facebook

Αστική Ευθύνη Νοσοκομείου για το θάνατο ασθενούς μετά από χειρουργική επέμβαση

Αναιρετικός Έλεγχος – Δεκτή  η Αίτηση Αναιρέσεως

Το Τεκμήριο Αθωότητας Δεν Υποχρεώνει το Διοικητικό Δικαστήριο να Καταλήξει στο ίδιο  Πόρισμα με το Ποινικό Δικαστήριο

Η αρχή ne bis in idem Δεν Εφαρμόζεται σε Δίκες με Αποζημιωτικό χαρακτήρα (αρθ. 105-106 ΕισΝΑΚ)Οι διαφορές αυτές Δεν έχουν Ποινικό αλλά αμιγώς Αποζημιωτικό – αποκαταστατικό χαρακτήρα

Το αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ  όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 4447/2016 κατά το μέρος που προβλέπει δέσμευση των Διοικητικών Δικαστηρίων από τις Αμετάκλητες Αθωωτικές Αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ  στις Δίκες που ανοίγονται με άσκηση αγωγής αποζημίωσης

 

 

Ιστορικό

Η σύζυγος του πρώτου και μητέρα των λοιπών αναιρεσειόντων εισήχθη στo αναιρσιβαλλόμενο Νοσοκομείο  για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης ευμεγέθους καλοήθους όγκου. Μετά τη διενέργεια του σχετικού προεγχειρητικού ελέγχου η επέμβαση χαρακτηρίστηκε μέτριας βαρύτητας και με μέτριο προς υψηλό βαθμό κινδύνου. Μετά την επέμβαση η ασθενής, που είχε συνείδηση και εκτελούσε απλές εντολές, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου η οποία κατέληξε στα αναμενόμενα μετεγχειρητικά ευρήματα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε θάλαμο αυξημένης φροντίδας, όπου παρουσίασε αστάθεια, η οποία αντιμετωπίστηκε με χορήγηση φαρμάκων και συνεχή παρακολούθηση από τους γιατρούς του αναιρεσίβλητου. Όταν αποδεσμεύθηκε κλίνη στην ΜΕΘ, στην οποία δεν υπήρχε εξ αρχής διαθέσιμη κλίνη αποφασίστηκε η ασθενής να μεταφερθεί εκεί. Μετά από νέα επιδείνωση της, υπεβλήθη σε επείγουσα αξονική τομογραφία εγκεφάλου της οποίας τα ευρήματα δεν διέφεραν ουσιωδώς με αυτά της πρώτης αξονικής τομογραφίας. Η κατάσταση της συνέχισε να επιδεινώνεται και εισήχθη τελικά στη ΜΕΘ σε κατάσταση καρδιακής ανεπάρκειας. Εντός της ΜΕΘ η ασθενής παρουσίασε τρεις ανακοπές καρδιακής λειτουργίας και τελικά κατέληξε. Οι νευροχειρουργοί και οι ιατροί της ΜΕΘ ζήτησαν τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής από την οποία προέκυψε ότι ο θάνατος επήλθε από «αιτία απροσδιόριστο». Ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά δύο εκ των ιατρών του νοσοκομείου για ανθρωποκτονία από αμέλεια η οποία κατέληξε σε απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο. Η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου απερρίφθη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Η έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι μετά την τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ με το ν. 4446/2016, η οποία εφαρμόζεται και σε διαφορές αστικής ευθύνης από ιατρικό σφάλμα, τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται πλέον και από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων καθώς και από τα αμετάκλητα απαλλακτικά βουλεύματα. Επιπλέον, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε, εκτιμώντας τις ενώπιον του προσκομισθείσες αποδείξεις, ότι δεν προέκυπτε παράνομη πράξη ή παράλειψη των ιατρών του αναιρεσίβλητου συνδεόμενη αιτιωδώς με τον θάνατο της συγγενούς των αναιρεσειόντων.

  Το Συμβούλιο Επικρατείας με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση του, έκρινε ότι η αρχή ne bis in idem που κατοχυρώνεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται στις αγωγές αποζημίωσης των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, διότι οι διαφορές αυτές δεν έχουν ποινικό αλλά αμιγώς αποζημιωτικό-αποκαταστατικό χαρακτήρα. Το τεκμήριο αθωότητας δεν υποχρεώνει το διοικητικό δικαστήριο να καταλήξει στο ίδιο πόρισμα με το ποινικό. Από το αρ. 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δεν απορρέει υποχρέωση του επιλαμβανόμενου μετά την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου να καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με το ποινικό δικαστήριο, αλλά υποχρέωση αιτιολόγησης της τυχόν διαφορετικής κρίσης του, κατά τρόπον ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του τεκμηρίου της αθωότητας. Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας απαιτείται η ποινική διαδικασία να συνδέεται κατ’ ουσίαν προς τη δικαστική διαδικασία που έπεται αυτής,. Τέτοιος σύνδεσμος υπάρχει μεταξύ της ποινικής διαδικασίας που καταλήγει σε αθώωση ή απαλλαγή του κατηγορουμένου ως προς πράξεις ή παραλείψεις που επέφεραν βλάβη στο θύμα και της δικαστικής διαδικασίας αστικής φύσης που ανοίγεται όταν το θύμα διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας των ανωτέρω πράξεων ή παραλείψεων, ακόμη και όταν ενάγεται τρίτος, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος δυνάμει διάταξης νόμου να καταβάλει αποζημίωση για πράξη ή παράλειψη προσώπου το οποίο τεκμαίρεται αθώο. Συνεπώς, η έλλειψη ταυτότητας διαδίκων δεν αποκλείει την εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας στη διοικητική δίκη που έπεται της αμετάκλητης αθώωσης του ενδιαφερομένου.

Σύμφωνα δε, με το αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ όπως τροποποιήθηκε από το ν. 4447/2016 προς τον σκοπό της εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, και καταλαμβάνει τις υποθέσεις που συζητούνται μετά την έναρξη ισχύος του, τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης. Ενόψει του σκοπού θέσπισής της αλλά και της γραμματικής της διατύπωσης,  η διάταξη, κατά το μέρος της αυτό, δεν αφορά κάθε δίκη που αφορά καταλογισμό χρηματικού ποσού και δεν εφαρμόζεται στις δίκες που ανοίγονται με άσκηση αγωγής αποζημίωσης με βάση τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.

Έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση κατά την κρίση της περί δέσμευσης του Διοικητικού Εφετείου από το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, παραπομπή στο Διοικητικό Εφετείο.

 

 

Απόφ. ΣΤΕ…..

BANNER-LINKEDIN

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας