Επιδείνωση της Υγείας του Παθόντος – Προβλεπτή
Επιμήκυνση 5ετούς παραγραφής σε 20ετία (1)
της εκ του άρθρου ΑΚ 931 αξίωσης λόγω Μόνιμης Αναπηρίας – Μετατραυματικό Γλαύκωμα
Εφόσον η ενιαία αξίωση αποζημίωσης από την αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος μέρος της οποίας αποτελεί και η εκ της ΑΚ 931 αξίωση τελεσιδίκησε πριν την παρέλευση πενταετίας (5ετίας) επήλθε επιμήκυνση της παραγραφής σε 20 ετία (άρθρο 268 εδ. α΄ ΑΚ)
Αποζημίωση επί Μονίμου Αναπηρίας – 931 ΑΚ 40.000 ευρώ
Δυσμορφία λόγω Ιριδοπληγίας – Μετατραυματικό Γλαύκωμα
Απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης 559 αριθ.1 και 19 ΚπολΔ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας περί παραβίασης των άρθρων 929, 931 ΑΚ 937 ΑΚ, 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 και 268 παρ.1 ΑΚ
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο έκρινε ότι αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, ποσού 40.000 ευρώ, συνεπεία του τραυματισμού της στο τροχαίο ατύχημα και της επιδείνωσης της εξέλιξης της υγείας της αποτελούσε προβλεπτή ζημία, και η παραγραφή της αξίωσης αυτής άρχισε από την επομένη του ατυχήματος, που συνέβη στις 4/10/2009. Η ένδικη δεύτερη αγωγή με την οποία αξίωνε την αποζημίωση της εκ του άρθρου 931ΑΚ λόγω μόνιμης αναπηρίας ασκήθηκε στις 9/10/2014, δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας, όμως η αξίωσή της αυτή εξακολουθούσε να είναι ενεργή, διότι η ενιαία αξίωση αποζημίωσης από την αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος τελεσιδίκησε στις 18/7/2013, δηλαδή πριν από την πάροδο της πενταετίας, και συνακόλουθα η κατ’ αρχήν πενταετής παραγραφή επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή.
Ειδικότερα κατά τις παραδοχές του Εφετείου η ενάγουσα – αναιρεσίβλητη, ηλικίας 27 ετών κατά το ατύχημα, κατέστη ανάπηρη σε ποσοστό 15-20% λόγω του μετατραυματικού γλαυκώματος, για το οποίο χειρουργήθηκε δύο φορές, εμφανίζει δυσμορφία λόγω ιριδοπληγίας, με διευρυμένη την κόρη του δεξιού οφθαλμού της, η αναπηρία και η δυσμορφία- παραμόρφωση επηρεάζει δυσμενώς τόσο την επαγγελματική της εξέλιξη ως ιδιωτική υπάλληλος σε εταιρεία LOGISTICS, όσο και τις προσωπικές της σχέσεις και τις καθημερινές της δραστηριότητες λόγω της οπτικής κόπωσης και μειονεξίας που βιώνει, ως νέο άτομο, σε σχέση με το μέσο υγιή άνθρωπο νεαρής ηλικίας, και συνεπώς δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Η αξίωση αυτή, που αποτελεί μέρος της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, που απορρέει από την ίδια αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος συνιστούσε προβλεπτή ζημία, η οποία κατ’ αρχήν υπόκειται στην σύντομη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (για τον πρώτο αναιρεσείοντα – υπαίτιο οδηγό) και του άρθρου 10 παρ.2 Ν. 489/1976 (για την δεύτερη αναιρεσείουσα υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου), η οποία όμως επιμηκύνθηκε σε εικοσαετία, εφόσον η ενιαία αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας αναιρεσίβλητης, μέρος της οποίας συνιστά και η πρόσθετη αυτοτελής αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, είχε τελεσιδικήσει πριν την πάροδο της πενταετίας. Η πενταετής παραγραφή της αξίωσης αυτής (931 ΑΚ) άρχισε από την επομένη του ατυχήματος, που συνέβη στις 4/10/2009, δηλαδή από 5/10/2009 και συμπληρωνόταν στις 5/10/2014.
Η ένδικη αγωγή (δεύτερη κατά σειρά) ασκήθηκε στις 9/10/2014, δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας, πλην όμως η αρχική αγωγή αποζημίωσης για την όλη ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας – αναιρεσίβλητης είχε τελεσιδικήσει στις 18/7/2013 με την δημοσίευση της υπ’ αρ. 4473/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δηλαδή πριν να συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή. Επομένως, από την τελεσιδικία (18/7/2013) της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή και συνεπώς η ένδικη δεύτερη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, μέρος της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης και η οποία απορρέει από την ίδια νομική και ιστορική αιτία της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος, εξακολουθούσε να είναι ενεργή, διότι ασκήθηκε στις 9/10/2014 εντός της εικοσαετίας που συμπληρώνεται στις 18/7/2033.
Έτσι που έκρινε Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε (απορρίπτοντας την ένσταση πενταετούς παραγραφής) τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 10 παρ. 2 Ν. 489/1976, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 931, 268 παρ.1 ΑΚ περί επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε , δηλαδή για την επιμήκυνση σε εικοσαετία της επί μέρους αξίωσης της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, η οποία απορρέει από την ίδια αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος, εφόσον το δεδικασμένο της υπ’αρ. 4473/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, καταλαμβάνει και την επί μέρους πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ.
Απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔ και ο συναφής επικουρικός εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚπολΔ..
Σχόλια – Παρατηρήσεις
1.Επιδείνωση Υγείας Παθόντος
Όταν από τη ζημιογόνα πράξη προκύπτει απρόβλεπτη δυσμενής συνέπεια, άρχεται νέα ξεχωριστή παραγραφή από της γνώσεως της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του. ΑΠ.1010/2015, ΕΣυγκΔ 2016/296
Σε περίπτωση που βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, (η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ), από την τελεσιδικία αυτής αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, ή οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΑΚ 268 εδ.α). Αναγκαία, όμως, προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος να ήταν εξ αρχής προβλέψιμη, με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές. Αν όμως η ζημία, είναι απρόβλεπτη, ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, και η οποία αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειας τους με το ατύχημα, ΑΠ.1949/2017, ΕΣυγκΔ 2019/30
Για το ορισμένο δεν είναι αναγκαίο η αναφορά στην αγωγή ότι η επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος ήταν “απρόβλεπτη”. Αρκεί η επίκληση των μεταγενέστερων πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τη μελλοντική επιδείνωση. Ο ενάγων δεν φέρει το βάρος να επικαλεστεί τη ζημία του ως απρόβλεπτη. Οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η ζημία είναι προβλεπτή. Αναιρείται Εφετειακή Απόφαση που απέρριψε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αγωγή αποζημίωσης του παθόντος, για διαφυγόντα εισοδήματα για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από αυτό που επιδικάσθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, αφού υπήρχε δέσμευση από το δεδικασμένο αυτής, εφόσον ο ενάγων – παθών δεν επικαλείτο απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του μετά την άσκηση της αρχικής αγωγής του και την συνεπεία αυτής ανικανότητά του προς εργασία για το επίδικο χρονικό διάστημα (πενταετία), ΑΠ 210/2020 ΕΣυγκΔ 2020/282
Σε περίπτωση που ο παθών κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκε γα το διάστημα αυτό αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, δαπάνες πρόσληψης οικιακής βοηθού, κ.λπ. και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες, λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση. Κρίθηκε ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 937 εδ.α’ΑΚ και του Ν.3557/2007 αφού δέχθηκε ότι η ζημία του ενάγοντος ήταν απρόβλεπτη και η έναρξη της παραγραφής άρχισε από τότε που αυτός έλαβε γνώση των δυσμενών συνεπειών στην υγεία του, η οποία δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Συνεπώς απορρίπτεται ως αβάσιμος ο εκ του άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. ΑΠ.1949/2017, ΕΣυγκΔ2019/30.
Απόφ.ΑΠ……
Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας
'.
.'