facebook
Αρχική Νομολογία Υπαιτιότης - Συνυπαιτιότης Παράσυρση πεζού επί διπλής διαχωριστικής γραμμής & αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγό Απόφ. ΑΠ 245/2011

Παράσυρση πεζού επί διπλής διαχωριστικής γραμμής & αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγό Απόφ. ΑΠ 245/2011

Παράσυρση Πεζού

καθέτως Κινουμένου σε Εθνική Οδό

στο επί διπλής διαχωριστικής γραμμής

  

Αποκλειστική υπαιτιότητα του παρασύραντος αυτόν οδηγού ΙΧΕ,  ο οποίος οδηγώντας με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα παρέσυρε τον πεζό επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, τον οποίο αν και αντιλήφθηκε από απόσταση 40 μέτρων ότι επιχειρώντας να διασχίσει την ΝΕΟ κάθετα από δεξιά προς αριστερά της πορείας του, βρισκόταν στο μέσον του ρεύματος της πορείας του, δεν επιχείρησε αμέσως να τροχοπεδήσει ώστε να μειώσει την ταχύτητα του ή να ακινητοποιήσει το όχημά του, ούτε επιχείρησε να κάνει παράλληλα ελιγμό προς τα δεξιά. Αντίθετα, ο εναγόμενος οδηγός πραγματοποίησε αρχικά αριστερό ελιγμό προκειμένου να προσπεράσει τον πεζό. Ο πεζός, όμως, που αντιλήφθηκε το όχημα να έρχεται προς το μέρος του με υπερβολική ταχύτητα,άρχισε να τρέχει για να διασχίσει γρήγορα το οδόστρωμα της παραπάνω οδού και να αποφύγει την παράσυρση αυτού από το ως άνω όχημα. Τότε εναγόμενος οδηγός του υπαιτίου ΙΧΕ, που αντιλήφθηκε ότι δεν θα προλάβαινε να τον αποφύγει τον πεζό – πραγματοποιώντας τον αριστερό ελιγμό –  τροχοπέδησε και στη συνέχεια πραγματοποίησε δεξιό ελιγμό για να επαναφέρει το όχημα του στην αρχική του πορεία και να αποφύγει τον πεζό που εκινείτο προς τα αριστερά. Πλην όμως, παρέσυρε αυτόν  στη μέση του οδοστρώματος και επί της διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής (παράβ. αρθρ. 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ.7, 8 του ΚΟΚ).   Συνεπώς ουδεμία συνυπαιτιότητα δεν βαρύνει τον πεζό, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της έφεσης.

 Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση  απορρίφθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης καθότι κρίθηκε ότι το Εφετείο  ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε καιδεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 932 του Α.Κ. και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 2, 20 §7, 8 του Ν. 2696 του ΚΟΚ, και ορθά δεν εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καθόσον τα ανελέκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος αναιρεσείοντος εναγομένου οδηγού σε τρόπο ώστε η υπαίτια αυτή συμπεριφορά να βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανατωθέντος πεζού, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας αμελούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, που συνετέλεσε αιτιωδώς στο επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα.

  Επιπροσθέτως κρίθηκε ότι από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 § 7, 8 του ΚΟΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η απόρριψη της ένστασης, που προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος, και η μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 Α.Κ.

Απόφ. ΑΠ 245/2011

Πρόεδρος : Χαράλαμπος Ζώης

Εισηγητής : Δημητρούλα Υφαντή

Μέλη : Γεωργία Λαλούση – Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου – Ιωάννα Λούκα

Δικηγόροι : Ευθύμιος Καραΐσκος  – Αικατερίνη Αναστασοπούλου

Σχόλια – Παρατηρήσεις

Παράσυρση Πεζής ισταμένης σε διπλή διαχωριστική γραμμή

  • Αποκλειστική υπαιτιότης του παρασύραντος οδηγού ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν μετρίασε την ταχύτητά του, (που ενόψει του ότι πεζή βρισκόταν στην τροχιά του που καθυστερούσε να απομακρυνθεί και στη δεξιά λωρίδα πορείας του ήταν σταθμευμένα αυτοκίνητα), ούτε έκανε κανένα άλλον ελιγμό για να την αποφύγει. Εφ.Αθ.958/1993 ΣΕΣυγκΔ 1996/82
  • Παράσυρση Πεζού, ισταμένου στη διαχωριστική γραμμή, που ανέμενε να διέλθουν τα οχήματα του άλλου ρεύματος. Αποκλειστικός Υπαίτιος ο οδηγός ο οποίος από έλλειψη προσοχής και λόγω της μεγάλης ταχύτητος, παρέσυρε τον πεζό αρκετά μέτρα, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό αυτού. (Πρωτοδίκως είχε γίνει δεκτή συνυπαιτιότητα 50%). Εφ.Πειρ.800/1992 ΣΕΣυγκΔ 1996/217

Κείμενο Απόφ. ΑΠ 245/2011

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  Από τις υπ’ αριθ. 4212, 4206, 4214/5-5-2010 και 9116/8-7-2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείου Χανίων και Πειραιώς, … και … αντίστοιχα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους, πρώτη, δεύτερη, τρίτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία των πιο πάνω, πρώτης, δεύτερης, τρίτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, Ζ. Χ., Ε. Χ., Π. Ζ. και Β. Χ. αντίστοιχα.

  Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομική σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

  

   Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ή οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

  Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 206/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: “… Στις 28-7-2005, περί ώρα 20:10, ενώ υπήρχε λόγω καλοκαιριού φως ημέρας, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθ. Κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο είχε μισθώσει από την δεύτερη εναγόμενη εταιρία με το με αριθ. ____ μισθωτήριο, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 μέχρι 31-7-2005 και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την απέναντι στους τρίτους αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε στην Νέα Εθνική οδό …-…, με κατεύθυνση από … προς … και έφθανε στο 27ο χιλιόμετρο αυτής. Σ’ αυτό το σημείο η οδός έχει πλάτος 7,60 μέτρα, είναι άσφαλτος, διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τα οποία διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας σε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση (βλ. έκθεση αυτοψίας και το από 27-2-2007 έγγραφο διόρθωσης έκθεσης αυτοψίας του τμήματος Τροχαίας …). Το οδόστρωμα της παραπάνω οδού διαχωρίζεται από το έρεισμα αυτής, που έχει πλάτος 1,20 μ. προς … και 1,50 μ. προς … με συνεχή λευκή γραμμή (οριογραμμή) παράλληλη με τον άξονα της οδού. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων στο σημείο που έβαινε το ως άνω όχημα ορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 σε 60 χμ/ώρα, κατά το άρθρο 4 παρ.3 και 20 ν.2696/1999, για τα οχήματα που κινούνται στην παραπάνω οδό. Στο ύψος του 27ου χλμ. της παραπάνω οδού, στην πορεία του ως άνω οχήματος υπάρχει ανοιχτή δεξιά στροφή και μετά η οδός είναι ευθεία ενώ στο δεξιό μέρος αυτής σε σχέση με την πορεία του παραπάνω οχήματος υπάρχει ανώνυμος αγροτικός δρόμος, που τέμνει την Ν.Ε.Ο. και οδηγεί στο χωριό …. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο πεζός Ν. Χ. αφού διέσχισε τον προαναφερόμενο ανώνυμο αγροτικό δρόμο, έφθασε στη Ν.Ε.Ο. και επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα αυτής με κανονικό βηματισμό αρχικά και στη συνέχεια όταν εμφανίστηκε το παραπάνω όχημα και το αντιλήφθηκε τρέχοντας, για να συνεχίσει την πορεία του σε απέναντι κείμενο αγροτικό δρόμο. Όταν δε βρισκόταν στη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, δηλαδή στη μέση της οδού, παρασύρθηκε από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα (εμπρός αριστερό προφυλακτήρα και φανάρι) του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και εκτινάχτηκε 5 μ. εμπρός και αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω οχήματος με συνέπεια να υποστεί κατάγματα σπονδύλων αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης θώρακος, οστών λεκάνης, ηβικής σύμφυσης αριστερού ανωνύμου οστού και κακώσεις σπλάχνων, θώρακος και κοιλίας καθώς και εκτεταμένες εκδοράς στο δέρμα.

  Εξαιτίας των παραπάνω σωματικών βλαβών επήλθε ο θάνατος αυτού μετά από 1 1/2 ώρα περίπου ήτοι περί ώρα 21:45, στο τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων εξαιτίας ολιγαιμικής καταπληξίας λόγω των παραπάνω κακώσεων στα σπλάχνα, στο θώρακα και στην κοιλιά, αποτόκων του ένδικου ατυχήματος, (βλ. το με αριθ. πρωτ. 561/15-5-2008 ιατροδικαστικό πρωτόκολλο). Η παραπάνω παράσυρση του πεζού συνέβη από αμέλεια του πρώτου εναγομένου διότι το όχημα που οδηγούσε αυτός εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα 70 χλμ/ώρα τουλάχιστον (βλ. την από 28-7-2005 έκθεση απολογίας του πρώτου εναγομένου) εφόσον υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (60 χλμ/ώρα), με συνέπεια να μην έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να μην μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ όφειλε να ρυθμίσει την ταχύτητα του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και να έχει μειώσει αυτή κάτω από το επιτρεπόμενο όριο, δεδομένου ότι έβαινε σε τμήμα της παραπάνω οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, λόγω της προαναφερόμενης ανοιχτής στροφής. Εξαιτίας της παραπάνω ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε, ο πρώτος εναγόμενος όταν μετά την ανοιχτή δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, αντιλήφθηκε τον πεζό Ν. Χ., που βρισκόταν μπροστά του και επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του παραπάνω οχήματος, στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας του και σε απόσταση 40 μέτρων περίπου από το κινούμενο όχημα, αν και προέβλεψε το γεγονός ότι μπορεί να τον παρασύρει με το όχημά του, δεν επιχείρησε αμέσως να τροχοπεδήσει αυτό ώστε να μειώσει την ταχύτητα του ή να το ακινητοποιήσει, ούτε επιχείρησε να κάνει παράλληλα ελιγμό προς τα δεξιά όπου υπήρχε και το δεξιό έρεισμα του οδοστρώματος (1,20 μ.) σε σχέση με την πορεία του, τα οποία όφειλε και μπορούσε να πράξει εφόσον το παραπάνω αυτοκίνητο ήταν εφοδιασμένο με σύστημα αντιεμπλοκής κατά την πέδηση των τροχών (ΑΒS), το οποίο λειτουργούσε σε ικανοποιητικό βαθμό κατά το χρόνο του παραπάνω ατυχήματος (βλ. από 11-8-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ε.Ι. Κ. και Σ. Μ., ηλεκτρολόγων μηχανολόγων που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του τμήματος Τροχαίας Χανίων), ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στον πεζό που βρισκόταν μπροστά του και να αποφύγει την παράσυρση αυτού. Αντίθετα, αυτός χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του και ενώ ο πεζός βρισκόταν στο μέσον του ρεύματος πορείας του οχήματος ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε αρχικά αριστερό ελιγμό προκειμένου να προσπεράσει τον πεζό, που όπως πίστευε λόγω και της ταχύτητας του οχήματος θα βρισκόταν ακόμη δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος που οδηγούσε. Ο πεζός, όμως, που αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος να έρχεται προς το μέρος του με την παραπάνω υπερβολική ταχύτητα, άρχισε να τρέχει για να διασχίσει γρήγορα το οδόστρωμα της παραπάνω οδού και να αποφύγει την παράσυρση αυτού από το ως άνω όχημα. Τότε μόνο ο πρώτος εναγόμενος, που αντιλήφθηκε ότι ο πεζός έτρεχε για να διασχίσει γρήγορα την οδό και ότι δεν θα προλάβαινε να τον αποφύγει πραγματοποιώντας τον αριστερό ελιγμό, τροχοπέδησε και στη συνέχεια πραγματοποίησε δεξιό ελιγμό για να επαναφέρει το όχημα του στην αρχική του πορεία και να αποφύγει τον πεζό που εκινείτο προς τα αριστερά. Πλην όμως, δεν πέτυχε να αποφύγει τον πεζό, τον οποίο κτύπησε με σφοδρότητα με το εμπρός αριστερό τμήμα του οχήματος του ενώ βρισκόταν στη μέση του οδοστρώματος και επί της διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της παραπάνω οδού, με συνέπεια να εκτιναχτεί ο πεζός και να επιπέσει επί του οδοστρώματος σε απόσταση 5 μέτρων περίπου, εμπρός και αριστερά από το σημείο της σύγκρουσης σε σχέση με την πορεία του παραπάνω οχήματος. Η αρχική ταχύτητα του οχήματος (70 χλμ/ώρα) προκύπτει από τα γεγονότα της σφοδρότητας, της παράσυρσης του πεζού και της εκτίναξης αυτού σε απόσταση 5 μέτρων περίπου καθώς και από τις παραπάνω κακώσεις του θανόντος, που συνέβησαν ενώ το όχημα είχε ήδη μειώσει την αρχική ταχύτητα του.

  

   Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η παράσυρση του παραπάνω πεζού, ο εξαιτίας αυτής τραυματισμός του και ο θάνατος αυτού οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, γιατί αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια συνετού οδηγού για να αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και τη λογική, αυτός όφειλε να οδηγεί με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του και να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν (ανοιχτή δεξιά στροφή, έλλειψη ορατότητας) ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και να μειώσει αυτή, που ανερχόταν τουλάχιστον σε 70 χλμ./ώρα, ενόψει των παραπάνω συνθηκών και του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας που ορίζεται σε 60 χλμ./ώρα (αρθ. 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ.7, 8 Ν. 2696/1999), προκειμένου να αποφύγει την παράσυρση του πεζού. Αντίθετα, δεν αποδεικνύεται ότι ο πεζός επέδειξε αμέλεια κατά την διάσχιση του οδοστρώματος της παραπάνω οδού. Ειδικότερα, όταν αυτός άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα αυτής το παραπάνω όχημα δεν ήταν ορατό ούτε αντιληπτό έστω ακουστικά από αυτόν, αλλά λόγω της υπερβολικής ταχύτητας (70 χλμ/ώρα) με την οποία εκινείτο το όχημα εμφανίστηκε ξαφνικά μετά την παραπάνω στροφή της οδού, αριστερά σε σχέση με την πορεία του (πεζού) και αμέσως ο τελευταίος το αντιλήφθηκε όταν βρισκόταν στο μέσο του ρεύματος πορείας του οχήματος και άρχισε να τρέχει για να φθάσει στη διπλή διαχωριστική γραμμή πριν φθάσει το όχημα σε αυτόν για να αποφύγει την παράσυρσή του και πέτυχε να φθάσει εκεί (διπλή διαχωριστική γραμμή). Διάβαση πεζών δεν υπάρχει σε κανένα σημείο της παραπάνω Ν.Ε.Ο. πλησίον του τόπου του ατυχήματος και συνεπώς ο πεζός δεν είχε υποχρέωση να διασχίσει την οδό από διάβαση πεζών, ενώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του παραπάνω τόπου, προστατευτικές μεταλλικές “μπάρες” υπάρχουν στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του παραπάνω οχήματος ρεύμα κυκλοφορίας και μετά το έρεισμα αυτού και σταματούν πριν από τον αγροτικό δρόμο στον οποίον θα εισερχόταν ο πεζός αφού διέσχιζε την ως άνω Ν.Ε.Ο. και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων δεν αποδεικνύεται. Επίσης, αποδείχτηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ο θανών πεζός δεν βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά το χρόνο της παράσυρσης (περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα, του πρώτου εναγομένου:0 και αιθανόλης στο αίμα του πεζού:0, όπως αναφέρεται στις 3022/10/1552α/12-9-2005 έκθεση εξετάσεως αίματος και με αριθ. πρωτ. 3390/2005 τοξικολογική έκθεση, αντίστοιχα). Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πεζός διέσχιζε διαγωνίως την Εθνική οδό, ούτε ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι ο πεζός διέκοψε την πορεία του στη μέση της αυτής, κάνοντας βήματα εμπρός – πίσω και παραπλανώντας τον πρώτο εναγόμενο με αυτό τον τρόπο για τις προθέσεις του.

  Συνεπώς, ο θανών Ν. Χ. δεν συνετέλεσε με οποιονδήποτε τρόπο άμεσα και από αμέλεια του στην παραπάνω παράσυρσή του και στον θανάσιμο τραυματισμό του, εφόσον στις παραπάνω κινήσεις του θα προέβαινε και οποιοσδήποτε άλλος συνετός πεζός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις ενώ δεν αποδεικνύεται ότι όφειλε και μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος και η ένσταση περί συνυπαιτιότητας αυτού …”.

  Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, αφού κρίθηκε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων οδηγός αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της θανάτωσης του παρασυρθέντος πεζού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων σε αντίθεση με τον θανατωθέντα πεζό που κρίθηκε ότι δεν τον βαρύνει καμία συνυπαιτιότητα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 932 του Α.Κ. και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 2, 20 §7, 8 του Ν. 2696 του ΚΟΚ, και ορθά δεν εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καθόσον τα ανελέκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος αναιρεσείοντος εναγομένου οδηγού σε τρόπο ώστε η υπαίτια αυτή συμπεριφορά να βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανατωθέντος πεζού, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας αμελούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, που συνετέλεσε αιτιωδώς στο επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα και της έλλειψης οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος που προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων ως εναγομένων και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με την έφεσή τους.

  Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 § 7, 8 του ΚΟΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η απόρριψη της ένστασης, που προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος, και η μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 Α.Κ.. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται: 1) ότι ο αναιρεσείων οδηγός μετά τη διέλευση από την ανοιχτή δεξιά ως προς την πορεία του στροφή αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τότε τον πεζό Ν. Χ., που βρισκόταν μπροστά του, στο μέσον του πλάτους του ρεύματος πορείας του 3,90 μέτρων και επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού που εκινείτο το αυτοκίνητο από δεξιά προς τ’ αριστερά σε σχέση με την πορεία του, σε απόσταση 40 μέτρων περίπου από το όχημα. 2) ότι ενώ από εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε ο αναιρεσείων οδηγός ότι ο πεζός θα διέσχιζε κάθετα το ρεύμα πορείας που εκινείτο το αυτοκίνητο, με κατεύθυνση προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων πορείας, καίτοι πρόβλεψε το γεγονός της παράσυρσης ως ενδεχόμενο με βάση τις συνθήκες κινήσεως του οχήματός του και του πεζού, δεν επιχείρησε αμέσως να μειώσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, που ήταν υπερβολή ανερχόμενη σε 70 χιλιόμετρα την ώρα, που υπερέβαινε την καθοριζόμενη με ρυθμιστική πινακίδα Ρ32 ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων την ώρα, παρά το γεγονός ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν εφοδιασμένο με σύστημα αντιεμπλοκής κατά την πέδηση των τροχών που λειτουργούσε σε ικανοποιητικό βαθμό κατά το χρόνο του ατυχήματος, επί πλέον δε παρέλειψε να μειώσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του καίτοι στην πορεία του βρισκόταν πεζός (άρθρ. 38 του ΚΟΚ) και παρέλειψε να διενεργήσει αποφευκτικό του πεζού προς τα δεξιά ελιγμό του αυτοκινήτου του, ώστε να διέλθει ασφαλώς με μειωμένη ταχύτητα πίσω από τον πεζό, κινούμενος στο πλάτος του ερείσματος της οδού πλάτους 1,20 μ. και του ρεύματος της πορείας του που είχε ήδη διανύσει ο πεζός που βρισκόταν ήδη στο μέσον αυτού. 3) ότι ο αναιρεσείων οδηγός αντί να διενεργήσει τις πιο πάνω αποφευκτικές ενέργειες, που ήταν υποχρεωμένος και μπορούσε να διενεργήσει, πραγματοποίησε αρχικά κινούμενος με την ίδια ταχύτητα αριστερό ελιγμό για να προσπεράσει τον πεζό, ο οποίος στο μεταξύ είχε επιταχύνει το βήμα του κινούμενος προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας για ν’ αποφύγει το κινούμενο όχημα, όταν δε καθυστερημένα αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρώσει επιτυχώς τον αποφευκτικό αυτό ελιγμό, τροχοπέδησε, και στη συνέχεια αμέσως πραγματοποίησε δεξιό ελιγμό για να επαναφέρει το όχημά του στην αρχική του πορεία και ν’ αποφύγει τον πεζό που ήδη είχε φθάσει πάνω στη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων πορείας, χωρίς όμως ν’ αποφύγει τελικά την επαφή του οχήματος με τον πεζό τον οποίο χτύπησε με σφοδρότητα με το εμπρός αριστερό τμήμα του οχήματός του ενώ βρισκόταν επί της διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος και τον εκτίναξε σε απόσταση 5 μέτρων περίπου, 4) ότι ο παρασυρθείς αντιλήφθηκε επίσης για πρώτη φορά το κινούμενο όχημα από απόσταση 40 μέτρων περίπου ενώ βρισκόταν στο μέσον του ρεύματος πορείας του οχήματος που διέσχιζε κάθετα, σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, όταν δε αντιλήφθηκε το όχημα προσπάθησε να διασχίσει με ταχύ βηματισμό το υπόλοιπο του πλάτους του ρεύματος πορείας του οχήματος για να φθάσει στη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων πορείας, υπολογίζοντας ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος οδηγός θα διενεργούσε τις προαναφερθείσες επιβαλλόμενες αναγκαίες ενέργειες, δηλαδή τη μείωση της ταχύτητάς του με έγκαιρη τροχοπέδηση και τη διενέργειά του προς τα δεξιά αποφευκτικού ελιγμού. Εξ άλλου οι πιο πάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης δεν ενέχουν καμμία αντιφατικότητα ως προς το πεδίο ορατότητας του οχήματος και του πεζού και τις συνθήκες κινήσεως του οχήματος και του πεζού αμέσως πριν από το ατύχημα.

 

  Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα δηλαδή της έλλειψης οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανατωθέντος πεζού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι ο παρασυρθείς πεζός ήταν συνυπαίτιος της παράσυρσής του και ότι ο αναιρεσείων οδηγός επέδειξε την οποιαδήποτε επιμελή οδηγητική συμπεριφορά που μπορούσε και είχε υποχρέωση να καταβάλλει είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτίθεται ανωτέρω, πληττομένης κατά τα λοιπά απαραδέκτως της εκτίμησης των αντιθέτων. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2009 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 206/2009 απόφασης, του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε

————————————