facebook

Άρθρα – Απόψεις

ΤΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ  ΤΗΣ  ΑΓΩΓΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ  

ΤΗΣ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑΣ

 

ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΣΕ ΟΔΟ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΗΣΗΣ

(Με αφορμή την υπ’αριθ. 293/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών[1])

 υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.

Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου, Τεύχος Ιούλιος 2023

  Μεταξύ των δικηγόρων της πράξης επικρατεί τον τελευταίο κυρίως καιρό προβληματισμός, ο οποίος  στηρίζεται στο γεγονός ότι αγωγές τους απορρίπτονται λόγω αοριστίας, παρά το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζουν, αυτές είναι ορισμένες  σύμφωνα με τον νόμο. Το φαινόμενο αυτό, που παρατηρείται κυρίως στις αποφάσεις των  δικαστηρίων του πρώτου βαθμού, οδηγεί  στην κατάργηση της αρχής της ταχείας και ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η οποία αρχή διέπει ως αίτημα το δικαιϊκό σύστημα της χώρας μας. Από την έρευνα που διενεργήσαμε εντοπίσαμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο φαίνεται να δικαιώνει τον πάρα πάνω προβληματισμό  και το οποίο ενσαρκώνει η σχολιαζόμενη εδώ υπ΄αριθ.293/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ο σχολιασμός που ακολουθεί δεν στοχεύει μόνο στο να καταδείξει τις εσφαλμένες, κατά την άποψή μας, κρίσεις της σχολιαζόμενης απόφασης ως προς την αοριστία του δικογράφου της αγωγής στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο βασικός μας στόχος είναι να φανεί με ποιόν τρόπο ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου αντιμετωπίζει σε ορισμένες περιπτώσεις το ζήτημα της αοριστίας του δικογράφου, τα όρια της οποίας διευρύνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η κρίση του αυτή να χαρακτηρίζεται βάσιμα ως αρνησιδικία. Με την έννοια αυτή ο σχολιασμός της εν λόγω απόφασης, στην οποία ο σχετικός προβληματισμός αναδύεται σε έντονο βαθμό, έχει χαρακτήρα πιλοτικό.

Με την απόφαση αυτή καταδεικνύεται παράλληλα, μέσω του ιστορικού της υπόθεσης με την οποία αυτή ασχολήθηκε, και η παθογένεια που υπάρχει στον τομέα της  απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας  με τις υπερβολικές καθυστερήσεις  στην εκδίκαση των υποθέσεων και την έκδοση των αποφάσεων,  αλλά και η δυσλειτουργία γενικώτερα της δημόσιας υπηρεσίας.

Για τον λόγο αυτό κρίθηκε σκόπιμο να αναφερθεί με συντομία το ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης, από το οποίο προκύπτουν με ανάγλυφο τρόπο τα δύο πάρα πάνω αρνητικά φαινόμενα στη λειτουργία βασικών τομέων του ελληνικού κράτους.

                

Ι.-  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΟΥ  ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που διασφαλίζει το  ισχύον  ελληνικό Σύνταγμα  στους κοινωνούς είναι η ανεμπόδιστη και μέσα στα όρια που προβλέπει ο νόμος αξίωση παροχής έννομης προστασίας. Αυτό ορίζεται στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο  καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια …όπως ο νόμος ορίζει”. Η διάταξη αυτή εξειδικεύεται και συγκεκριμενοποιείται από τα  άρθρα 87 παρ.1 και  93 παρ.3 του ίδιου νομοθετήματος. Σύμφωνα με το πρώτο από αυτά “Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια  συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία”, ενώ σύμφωνα με το δεύτερο  “Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση”. Με τις πάρα πάνω συνταγματικές διατάξεις  καθιερώνεται ένα διφυούς φύσεως δικαίωμα  το οποίο εμπεριέχει στοιχεία τόσο  κοινωνικής υφής, με την έννοια ότι δημιουργεί μία μη αγώγιμη  υποχρέωση της πολιτείας να ιδρύσει δικαστήρια στελεχωμένα από δικαστικούς λειτουργούς  εξοπλισμένους με τις αναγκαίες νομικές γνώσεις  και με πλήρη ανεξαρτησία, αλλά περιέχει  και  στοιχεία ατομικού δικαιώματος, με την έννοια της αγώγιμης πλέον αξίωσης του κοινωνού έναντι της πολιτείας να μην εμποδίζει με νομοθετικούς ή άλλους περιορισμούς την επιδίωξη εκ μέρους του κοινωνού δικαστικής ακρόασης και προστασίας[2].

Για να έχει όμως πρακτικό αντίκρυσμα η πάρα πάνω συνταγματική επιταγή πρέπει η σχετική δικαστική προστασία να είναι α) καθολική, δηλ. να παρέχεται σε όλα τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, και για όλα τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το ουσιαστικό δίκαιο β) πλήρης, να εκτείνεται δηλαδή στην διάγνωση του δικαιώματος, την προστασία του  και την υλοποίηση της σχετικής απόφασης μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης  γ) έγκαιρη, δηλ. να παρέχεται εντός ευλόγου χρόνου και δ) αποτελεσματική, δηλ. να διασφαλίζεται μέσω αυτής τόσο η σε ορθολογικές βάσεις εξέλιξη της διαδικασίας όσο και η διαμόρφωσή της σε περιβάλλον κατάλληλο να αποκαλύψει την ύπαρξη του προσβληθέντος δικαιώματος[3].

Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές  κατοχυρώνονται εξάλλου και εξειδικεύονται με τρόπο συγκεκριμένο  και με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ). Στο άρθρο 6 αυτής της Σύμβασης, που έχει τον υπέρτιτλο “Δικαίωμα στην χρηστή απονομή  δικαιοσύνης” και στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου ορίζεται ότι  κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να εκδικασθεί η υπόθεσή του “δικαίως, με δημοσιότητα και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο  δικαστήριο.”

Από την πλευρά του δικαστικού λειτουργού ο οποίος καλείται να εκφέρει δικαστική κρίση σε μία υπόθεση,  η υλοποίηση της πάρα πάνω συνταγματικής επιταγής πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις . Ο δικαστής οφείλει 1) Να εξειδικεύει τη διάταξη που καλείται να εφαρμόσει, ερμηνεύοντας την όχι  με ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια αλλά σύμφωνα με τους γενικά παραδεδεγμένους ερμηνευτικούς κανόνες και μεθόδους που ισχύουν στην νομική επιστήμη της χώρας του και η κρίση του αυτή ελέγχεται  από το αρμόδιο αναιρετικό δικαστήριο. 2) Να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνθέτουν την υπόθεση η οποία άγεται προς εκδίκαση ενώπιόν του στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, αίτημα το οποίο επιτυγχάνεται μέσω της ορθής εφαρμογής του υπαγωγικού συλλογισμού και 3) να εναρμονίζει την ερμηνεία του κανόνα δικαίου τον οποίο καλείται να εφαρμόσει προς την αντίστοιχη  ερμηνευτική θέση που έχει υιοθετήσει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας του,και προκειμένου για την Ελλάδα  όσον αφορα τις διαφορές ιδιωτικού δικαίου, ο Άρειος Πάγος. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου, αφού  το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας καλείται με τις αποφάσεις του  να είναι ο θεματοφύλακας και εγγυητής αυτής της αρχής. Με την ομοιόμορφη αυτήν ερμηνεία του δικαίου επιτυγχάνεται και η ισότητα  μεταξύ των πολιτών, η οποία αποτελεί την πρώτη αρχή του κράτους δικαίου, όπως επισημαίνει και ο καθηγητής Κ.Κεραμεύς[4]. Πρέπει να σημειωθεί ότι  στο δικό μας δικαϊκό σύστημα, στο οποίο επικρατεί η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, κανένα δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις λύσεις που έχουν νομολογηθεί προηγουμένως ακόμα και από την νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων. (Μοναδική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η διάταξη της παρ.4 του άρθρου 580 του ΚπολΔικ, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν). Αν όμως ο δικαστής της ουσίας  υιοθετεί ερμηνευτική άποψη η οποία αποκλίνει από εκείνην που ακολούθησε για  το ίδιο νομικό ζήτημα ο Άρειος Πάγος οφείλει να τεκμηριώσει με τρόπο ειδικό και εμπεριστατωμένο την αποκλίνουσα αυτή άποψή του, επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί η διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή και η οποία  ενδέχεται να οδηγήσει σε μεταγενέστερη διαφορετική νομολογία ακόμα και του Αρείου Πάγου ως προς την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Αν δεν το κάνει, δηλαδή αν δεν παραθέσει πειστική νομική επιχειρηματολογία που να στηρίζει την αποκλίνουσα αυτήν άποψή του, τότε οδηγούμεθα σε ανομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου, η οποία και αναιρεί τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων απέναντι στον νόμο (αρθρ.4 παρ.1 του Συντάγματος). Και αυτό διότι δύο ή περισσότερες  υποθέσεις που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, ο οποίος είναι ευμενέστερος για τον ένα και δυσμενέστερος για τον άλλο πολίτη που προσφεύγει στην δικαιοσύνη προκειμένου να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματά του.

ΙΙ.-Η  ΑΟΡΙΣΤΙΑ    ΤΗΣ    ΑΓΩΓΗΣ

Τα  Διαχωριστικά   Όρια  Μεταξύ   Αοριστίας  Της Αγωγής Και  Αρνησιδικίας  

Ο νόμος στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος για την παροχή έννομης προστασίας, όσον αφορά την αρτιότητα από δικονομική άποψη μιας αστικής αξίωσης,  είναι το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δικ. Σύμφωνα με την παρ.1 εδ.α΄αυτού του άρθρου  η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, και“….σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο  την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου…” . Στη θεμελιώδη αυτή διάταξη οφείλει να στηρίζεται και η κρίση του δικαστή ως προς το εάν το δικόγραφο της αγωγής πάσχει από αοριστία ή όχι.

 

α)  Τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αγωγή κατά το νόμο για να είναι ορισμένη.

 

Η κρίση του εφαρμοστή του δικαίου συγκροτείται ως λογικός συλλογισμός, του οποίου την ελάσσονα πρόταση αποτελεί η ιστορική βάση, την μείζονα ο νόμιμος λόγος ευθύνης και το συμπέρασμα η αίτηση. Μνεία του νόμιμου λόγου ευθύνης στην αγωγή δεν είναι απαραίτητη, αφού ο δικαστής γνωρίζει τον νόμο και τον εφαρμόζει αυτεπάγγελτα. Ως ιστορική βάση  νοείται η έκθεση  στην αγωγή   των πραγματικών περιστατικών  τα οποία στηρίζουν το αίτημά της. Η αγωγή πρέπει δηλαδή να περιέχει υποχρεωτικά  το σύνολο των γεγονότων, του εξωτερικού ή του εσωτερικού κόσμου, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της έννομης σχέσης[5]. Αυτό απαιτεί η  πάρα πάνω διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., δεδομένου ότι  ο έλληνας νομοθέτης ακολούθησε τη θεωρία του συγκεκριμένου ή ουσιαστικού  προσδιορισμού του επιδίκου δικαιώματος, σε αντίθεση με άλλα δίκαια όπως π.χ. το γερμανικό που έχει υιοθετήσει την αρχή της επικλήσεως στο δικόγραφο μόνον της συγκεκριμένης έννομης σχέσης  από την οποία απορρέει η προβαλλόμενη αξίωση όχι όμως και των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαιτούνται κατά το νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος και τα οποία μπορεί να συμπληρωθούν  μεταγενέστερα κατά την προφορική συζήτηση που ακολουθεί[6]. Και είναι βέβαια αληθές, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να μνημονεύει στην αγωγή την διάταξη η οποία είναι εφαρμοστέα στην κρινόμενη εκάστοτε περίπτωση και η οποία συνιστά τον νόμιμο λόγο ευθύνης του, αφού αυτή την γνωρίζει ο δικαστής και την εφαρμόζει αυτεπάγγελτα. Όμως τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι  τα πραγματικά περιστατικά της εμπειρικής πραγματικότητας, τα οποία οφείλει ο ενάγων να περιλάβει οπωσδήποτε στο δικόγραφο της αγωγής, του θα πρέπει να ανταποκρίνονται πλήρως στο περιεχόμενο του πραγματικού του εφαρμοστέου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Αυτό σημαίνει, όπως  ορθά έχει παρατηρηθεί, ότι καταστρώνοντας ο ίδιος την αγωγή του υποχρεώνεται έμμεσα να προσανατολίζεται και νοερά τουλάχιστον να επικαλείται την  νομική διάταξη που είναι εφαρμοστέα στην κάθε περίπτωση[7]. Αν λοιπόν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο οδηγούν  π.χ. σε απαίτηση που στηρίζεται σε αδικοπραξία, η οποία μας ενδιαφέρει ειδικά στην περίπτωση που εξετάζεται σε αυτή τη μελέτη, τότε είναι αναγκαίο στην αγωγή να εκτίθενται όλα τα υποχρεωτικά στοιχεία που ορίζονται από τις σχετικές διατάξεις, με τα οποία και εξειδικεύονται οι πάρα κάτω αόριστες νομικές έννοιες. Τα στοιχεία αυτά είναι  τα πραγματικά περιστατικά  τα οποία θεμελιώνουν κατά το νόμο α) την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου. Η παράνομη αυτή συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε πααράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία  είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά  ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, β) την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά  ζημίας  καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος ,δηλ. την περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης  η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση  κάθε επί μέρους ζημίας  και τέλος γ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αιτιώδους συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας.

Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει θέσει δύο κριτήρια με βάση τα οποία κρίνεται αν τα πραγματικά περιστατικά  που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής είναι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, ώστε με βάση αυτή την περιγραφή να προχωρήσει το δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και να απονείμει δικαιοσύνη, σύμφωνα με τους θεμελιώδεις κανόνες που ισχύουν  σε μία  ευνομούμενη πολιτειακή συγκρότηση, όπως είναι η ελληνική έννομη τάξη. Τα κριτήρια αυτά που αποτελούν ταυτόχρονα και αιτήματα  η πραγμάτωση των οποίων είναι αναγκαία για την περαιτέρω  έρευνα της αγωγής από ουσιαστική άποψη, είναι τα ακόλουθα α)Να μπορεί το δικαστήριο με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά να εκτιμήσει την νομική βασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος που κατάγεται προς κρίση και β) να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο, με βάση τα ίδια αυτά περιστατικά, να αμυνθεί  κατά της αγωγικής αξιώσεως  που θεμελιώνεται επαυτών προβάλλοντας τους  ισχυρισμούς του με ανταπόδειξη ή ένσταση. Εφόσον συντρέχουν οι πάρα πάνω προϋποθέσεις ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει στην  έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, σύμφωνα και με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις που αναφέρονται πάρα πάνω, εάν δεν υπάρχουν βέβαια άλλα δικονομικής ή άλλης συναφούς φύσεως τυπικά προβλήματα, πέραν της αοριστίας, τα οποία παρεμποδίζουν την περαιτέρω έρευνα της αγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση θίγεται καίρια το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, αφού τίθεται φραγμός ο οποίος και καταργεί τη δυνατότητα ουσιαστικής εξέτασης της υποθέσεως του πολίτη από το αρμόδιο δικαστήριο.

Όσον αφορά την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων πρέπει να τονισθεί ότι συνήθως τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν ταυτίζονται με την ιστορική βάση της αγωγής. Επομένως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ασκούμενη αξίωση  αρκούν προκειμένου να θεμελιώσουν και τη νομιμοποίηση. Αν όμως τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση δεν ταυτίζονται με εκείνα που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, όπως συμβαίνει όταν έχει επέλθει μεταβολή στα υποκείμενα της ουσιαστικής έννομης σχέσης (π.χ. λόγω διαδοχής), τότε πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή και τα περιστατικά εκείνα που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση[8].

Οι πάρα πάνω θεμελιώδεις αρχές για την αντιμετώπιση της αοριστίας του δικογράφου της αγωγής έχουν χαραχθεί κατά τρόπο πάγιο από την νομολογία του Αρείου Πάγου και ακολουθούνται απαρέγκλιτα από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας[9].

 

β)   Ο υπαγωγικός   Συλλογισμός   και ο  Λειτουργικός   του    Ρόλος

 

Η ίδια η φύση του δικαίου είναι προσανατολισμένη στον πρακτικό σκοπό να ρυθμίσει ιδιωτικές

διαφορές. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται  με την έκδοση της δικαστικής απόφασης, η οποία πρέπει να είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή να είναι σύμφωνη με τις αρχές που αποτελούν την βάση του συστήματος του θετικού δικαίου. Το αίτημα αυτό εκπληρώνεται όταν η δικαστική απόφαση περιέχει ειδική  και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, όπως ορίζεται στο αναφερόμενο πάρα πάνω ‘άρθρο 93 αριθ.3 του ισχύοντος Συντάγματος. Σε υλοποίηση αυτής της αρχής ο κοινός νομοθέτης θέσπισε για μεν τις αποφάσεις της πολιτικής δικαιοσύνης τον κανόνα του  άρθρου 305 αριθ.5 του ΚΠολΔικ και για τις αποφάσεις, βουλεύματα κλπ. της ποινικής δικαιοσύνης, μάλιστα με αυστηρότερη διατύπωση, τον κανόνα του άρθρου 139 του ΚΠοινΔικ. Το διανοητικό εργαλείο το οποίο έχει στην διάθεσή του ο δικαστής προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή είναι ο υπαγωγικός συλλογισμός με την  ειδικώτερη μορφή του δικανικού υπαγωγικού συλλογισμού. Με βάση αυτόν τον συλλογισμό ο δικαστής καλείται, κατά τη συγκρότηση της δικανικής του κρίσης, να εντάξει τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής  και αποτελούν την ελάσσονα πρόταση  στον κανόνα δικαίου, ο οποίος αντιστοιχεί προς αυτά τα περιστατικά και ο οποίος συνιστά την μείζονα πρόταση. Αν λοιπόν τα πραγματικά αυτά περιστατικά, δηλαδή τα ουσιώδη,  δεν εκτίθενται καθόλου στο δικόγραφο  ή αυτά εκτίθενται ανεπαρκώς, ατελώς ή ασαφώς, τότε δεν μπορεί να λειτουργήσει ο υπαγωγικός συλλογισμός. Κατά συνέπεια  η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη. Όπως μάλιστα  χαρακτηριστικά  έχει γραφτεί η λειτουργία αυτού του συλλογισμού  έχει αρνητική χροιά, δηλαδή έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής για τον πάρα πάνω λόγο[10]. Έτσι ο δικανικός υπαγωγικός συλλογισμός ανάγεται  ως η λυδία λίθος για την δικαστική  κρίση ως προς την αοριστία της αγωγής και ως το υπέρτατο, και μοναδικό άλλωστε, διανοητικό εργαλείο με το οποίο ο εφαρμοστής του δικαίου οδηγείται σε μία απόφαση η οποία ανταποκρίνεται στο συνταγματικό αίτημα της έκδοσης μιας απόφασης που θα είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

 

ΙΙΙ. Η  ΣΧΟΛΙΑΖΟΜΕΝΗ    ΑΠΟΦΑΣΗ

 

α)  Σύντομο  Ιστορικό

 

Ο ενάγων που ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού οδηγούσε το Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητό του  και έβαινε επί μιας οδού υπό κατασκευή στην ευρύτερη περιοχή των Πατρών. Η ελλιπής σήμανση αυτής της οδού εκ μέρους της υπεύθυνης κατασκευαστικής εταιρίας είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος, την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του και τη σωματική βλάβη του ίδιου. Ανεζήτησε λοιπόν τον υπεύθυνο για τη σήμανση του τμήματος αυτού της οδού. Η αρμόδια  υπηρεσία του Δημοσίου, η οποία είχε την εποπτεία των εργασιών αυτής της οδού, του χορήγησε βεβαίωση  από την οποία προέκυπτε ότι αρμόδια για τη λειτουργία και συντήρηση  της οδού στο σημείο του ατυχήματος ήταν η ανάδοχος εταιρία του έργου “ Μ……….ΑΕ.”Με βάση το περιεχόμενο αυτού του δημοσίου εγγράφου  ο ζημιωθείς άσκησε την από 26-4-2010 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών  κατά της εν λόγω εταιρίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθ. 441/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, η οποία και έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση  η εναγόμενη και το Εφετείο Πατρών με την υπ αριθ.119/2016 απόφασή του ανέτρεψε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης εταιρίας, διότι δέχτηκε ότι αρμόδια για την λειτουργία και συντήρηση του έργου δεν ήταν η “Μ……ΑΕ” , όπως  βεβαιωνόταν με το πάρα πάνω δημόσιο έγγραφο, αλλά η “Ο……ΑΕ”. Η απόφαση αυτή του Εφετείου στήριξε την κρίση της  σε άλλο μεταγενέστερο έγγραφο της ίδιας πάρα πάνω δημόσιας υπηρεσίας  με το οποίο, όπως έκρινε η απόφαση αυτή,  ανεκλήθη σιωπηρά η προηγούμενη βεβαίωση την οποία η υπηρεσία αυτή είχε εκδώσει και είχε χορηγήσει στον ενάγοντα. Μάλιστα ο τελευταίος καταδικάστηκε και στην δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, παρά το γεγονός ότι ήγειρε την αγωγή του κατά της πρώτης εταιρίας αφού βασίστηκε στην βεβαίωση η οποία του χορηγήθηκε αρμοδίως και στο αυξημένης αποδεικτικής ισχύος στοιχείο που απέρρεε από το εν λόγω δημόσιο έγγραφο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το δεύτερο από τα πάρα πάνω έγγραφα, με βάση το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή  ως παθητικά ανομιμοποίητη, προσκομίσθηκε από την εναγομένη για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και κατά τη συζήτηση της σχετικής έφεσής της. Ακολούθως ο ενάγων άσκησε νέα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την πρώτη αγωγή.  Η νέα αυτή αγωγή εστρέφετο πλέον κατά την κυρία βάση της κατά της κατονομαζόμενης στο δεύτερο έγγραφο ως  υπεύθυνης εταιρίας   “Ο……..ΑΕ” , ως προστήσασας όπως επίσης και κατά της εταιρίας “Ο.Λ.ΑΕ…..” ως προστηθείσας , στην οποία η πρώτη είχε αναθέσει την ευθύνη της  συντήρησης και λειτουργίας της οδού και με την οποία αυτή τελούσε στην ουσία σε ενδοομιλική σχέση. Η σχολιαζόμενη απόφαση απέρριψε αυτή την αγωγή ως αόριστη.

 

β)  Οι απορριπτικές θέσεις της σχολιαζόμενης απόφασης

β-1) Ως προς την πρώτη εναγόμενη (προστήσασα)

 

Η απόφαση αυτή απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη με τις ακόλουθες σκέψεις “……διότι αυτή δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της διεύθυνσης και επίβλεψης του  έργου από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα της τελευταίας, ως προστήσασας την δεύτερη εναγόμενη….”.

Η ίδια η απόφαση αναφέρει σχετικά  ότι  στο  ιστορικό του δικογράφου της αγωγής  εκτίθενται επί λέξει τα ακόλουθα.   “ ….Δυνάμει της από 24.07.2007  Σύμβασης Λειτουργίας και Συντήρησης  η πρώτη εναγόμενη , ως ανάδοχος, ανέθεσε στη δεύτερη εναγόμενη, με την ιδιότητα της “λειτουργού”……τη λειτουργία ,συντήρηση και εκμετάλλευση του ως άνω αυτοκινητοδρόμου και του συνόλου των βοηθητικών έργων και λοιπών σχετικών δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων, της οριζόντιας και κατακόρυφης σήμανσης, πλέον του αυτοκινητοδρόμου και του δευτερεύοντος οδικού δικτύου μέχρι και απόσταση 1 χλμ. από το όριο του έργου παραχώρησης στους ανισόπεδους κόμβους. Ότι τμήμα του έργου αποτελούσε κατά τον επίδικο χρόνο και η παρακαμπτήρια οδός της ευρείας παράκαμψης που οδηγεί από την οδό Π…Κ…προς το Π…”.

Επίσης από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτήν εκτίθενται και τα ακόλουθα, για τη συγκρότηση της ευθύνης της πρώτης εναγόμενης  με βάση τη σχέση της πρόστησης που την συνέδεε με την δεύτερη από αυτές. ‘….Επειδή η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγόμενη για την αποκατάσταση της ζημίας μου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ με την ιδιότητά της ως προστήσασας ,αφού αυτή ανέθεσε με την προαναφερόμενη Σύμβαση Λειτουργίας στη δεύτερη εναγόμενη-προστηθείσα τη Λειτουργία του Έργου , οι ζημιογόνες ενέργειες και παραλείψεις της δεύτερης τελέσθηκαν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν σε αυτήν από την πρώτη εναγόμενη και τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τη ζημία που μου προκλήθηκε….”.

 

Κριτική αυτής της θέσης

Όπως αναφέρεται πάρα πάνω (παρ.ΙΙ α) για να είναι κατά το νόμο ορισμένη η αγωγή πρέπει να εκτίθενται στο ιστορικό της τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν το αίτημά της. Ως τέτοια νοούνται γεγονότα του εξωτερικού ή του εσωτερικού κόσμου χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της έννομης σχέσης και τα οποία γεγονότα είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.

Ο Άρειος Πάγος  έχει χαράξει τις ακόλουθες πάγιες αρχές όσον αφορά το ορισμένο της αγωγής η οποία στηρίζεται στην πρόστηση.

α) “Ότι η σχέση της πρόστησης, η οποία έχει τέτοια  ευρύτητα  ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων, μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα  η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Στη βάση της σχέσης της πρόστησης  μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη,αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι  ή τέλος αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης[11].

β) Ότι “Έκθεση των απαραίτητων κατά νόμο στοιχείων που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, θεωρείται ότι υπάρχει και όταν  ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή ορισμένη  νομική έννοια, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιάς τέτοιας έννοιας υπονοούνται με την χρησιμοποίηση της λέξης με την οποία αυτή δηλώνεται, οπότε δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων. Μία τέτοια αξίωση θα υπερέβαινε την υπηρετούμενη συναφώς ανάγκη διασφαλίσεως αφ ενός της άμυνας του εναγομένου και αφ ετέρου της δυνατότητας του δικαστικού ελέγχου του νόμω βασίμου της αγωγής.  Αυτό απορρέει από την ισχύουσα στο χώρο του ελληνικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου. Εντεύθεν έπεται ότι εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά η αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων.”[12]

Επομένως, και σύμφωνα με την πάρα πάνω πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, για να είναι ορισμένη η αγωγή η οποία στηρίζεται στην σχέση της πρόστησης και κατά το σκέλος  κατά το οποίο αυτή στρέφεται εναντίον του προστήσαντος πρέπει  να περιέχει  εναλλακτικά τα ακόλουθα στοιχεία α) είτε τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την εμπειρική βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είτε β) να περιέχει απλώς τη λέξη “πρόστηση”.

Από το απόσπασμα της αγωγής  που αναφέρεται πάρα πάνω καταφαίνεται ότι αυτή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να είναι αυτή ορισμένη, σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται  για την περίπτωση α΄ αφού υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ των στοιχείων τα οποία μνημονεύονται στο δικόγραφο και εκείνων τα οποία συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Και αυτό διότι η σύμβαση την οποία μνημονεύει η αγωγή ότι συνήφθη μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εναγόμενης αποτελεί το πλέον ασφαλές και επαρκές θεμέλιο για την συγκρότηση της σχέσης της πρόστησης, όπως δέχεται και η νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού της χώρας μας αφού αυτή εκφράζει την εξωτερίκευση της βούλησης δύο η και περισσοτέρων ατόμων, τα οποία σπεύδουν να δεσμευτούν αμοιβαία εντάσσοντας τα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στον θεσμό της πρόστησης.

Στην αγωγή εξειδικεύονται περαιτέρω και οι ειδικώτερες πράξεις τις οποίες ανέλαβε να εκτελέσει η δεύτερη εναγόμενη μέσα στα πλαίσια  των υποχρεώσεών της ως προστηθείσα, και τις οποίες άντλησε ο ενάγων από το περιεχόμενο αυτής της συμβάσεως και οι οποίες είναι οι ακόλουθες. (Λειτουργία, συντήρηση,  εκμετάλλευση  και εκτέλεση   των βοηθητικών έργων και λοιπών σχετικών δραστηριοτήτων …….που αφορούσαν τον συγκεκριμένο αυτοκινητόδρομο.) Είναι επομένως σαφές ότι  στην αγωγή εκτίθενται όλα τα στοιχεία τα οποία συγκροτούν την έννοια βάθους  της σχέσης της πρόστησης, από την άποψη της συγκρότησης του σχετικού λογικού συλλογισμού και τα οποία αντιστοιχούν στο  πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, δηλ. στο άρθρο 922 του Α.Κ..[13].  Αφού, εσφαλμένα κατά την άποψή μας, η σχολιαζόμενη απόφαση έκρινε ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην αγωγή δεν είναι επαρκή για να θεμελιώσουν την συγκρότηση της σχέσης της πρόστησης κατά τρόπο ορισμένο, είναι απορίας άξιο γιατί αυτή  δεν εναρμονίστηκε προς την πάγια θέση που έχει υιοθετήσει ο Άρειος Πάγος και να δεχτεί ότι η απλή αναφορά της νομικής έννοιας της πρόστησης αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί η αγωγή ορισμένη. Αντίθετα αυτή προχώρησε στην απορριπτική κρίση της, την οποία και στήριξε στην ακόλουθη επιχειρηματολογία.

 Ότι η πάγια πάρα πάνω θέση της νομολογίας του Ανώτατου Ακυρωτικού της χώρας μας ,την οποία  αυτή απορρίπτει και την οποία μνημονεύει στο σκεπτικό της, αποτελεί δήθεν  “..την αποκλίνουσα άποψη που ακολουθείται από μικρή μερίδα της νομολογίας…”.Όμως από την έρευνα που διενεργήσαμε  δεν εντοπίσαμε καμία απολύτως αντίθετη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία να δέχεται ότι η απλή αναφορά στο δικόγραφο της έννοιας της πρόστησης δεν είναι επαρκής, ώστε να θεμελιώσει το νομικά ορισμένο της αγωγής ,ή οποία στηρίζει το αιτητικό της σε αυτήν την σχέση.

 

β-2) Ως προς τη δεύτερη εναγόμενη (προστηθείσα)

 

Η αγωγή κρίθηκε από την σχολιαζόμενη απόφαση ότι είναι αόριστη και για τη δεύτερη εναγόμενη,

“ ….διότι δεν προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα που προέβησαν στις παράνομες και

υπαίτιες ενέργειες ή παραλείψεις εις βάρος του ενάγοντος, η ιδιότητα αυτών (όργανα των εν λόγω εταιριών ή υπάλληλοι αυτών)….και αν αυτά ενήργησαν εντός των ορίων των καθηκόντων ή των εντολών που είχαν λάβει από τις εναγόμενες εταιρίες…”.

Ως προς την απορριπτική αυτή κρίση της σχολιαζόμενης απόφασης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα.

 Έχει γίνει κατ’ αρχήν δεκτό ότι στην σχέση της πρόστησης, όπως συμβαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς μπορεί να είναι τόσο φυσικά  όσο και νομικά πρόσωπα[14]. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως δέχεται με πάγιο τρόπο η νομολογία,  “…δεν απαιτείται  για το ορισμένο της αγωγής να αναγράφονται στο δικόγραφο της και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν  το νομικό πρόσωπο (κατά την κατάρτιση της σύμβασης ή κατά την ενέργεια των  πράξεων και παραλείψεων) ή και ότι αυτά ενήργησαν εντός των ορίων της εκπροσωπευτικής τους εξουσίας, σύμφωνα με το καταστατικό του νομικού προσώπου…Και αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 922 είτε σε εκείνη του άρθρου 71 του Α.Κ.”[15] .

Πρέπει να επισημανθεί ότι, αφού η σχολιαζόμενη απόφαση δεν ακολούθησε ως προς το ζήτημα αυτό την πάγια νομολογία που αναφέρεται πάρα πάνω, όφειλε να τεκμηριώσει και μάλιστα με τρόπο ειδικό και  εμπεριστατωμένο την αποκλίνουσα άποψή της, πράγμα όμως το οποίο αυτή δεν έκανε. Με τον τρόπο αυτό οδηγούμεθα σε μία ανομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου η οποία με την σειρά της οδηγεί και σε ακύρωση  της θεμελιώδους αρχής της ισότητας  των Ελλήνων απέναντι στον νόμο (αρθρ.4 παρ.1 του Συντάγματος), όπως αναφέρεται πάρα πάνω.

Η αξίωση της σχολιαζόμενης απόφασης να προσδιορίσει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής τα φυσικά πρόσωπα τα οποία προέβησαν στις παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις  σε βάρος του, οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε αρνησιδικία αλλά και σε ευθεία παράβαση του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος. Αυτό συμβαίνει διότι οι εναγόμενες εταιρίες, οι οποίες τελούν σε ενδοομιλική σχέση, αποτελούν μεγάλου μεγέθους  επιχειρήσεις στον τομέα κατασκευής οδικών έργων και απασχολούν πλήθος εργατών και υπαλλήλων για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τα δεδομένα της εμπειρικής πραγματικότητας αλλά και τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να είναι σε θέση ο ενάγων να προσδιορίσει ποιό ήταν το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα στα οποία είχε ανατεθεί από την προστηθείσα εταιρία (β΄εναγόμενη) η ευθύνη για την εκτέλεση και την εποπτεία των εργασιών στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού, στο οποίο συνέβη το τροχαίο ατύχημα. Το εμπόδιο αυτό επιτείνεται στο έπακρο αν ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων, ο οποίος τυχαία διήρχετο από το συγκεκριμένο σημείο της οδού, δεν είναι λογικό ούτε και αναμενόμενο να συνδέεται με τις εναγόμενες εταιρίες με οποιαδήποτε σχέση, ώστε να έχει πρόσβαση στα αρχεία αυτών των εταιριών, στα οποία καταχωρούνται τα σχετικά στοιχεία.

Η αντινομία αυτή, η οποία συνδέεται με τη δήθεν αοριστία της αγωγής  και προσλαμβάνει την ειδικώτερη μορφή αρνησιδικίας, συντρέχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής αξιώνει από τον ενάγοντα να περιλάβει στο δικόγραφο της αγωγής γεγονότα τα οποία είναι παραγωγικά του επίδικου δικαιώματός του και τα οποία αυτός είναι ανθρωπίνως αδύνατο να έχει  στη διάθεσή του πριν από την έναρξη της δίκης, δεδομένου ότι δεν είχε θεμιτή πρόσβαση στο αρχείο των συμβάσεων τις οποίες κατήρτιζε η εναγομένη με τους υπαλλήλους και εργάτες της (Κ.Μπέης Δίκη 39 σελ 754 κ.επ. με σχετικά παραδείγματα από την νομολογία). Όπως ορθά παρατηρεί ο καθηγητής Κ.Μπέης στην μελέτη του αυτή, μία τέτοια αξίωση του δικαστηρίου αντιστρατεύεται ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα του καθενός να δικαστεί  δικαίως, δηλαδή χωρίς περιορισμούς, στους οποίους αντικειμενικά κάθε ενάγων θα αδυνατούσε να ανταποκριθεί. Και αυτό διότι δεν ανταποκρίνεται στη θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης και την θεσπιζόμενη από την ΕΣΔΑ  αρχή  της εντιμότητας (fair hearing) η επιφόρτιση του διαδίκου με δικονομικά βάρη στα οποία κανένας  ενάγων δεν μπορεί  αντικειμενικά να ανταποκριθεί. Στην περίπτωση αυτή η μοναδική ενδεδειγμένη λύση κατά τον πάρα πάνω συγγραφέα  είναι  να διατυπώσει ο ενάγων με σαφήνεια τους νομικούς ισχυρισμούς του οπότε και αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης, με την έννοια ότι εφεξής ο εναγόμενος φέρει το βάρος παροχής όλων των αναγκαίων πληροφοριών και της επίδειξης των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων. Αν ο τελευταίος δεν ανταποκριθεί σε αυτό το δικονομικό βάρος του, τότε πρέπει να λειτουργεί  εναντίον του το μαχητό τεκμήριο ότι τα κρίσιμα γεγονότα έχουν συντελεστεί έτσι όπως τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων.

 

  1. IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

  Αοριστία   και   Αρνησιδικία

 

Εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής προσδιορίζονται με σαφήνεια τα ουσιώδη  πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά τον εφαρμοστέο  κανόνα ουσιαστικού δικαίου για   την   γένεση του ουσιαστικού δικαιώματος για το οποίο ζητείται η δικαστική προστασία και παρέχεται έτσι η δυνατότητα λειτουργίας του υπαγωγικού συλλογισμού, τότε ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Αν δεν το κάνει και απορρίψει την αγωγή ως  αόριστη τότε εμφανίζεται το φαινόμενο της αρνησιδικίας, η οποία υπάρχει ακόμα και όταν ο διάδικος  έχει το δικαίωμα να επανασκήσει την αγωγή του η οποία απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της αοριστίας. Και αυτό διότι ως αρνησιδικία δεν θεωρείται μόνο ο παντελής αποκλεισμός του δικαιώματος  παροχής έννομης προστασίας ,αλλά και η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί σχετικά η εσφαλμένη εκ μέρους του δικαστηρίου κρίση περί ελλιπούς αναφοράς στοιχείων στην ιστορική βάση της αγωγής συχνά δεν ελέγχεται με ένδικα μέσα, αφού ο ενάγων δικαιολογημένα προτιμά να επανεγείρει την αγωγή του, με τις βελτιώσεις των δήθεν ελλείψεων τις οποίες επεσήμανε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί να διακινδυνεύσει την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απορριπτικής απόφασης[16]. Και οι ασχολούμενοι με την απονομή της δικαιοσύνης στην χώρα μας, δικηγόροι και δικαστές, γνωρίζουν πόσο χρονοβόρα είναι η  εκ νέου εκδίκαση της αγωγής όταν αυτή επανασκηθεί, δεδομένου του φόρτου  που υπάρχει στα  ελληνικά δικαστήρια και της  συνακόλουθης καθυστέρησης στον προσδιορισμό νέας δικασίμου.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι η σχολιαζόμενη απόφαση με τις απορριπτικές κρίσεις της ξεπέρασε τα όρια που καθορίζει το άρθρο 216 του ΚΠολΔικ ως προς το ορισμένο της αγωγής, όπως τα όρια αυτά με πάγιο τρόπο έχουν οριοθετηθεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου. Με τον τρόπο αυτόν η εν λόγω απόφαση, όπως και όλες οι άλλες αποφάσεις που αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο όπως η σχολιαζόμενη απόφαση το ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, αναιρούν πλήρως το κατοχυρωμένο από τις προαναφερόμενες (και υπερνομοθετικής ισχύος) διατάξεις, δικαίωμα του κοινωνού στην παροχή δικαστικής προστασίας, που αποτελεί ένα από τα θεμελιωδέστερα συστατικά στοιχεία του κράτους δικαίου, και οδηγούν σε αρνησιδικία.

 

  1. V. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

   Τα Είδη της Αοριστίας της Αγωγής  (Διάκριση  μεταξύ Νομικής  και Πραγματικής Αοριστίας)

 

Ο Άρειος Πάγος έχει καθορίσει και  τις  μορφές  υπό τις οποίες εμφανίζεται η αοριστία του δικογράφου της αγωγής  και τις έχει κατατάξει στις ακόλουθες κατηγορίες

 

α) Νομική  αοριστία. Ως τέτοιου είδους αοριστία  χαρακτηρίζεται εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου  και υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ή την ένσταση είναι ανεπαρκή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικογράφου. Η νομική αοριστία ελέγχεται αναιρετικά  με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚπολΔικ , ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και υπάρχει στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: 1) Αν το δικαστήριο της ουσίας  εσφαλμένα έκρινε την αγωγή ως αόριστη αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος  και 2) όταν το ίδιο δικαστήριο εσφαλμένα επίσης έκρινε την αγωγή ως ορισμένη, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Έτσι π.χ. ως νομικά αόριστη κρίνεται η αγωγή όταν ο ενάγων, επιδιώκοντας την αναγνώριση της κυριότητας επί ακινήτου εκθέτει ότι νέμεται  αυτό με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (αρθρ. 1041 Α.Κ.) δυνάμει τίτλου ιδιωτικού εγγράφου[17].

 

β)Πραγματική αοριστία, η οποία υποδιακρίνεται σε ποσοτική και σε ποιοτική αοριστία. Ποσοτική  αοριστία υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ΄αρχήν το δικαίωμα  που ασκείται με την αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν εξειδικεύονται επαρκώς. Ποιοτική αοριστία εξάλλου υπάρχει όταν στο δικόγραφο γίνεται απλή επίκληση  των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών. Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται αναιρετικά από  τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ και δημιουργεί βάσιμο λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη την αγωγή παραβλέποντας στοιχεία αναγκαία για τη θεμελίωσή της παρά το γεγονός ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια στο δικόγραφο. Με βάση την ίδια διάταξη ιδρύεται λόγος αναίρεσης  αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωσή της στοιχεία, τα οποία όμως δεν περιέχονται στο δικόγραφο. Τέτοιου είδους αοριστία υπάρχει π.χ. όταν στην αγωγή αποζημιώσεως από διαφυγόντα κέρδη εκτίθενται αφηρημένα τα στοιχεία που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα διάταξη του Α.Κ. και στο  συνολικό διαφυγόν κέρδος, χωρίς να υπάρχει λεπτομερής  εξειδίκευση των συγκεκριμένων περιστατικών, των περιστάσεων και των μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια ,τα οποία επίσης πρέπει να  αναφέρονται  με λεπτομέρεια, έτσι ώστε να μπορεί το δικαστήριο να εκτιμήσει την νομική βασιμότητα του επίδικου δικαιώματος  και ο εναγόμενος να αμυνθεί με ανταπόδειξη ή με ένσταση[18]Η ποιοτική εξάλλου αοριστία ελέγχεται αναιρετικά  από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κπολ.Δικ. και υπάρχει αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη την αγωγή,  διότι δήθεν δεν αναφέρονταν σε αυτή καθόλου τα αναγκαία για την θεμελίωσή της στοιχεία, ενώ τα στοιχεία αυτά περιέχονταν στο δικόγραφο. Με βάση την ίδια διάταξη ιδρύεται και ο αναιρετικός έλεγχος αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή  θεωρώντας  εσφαλμένα ότι εκτίθενται  τα αναγκαία για την θεμελίωσή της στοιχεία, ενώ αυτά δεν εκτίθενται καθόλου[19].

 

γ)  Οι Συνέπειες της διάκρισης μεταξύ Νομικής -Πραγματικής Αοριστίας

Η διάκριση μεταξύ νομικής και πραγματικής αοριστίας είναι αποφασιστικής σημασίας όχι μόνο στα πλαίσια  του αναιρετικού ελέγχου, αλλά  και ως προς την δυνατότητα θεραπείας του απαραδέκτου της αγωγής. Ενώ λοιπόν υπάρχει απεριόριστη θεραπεία της πραγματικής αοριστίας με τις προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.2 του ΚπολΔικ ,ύστερα μάλιστα και από υπόδειξη του δικαστηρίου ( άρθρο 236 του ίδιου Κώδικα),δεν υπάρχει κανένα περιθώριο θεραπείας της νομικής αοριστίας ούτε με τις προτάσεις ούτε με αποδεικτικά μέσα ούτε με ομολογία του αντιδίκου ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου ούτε μέσω ανταγωγής η άλλης εισαγωγικής διαδικαστικής πράξεως. Επίσης επί νομικής αοριστίας δεν μπορεί να γίνει επιφύλαξη διορθώσεως ή συμπληρώσεως από την προσαγωγή ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Όπως χαρακτηριστικά έχει γραφτεί ο ενάγων δύναται να συμπληρώσει τα υπάρχοντα όχι όμως και να αναπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία της αγωγής[20].  Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι  ως στοιχεία τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής πρέπει να νοούνται εκείνα τα γεγονότα τα οποία είναι  ουσιώδη και όχι τα επουσιώδη. Επομένως η αγωγή θεωρείται ορισμένη όταν η ιστορική της βάση τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα, δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα όσα γεγονότα δεν θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής ούτε φέρει ο ενάγων το βάρος επικλήσεώς του. Εφόσον πληρούνται οι πάρα πάνω προϋποθέσεις η απόρριψη της αγωγής λόγω ελλέιψεως επουσιωδών  και μη αναγκαίων στοιχείων για τη συγκρότηση του αγωγικού αιτήματος θα αποτελούσε, όπως προσφυώς έχει χαρακτηριστεί, καθαρή τυπολατρεία η οποία αντιστρατεύεται ευθέως  όχι μόνο την αρχή της οικονομίας της δίκης αλλά και την ίδια την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης[21]

 

————————————

 

[1] Η δημοσίευση αυτής της μελέτης καθυστέρησε σκόπιμα, προκειμένου να τελεσιδικήσει η σχολιαζόμενη απόφαση με την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, πράγμα το οποίο έγινε εντελώς πρόσφατα. Το Εφετείο απέρριψε τις κρίσεις της πρωτόδικης απόφασης ως προς την αοριστία της αγωγής, την οποία αγωγή ακολούθως έκανε δεκτή.

[2] Κ.Χρυσόγονος -Σ.Βλαχόπουλος “ Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα “εκδ.Δ παρ.28Α

[3] Ν.ΝίκαςΠολ.Δικ.Ισελ.21 κ.επ.,του ίδιου Εγχ.Πολ.Δικ.σελ.12 κ.επ.εκδ.2016

[4] ΝοΒ 2001 σελ1 κ.επ

[5] Ν.ΝίκαςΠολ.Δικ. ΙΙ σελ.142,Κ.Μακρίδου  ‘Η Αάριστη Αγωγή και οι Δυνατότητες Θεραπείας της” Δ΄έκδοση σελ.24κ.επ.

[6] Μητσόπουλος  ΕλΛ.Δνη  36(1995) σελ.1 κ.επ.και ιδιαίτερα σελ.6

[7]Ν.Νίκας όπ.παρ.σελ.143

[8] ΑΠ 569/1999 ΕλλΔνη 2000 σελ.114,668/2009 ΕλλΔνη 2000 σελ.124

[9] ΑΠ 123/2019,59/2019,866/2017 ,515/2016,1210/2015,1257/2009 και1042/2009 δημοσιευμένες σε Ιστοσελίδα-Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών –ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ

[10] Μ.Καράσης Ελλ.Δ/νη 32(1991) σελ449 κ.επ. Γ.Μητσόπουλος Ελλ.Δ/νη 36 (1995)σελ.1 κ.επ.

[11] ad hoc ΑΠ 866/2017,418/2018 σε ΝΟΜΟΣ

 

[12] (ad hocΑΠ\ 866/2017, 1856/2013, 1198/2009, 1224/2008, 1226/2007, 1876/1999 σε ΝΟΜΟΣ

[13] Για την έννοια βάθους βλέπετε σχετικα Ε.Π.Παπανούτσο  “Λογική” Β΄Εκδοση σελ.34

[14] ΑΠ 866/2017  και  5/2006 σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 62/1990 ΑχΝομ1991 σελ.75

[15] ΑΠ 1625/2014 ,  ΑΠ 1342/2017, 112/2002, 908/2005, Μον.Εφ.Πατρ.519/2021, Εφ.Αθ.761/2016, δημοσιευμένες σε ΝΟΜΟΣ

 

[16] Κ.Μακρίδου όπ.παρ.σελ.37-38

[17] Κονδύλης ”Το Δεδικασμένον” εκδ. Α΄σελ.217 σημ.26

[18] Ολομ.ΑΠ 20/1992  Νοβ 1993 σελ.85,ΑΠ 1067/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 802/2000 Νοβ 2001 σελ.1311

[19] ΑΠ 515/2016, 59/2019, 866/2017, 1210/2015, 1067/2014, 1605/2009, 1453/2009, 1942/2009

[20] Γ.Μητσόπουλος όπ.παρ.σελ.8

 

[21] Κ.Μακρίδου όπ.παρ.σελ.7 και 34 και επ.