη δέρματος πρόσθιας επιφάνειας μηρού εκτάσεως 25X5 εκ. και πλήρη αστάθεια της αριστεράς κατά γόνυ αρθρώσεως με ακινητοποιημένα τμήματα των οστών αυτής με βελόνες, η δε ως άνω αναπηρία του θα είναι μόνιμη και γι’ αυτό θα επιδράσει δυσμενώς στο μέλλον του και συγκεκριμένα στην προσωπική και επαγγελματική του εξέλιξη, αφού δεν θα μπορέσει να ασκήσει όσα επαγγέλματα απαιτούν σωματική αρτιότητα (πχ. αξιωματικός σε σώματα ασφαλείας, αθλητής κλπ.) η επιβάρυνση δε από την αναπηρία του αυτή αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού, ενώ σε οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα, θα υστερεί έναντι των αρτιμελών συναδέλφων του, ακόμη δε εξαιτίας της αναπηρίας του αυτής μειώνονται οι πιθανότητες του για δημιουργία οικονομικής και κοινωνικής αυτοτέλειας. Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλλει για λογαριασμό του άνω ανηλίκου πρόσθετη, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, αποζημίωση 450.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το αίτημα αυτό, το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρο 931 ΑΚ, είναι σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, πλήρως ορισμένο, αφού εκτίθεται στην αγωγή το είδος της αναπηρίας, η μονιμότητα αυτής και η επίδραση της στη ζωή του παθόντος, καθώς και το ανάλογο για την αποκατάσταση τη ζημιάς ποσό πρόσθετης αποζημιώσεως, δηλαδή διαλαμβάνονται στην αγωγή τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνθέτουν την, κατά την πιο πάνω έννοια, επίδραση στο μέλλον της αναπηρίας και της παραμόρφωσης που προξενήθηκε στον παθόντα, από τα οποία ειδικά περιστατικά προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής του ζωής, ασχέτως του γεγονότος ότι δεν δύναται να διαγνωσθεί συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, καθόσον ο ανήλικος δεν έχει εισέλθει στην παραγωγική διαδικασία και επομένως, δεν δύναται να λάβει χώρα πρόβλεψη για το ύψος αυτής (βλ.ΑΠ 514/2007, 154/2007, 670/2006 δημ. Νόμος). Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε το παραπάνω κονδύλιο ορισμένο και νόμιμο ορθά το νόμο εφάρμοσε και γι’ αυτό τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Βελτιωμένη Τροφή
Επίσης οι ενάγοντες με την αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι εξ αιτίας του τραυματισμού που υπέστη ο ηλικίας 4,5 ετών γιος τους από το περιγραφόμενο ατύχημα, που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, δαπάνησαν και θα δαπανήσουν κατά το χρονικό διάστημα τριών τουλάχιστον ετών μετά το ατύχημα, για λήψη βελτιωμένης τροφής, πλούσιας σε λεύκωμα και σίδηρο, με αυξημένες θερμίδες, απαραίτητης, κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών, για την ανάπλαση των ιστών, το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 10.800 ευρώ, επιπλέον όσων θα δαπανούσαν για τη συνήθη διατροφή του άνω ανηλίκου και ζήτησαν ισόποση αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημιάς από την αιτία αυτή. Η αγωγή, κατά το άνω κονδύλιο, είναι επαρκώς ορισμένη και περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τους ενάγοντες (με την ιδιότητα που παρίστανται) κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρα 118, 119 και 216 ΚΠολΔ), δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, αναφορικά με τη δαπάνη λήψης βελτιωμένης τροφής να αναφέρεται συγκεκριμένα πως προκύπτει το ποσό αυτό μηνιαίως ή ποια ήταν η διατροφή του ανηλίκου πριν το ατύχημα. Οι λεπτομέρειες, που αξιώνει η άνω εναγομένη ,δεν είναι αναγκαίες για την πληρότητα της αγωγής ως δικογράφου κατά τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, διότι είναι στοιχεία που μπορούν να προκύψουν με πληρότητα από τις αποδείξεις και να συμπληρωθούν με αυτές. Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με το πρώτο σκέλος του σχετικού έβδομου λόγου της έφεσης της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνθήκες Ατυχήματος – Υπαιτιότητα
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448φ&2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε για το ένδικο ατύχημα (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, προανακριτικές καταθέσεις κλπ), εκτιμώμενων και όσων από αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Στις 18-9-2005 και ώρα 17.10, ο πρώτος εναγόμενος Ψ1, οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, επί ανώνυμης δημοτικής οδού στην πόλη του Ορχομενού, το υπ’ αριθμ. κυκλ. _____ ΙΧΕ αυτοκίνητο του, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΊΤΑ», επιχείρησε, χωρίς σύνεση και προσοχή, αριστερή σε σχέση με την πορεία του στροφή, επέπεσε σε σταθμευμένο όχημα, εξετράπη της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ανήλθε ό πεζοδρόμιο, όπου βρισκόταν ο ανήλικος γιος των εναγόντων Χ1, τον οποίο εγκλώβισε μεταξύ του οχήματος του και του παρακειμένου μανδρότοιχου, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του άνω ανηλίκου κυρίως στα κάτω άκρα. Το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Ψ1, όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, της οποίας η κρίση και οι παραδοχές, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, δεν πλήττονται με λόγο της έφεσης.

Σωματικές Βλάβες
Περαιτέρω αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ανήλικος γιος των εναγόντων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 4,5 περίπου ετών, μετά την επέλευση του ατυχήματος, μεταφέρθηκε αρχικώς στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Λιβαδειάς και κατόπιν λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης δι’ αερομεταφοράς στο Νοσοκομείο Παίδων Αθήνας «Π. Α. Κυριακού», όπου αφού διαπιστώθηκε ότι έφερε μικρές θλάσεις στις βάσεις των πνευμόνων άμφω και ελεύθερο υγρό στην περιτοναϊκή κοιλότητα και είχε υποστεί σύνθλιψη των κάτω άκρων αμφοτερόπλευρα, υποβλήθηκε λόγω τραύματος στη μεσότητα της κνήμης με πλήρη αποκόλληση του περιφερειακού τμήματος, χωρίς δέρμα και με πλήρη διατομή των αγγείων, σε ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου στο ύψος του τριτημορίου της κνήμης (7εκ κάτωθεν του γονάτου) και σε διαμόρφωση του κολοβώματος, ενώ διατηρήθηκε το αριστερό κάτω άκρο. Ειδικότερα δε το αριστερό κάτω άκρο έφερε βαρύ θλαστικό τραύμα μεγάλης έκτασης καθ’ όλο το μήκος με κατάγματα στο μηριαίο οστό και στην κνήμη, έλλειψη δέρματος πρόσθιας επιφάνειας 25εκ επί 5εκ περίπου και προς αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής υποβλήθηκε σε ακινητοποίηση τμημάτων των οστών της αρθρώσεως με βελόνες. Ο άνω ασθενής νοσηλεύθηκε αρχικά στο παραπάνω νοσοκομείο έως την 13.10.2005 και περαιτέρω μεταφέρθηκε στην Πλαστική Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία» και υποβλήθηκε, στις κατωτέρω ημερομηνίες του ίδιου έτους ήτοι την 17.10., την 19.10., την 24.10., την 26.10., την 31.10., την 2.11., την 12.11., την 14.11, την 15.11., την 21.11. και την 23.11., υπό γενική αναισθησία, σε χειρουργικούς καθαρισμούς και αλλαγές των τραυμάτων του, ενώ τρεις φορές υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση δέρματος προς κάλυψη των τραυματικών επι¬φανειών και του καλλωπισμού του κολοβώματος (βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΙΑ 2129/20.9.2005 βεβαίωση του Διευθυντή του Τμήματος της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας και τις με αριθμούς πρωτοκόλλου ΙΑ ___________ βεβαιώσεις του Διευθυντή του Τμήματος Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων Αθήνας καθώς και τη με αριθμό πρωτοκόλλου ___________ ιατρική γνωμάτευση της Διευθύντριας της Πλαστικής Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων). Ο ασθενής εξακολούθησε να υποβάλλεται σε καθαρισμούς και αλλαγές των τραυμάτων του στο ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα και τους επόμενους μήνες έως και το Μάρτιο του 2006 και φέρει πλέον προσθετικό μηχάνημα στο δεξιό άκρο και ειδικό θερμοπλαστικό νάρθηκα στο αριστερό. Ο άνω ασθενής θα υποβληθεί μελλοντικώς σε σειρά επεμβάσεων, ο χρόνος και ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να καθορισθεί ακόμα (βλ. την από 7.2006 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή της Πλαστικής Χειρουργικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προς αποκατάσταση της υγείας του άνω ανηλίκου παθόντος, οι γονείς του, υπό την ιδιότητα που παρίστανται,υποχρεώθηκαν να δαπανήσουν για την αγορά κνημιαίας πρόθεσης δεξιού σκέλους, τύπου modular, θήκης σιλικόνης, ασφάλειας σιλικόνης, πέλματος από ανθρακονήματα τύπου flex fooy, αφρώδους επικάλυψης και διακοσμητικού γαντιού το ποσό των 7.500 ευρώ και για αγορά κνημοποδικού λειτουργικού κηδεμόνα έσω υποδήματος, αριστερού κάτω άκρου με ποδοκνημική άρθρωση, το ποσό των 400 ευρώ (βλ. τα με αριθμούς ____ δελτία λιανικής της ομόρρυθμης εταιρείας ___________). 

Αποκλειστική Νοσοκόμος
Λόγω του γεγονότος ότι οι γονείς του ανηλίκου υπηρετούν και οι δύο στην Ελληνική Αστυνομία και έχουν ωράρια ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, δεν είχαν τη δυνατότητα να φροντίζουν και να περιποιούνται τον ως άνω υιό τους καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ο οποίος, με βάση το είδος και τη φύση των τραυματισμών του, σε συνδυασμό με την ηλικία του, δεν ήταν δυνατόν, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2006 έως και Νοέμβριο του 2006, να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη της παρουσίας και των υπηρεσιών τρίτου προσώπου, τις οποίες προσέφερε η γιαγιά του _____, προσφέροντας, με εντατικοποίηση των προσπαθειών της, τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας-περιποιήτριας. Το είδος των εν λόγω παρασχεθεισών στον άνω ανήλικο υπηρεσιών υπερβαίνει το μέτρο του δυνατού και των προσπαθειών κάθε μέλους της οικογένειας ην άλλων προσώπων, αφού αυτές (υπηρεσίες) παρέχονται με την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμας) έναντι αμοιβής. Και ναι μεν οι ενάγοντες με την ιδιότητα που παρίστανται δεν κατέβαλαν την αμοιβή αυτή, εφόσον, όμως, αποδείχθηκε ότι εξυπηρετήθηκε ο γιος τους, κατόπιν προσπαθειών της γιαγιάς του, με αντίστοιχο περιορισμό των αναγκών της τελευταίας, δικαιούται αποζημίωσης, την οποία υποχρεούνται να καταβάλουν οι υπαίτιοι του τραυματισμού του, κατ’ άρθρο 930 εδ. γ ΑΚ, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση οι τελευταίοι θα ωφελούνταν (ΑΠ 833/2005 ΕλΔ 47, 96, 126, ΑΠ 1379/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 371/2001 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 208/2005 ΝοΒ 2006, 240, ΕφΑΘ 7007/2003 ΕλΔ 2004, 836, ΕφΘεσ 2834/2001 Αρμ 2002, 372, ΕφΑθ 5163/1996 ΕλΔ 38, 651, ΕφΑΘ 1377/1994 ΕλΔ 36, 644). Αν η γιαγιά δεν είχε προσφέρει τις υπηρεσίες της, θα χρησιμοποιούσαν για τον σκοπό αυτό τρίτο πρόσωπο ως αποκλειστική νοσοκόμα, στο οποίο οι άνω γονείς θα κατέβαλαν το ποσό των 1000 ευρώ τον μήνα και για 11 μήνες το ποσό των 11.000 ευρώ ,το οποίο ο παθών δικαιούται ως αποζημίωση. Αλλά και στο επόμενο χρονικό διάστημα των τριών ετών, ο παθών με βεβαιότητα θα εξακολουθήσει να έχει ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου, τουλάχιστον για ένα οκτάωρο καθημερινώς, διότι η παρουσία βοηθού στις μετακινήσεις του και η παροχή νοσηλευτικής φροντίδας κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι αναγκαία αν και μπορεί να κινείται με τεχνητό μέλος και νάρθηκα, οπότε για το σκοπό αυτό θα απαιτηθεί ποσό ύψους 28.800 ευρώ (36 μήνες Χ 800 ευρώ μηνιαίως).

Επιπλέον, προς αποκατάσταση της υγείας του, ο παθών, από την έξοδο του από το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα την 28.12.1005, επιβάλλονταν να λαμβάνει, αλλά και θα εξακολουθήσει να λαμβάνει για τα επόμενα τρία έτη), ήτοι έως την 28.11.2009, βελτιωμένη διατροφή , διότι έχει αυξημένες ανάγκες σε θερμίδες, λεύκωμα και σίδηρο για την ανάπλαση των ιστών, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της θεράποντα ιατρού του ____, δαπανώντας μηνιαίως, για το ως άνω χρονικό διάστημα, επιπλέον από τις συνήθεις δαπάνες διατροφής, σύμφωνα με τις τιμές αγαθών κατά τον άνω χρόνο, το ποσό των εκατόν πενήντα ευρώ μηνιαίως και συνολικά 7050 ευρώ (47 μήνες Χ 150 ευρώ τον μήνα), ποσό, το οποίο κρίνεται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει του είδους και της βαρύτητας του τραυματισμού του, ως δικαιολογημένο και ως προς την αναγκαιότητα του και ως προς το ύψος του.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο παθών μετέβη μαζί με τους γονείς του κατά τις παραπάνω αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2005, από την κατοικία του στον Ορχομενό, στην πλαστική χειρουργική κλινική του νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία, στην Αθήνα, για να υποβληθεί σε επιβεβλημένους χειρουργικούς καθαρισμούς και αλλαγές των τραυμάτων του. Οι εν λόγω μετακινήσεις του ήταν αναγκαίες για τη θεραπεία του ενώ και οι γονείς του υποχρεούνταν σε μεταβάσεις στο ίδιο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα κατά τα χρονικά διαστήματα νοσηλείας του, καθόσον, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του και της έντονης απαίτησης για ψυχολογική υποστήριξη και φροντίδα, σε συνδυασμό με την ηλικία του, η παρουσία των γονέων του ήταν απολύτως αναγκαία για την αποκατάσταση της υγείας του. Για τις μετακινήσεις δε αυτές κατά το χρονικό διάστημα από 05.10.2005 έως 20.10.2006, δαπανήθηκε για την αγορά αμόλυβδης βενζίνας ποσό 2.732,50 ευρώ και για καταβολή αντιτίμου διοδίων (74 μετακινήσεις Χ 2 ευρώ =) 148 ευρώ και συνολικά, ποσό 2880,50 ευρώ. 

Εξάλλου και με δεδομένο ότι ο ανωτέρω παθών, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος τεσσάρων και ημίσεως ετών, υπέστη αναπηρία -σύμφωνα με την από 18.1.2006 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Λιβαδειάς σε ποσοστό 80% – η οποία, λαμβανομένου υπόψη της φύσης της και του μεγέθους της, θα επιδράσει οπωσδήποτε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αρνητικά στο οικονομικό ιδίως αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, στη συγκρότηση του χαρακτήρα του και την κοινωνική του ένταξη και κατ’ επέκταση την ανεύρεση του κατάλληλου επαγγελματικού προσανατολισμού και χώρου και τη διαμόρφωση των επαγγελματικών του σχέσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα προκαλέσει με βεβαιότητα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να διαγνωσθεί, καθόσον ο ανήλικος δεν έχει εισέλθει στην παραγωγική διαδικασία και, επομένως, δεν δύναται να λάβει χώρα πρόβλεψη για το ύψος αυτής, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων πρέπει να υπαχθεί στην, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ διαλαμβανομένη, ρύθμιση, δικαιούμενος εντεύθεν ευλόγου, για την βάσιμο κριθείσα ανωτέρω αιτία, χρηματικής παροχής, ανερχομένης, βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας και παραμορφώσεως αφενός, και της ηλικίας του αφετέρου, στο ποσό των 180.000 ευρώ. 

Ηθική Βλάβη 
Ακόμη ενόψει των συνθηκών επελεύσεως του άνω ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού, της σοβαρότητας και του είδους του τραυματισμού του ανηλίκου, της υποβολής του σε χειρουργικές επεμβάσεις, της μόνιμης αναπηρίας του, του γεγονότος ότι υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό της δεξιάς του κνήμης και τοποθέτηση πρόσθετου τεχνητού μέλους, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, που έχει υποστεί για τη θεραπεία των τραυμάτων του, του νεαρού της ηλικίας του ,της καλής μέχρι τότε κατάστασης της υγείας του, της κοινωνικής και της οικονομικής κατάστασης των διάδικων μερών, εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως στον παθόντα ανήλικο χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον ως άνω τραυματισμό του, η οποία, κατ’ εκτίμηση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων ,ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο και δίκαιο (άρθρο 932 ΑΚ), πλέον του ποσού των 20 ευρώ, το οποίο έχει ήδη επιδικασθεί με τη με αριθμό 939/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Κατ’ ακολουθίαν οι αξιώσεις του παθόντος ανηλίκου από τις παραπάνω αιτίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 387.630,50 ευρώ (7.500+400+11.000+28.800+7050+2.732,50+148+ 180.000+150.000) ευρώ. Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες (ισομερώς) το ποσό των 150.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να τους καταβάλλουν το ποσό των 237.630,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε και επιδίκασε τα ίδια ως άνω ποσά, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζουν α) η εναγομένη της κύριας αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της και β) οι ενάγοντες της κύριας αγωγής με την ιδιότητα που παρίστανται ,με τους συναφείς λόγους της έφεσης τους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Προσωπική Κράτηση
Περαιτέρω, εφόσον πρόκειται για απαίτηση από αδικοπραξία, στο δικαστήριο εναπόκειται αν θα διατάξει την προσωπική κράτηση του οφειλέτη για την εκτέλεση της απόφασης μετά την τελεσιδικία της (ΑΠ 152/2003, αδημοσίευτη).
Στην προκειμένη περίπτωση ορθά με την εκκαλουμένη απόφαση απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγομένου οδηγού διαρκείας έξι μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, λαμβανομένων υπόψη του ύψους της απαιτήσεως και του είδους και της βαρύτητας της ζημιογόνου πράξης, και όχι προσωπική κράτηση μεγαλύτερης διάρκειας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ενάγοντες, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της φερεγγυότητας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Δικαστική Δαπάνη
Περαιτέρω η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.) .Στην περίπτωση εφαρμογής της τελευταίας διατάξεως το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει τα υπέρ του διαδίκου, που εν μέρει νικά και συνακόλουθα εν μέρει ηττάται, δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Δικηγορικού Κώδικα, ακόμη και αν έχει υποβληθεί ο κατά το άρθρο 178 Δικ. Κώδικα, κατάλογος δαπανών και εξόδων (ΑΠ375/81 ΝοΒ 29/1546, ΕΑ2572/91 ΝοΒ40/1029, Β. Βαθρακοκοίλη Ερμην. Κ,Πολ.Δ. άρθρο 178, παρ. 13.)
Οι εκκαλούντες- ενάγοντες (με την ιδιότητα που παρίστανται), με τον τελευταίο λόγο της εφέσεως τους, προσβάλλουν τη διάταξη της εκκαλούμενης αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενοι ότι παρά το νόμο καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων τους ύψους 2.500 ευρώ, ενώ θα έπρεπε, αντίθετα, να καταδικασθούν σε πληρωμή μεγαλύτερου ποσού, σύμφωνα με τον αναλυτικό πίνακα εξόδων και αμοιβής που υπέβαλαν κατά τα άρθρα 100 παρ. 1,107 παρ. 1,109 και 178 παρ. 1 του Κώδικα περί δικηγόρων. Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 193 ΚΠολΔ) και νόμιμος (αρθρ. 106, 178 § 1, 183,189,191 § 2 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Το Δικαστήριο λοιπόν λαμβάνοντας υπόψη : 1) ότι αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, όπως αυτά ενδεικτικά μνημονεύονται στο άρθρο 189 Κ.Πολ.Δ. (βλ. λέξεις «…και ιδίως…»), 2) ότι το σύνολο των εξόδων της δίκης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με βάση το αντικείμενο της αγωγής, που είναι ποσό ύψους 1.531.282,50 ευρώ, ανέρχεται στο ύψος του ποσού των 80.000 ευρώ περίπου, στο οποίο συνυπολογίζεται τόσο το δικαστικό ένσημο που αντιστοιχεί και αναλογεί στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, όσο και η κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων (αρθρ. 98 επ. του ως άνω Κώδικα), 3) ότι από το ποσό αυτό αντιστοιχεί στους ενάγοντες ποσό 49.000 ευρώ περίπου (βλ. και σχετικό πίνακα στο τέλος του κυρίου σώματος των από 10.10.2007 προτάσεων τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και στους εναγόμενους ποσό 31.000 ευρώ περίπου και 4) ότι η αγωγή έγινε τελικά εν μέρει δεκτή ως και μερικώς κατ’ ουσία βάσιμη για το συνολικό ποσό των 387.630,50 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 150.000 ευρώ επιδικάσθηκε καταψηφιστικά και ποσό 237.630,50 ευρώ αναγνωρίστηκε ως οφειλόμενο, κρίνει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ότι το ποσό των δικαστικών εξόδων το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν (καταβάλουν) στους ενάγοντες, ανέρχεται σε εκείνο των δεκατριών χιλιάδων (13.000) ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως δικαστικά έξοδα, το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ έσφαλε. Γι’ αυτό πρέπει, κατά το βάσιμο περί τούτου τελευταίο αυτό λόγο της έφεσης των εναγόντων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της περί δικαστικών εξόδων. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσία και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατά τούτο, πρέπει να καταδικασθούν οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων τόσο του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ύψους δεκατριών χιλιάδων (13.000) ευρώ, όσο και του παρόντος βαθμού (αρθρ. 106, 178 § 1, 183 Κ.Πολ.Δ.), που για τον τελευταίο πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να καθορισθούν στο ποσό των 1.500 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη α) ότι η εν λόγω έφεση έγινε δεκτή μόνον ως προς τον προαναφερόμενο λόγο αυτής, β) της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, γ) του καταναλωθέντος χρόνου και της σπουδαιότητας της διαφοράς και δ) της επιστημονικής εργασίας (βλ. ΑΠ 1584/1997 Ελλ. Δνη 39. 1284, ΑΠ 1/1997 Ελλ. Δνη 38. 1543). Περαιτέρω, πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και εφόσον έχουν ερευνηθεί και απορριφθεί όλοι οι λόγοι της έφεσης των εναγομένων, να απορριφθεί η τελευταία και στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ’ ουσία και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (αρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), που πρέπει να καθορισθούν στο ποσό των 500 ευρώ. Τέλος, πρέπει, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον απολειπόμενο πρώτο των εφεσίβλητων της έφεσης των εναγόντων Ψ1, να ορισθεί το σχετικό παράβολο (αρθρ. 501, 502 § 1, 505 § 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην του εφεσίβλητου Ψ1ψκαι κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.-
Ορίζει, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του άνω ερήμην δικαζομένου, παράβολο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.-
Συνεκδικάζει τις υπό κρίση αντίθετες εφέσεις α) από 30.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 94/2008 των εναγόντων Χ1 κλπ και β) από 14.4.2008 και με αριθμό κατάθεσης 37/2008 της εναγόμενης, εδρεύουσας στην Αθήνα Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία «ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ», κατά της υπ’ αριθμ. 11/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (αρθρ. 681 Α Κ,Πολ.Δ.).-
Δέχεται τυπικά αυτές.-
Δέχεται κατ’ ουσία την ως άνω από 30.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 94/2008 έφεση των εναγόντων Χ1 κλπ.- 
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 11/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς ως προς το κεφάλαιο της περί δικαστικών εξόδων.-
Κρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.-
Καταδικάζει τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων α) του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων (13.000) ευρώ και β) του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-
Απορρίπτει κατ’ ουσία την ως άνω από 14.4.2008 και με αριθμό κατάθεσης 37/2008 έφεση της εναγόμενης, εδρεύουσας στην Αθήνα Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία «ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΜΙΝΕΤΤΑ».- Και
Καταδικάζει την ως άνω εκκαλούσα στην πληρωμή των
δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού
δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500)
ευρώ.- Κρίθηκε 
———————