BANNER-LINKEDIN

1.Μη Καταβολή Δεδουλευμένων Αποδοχών

αποτελεί γνήσιο έγκλημα παράλειψης

 

2.Προϋπόθεση η άσκηση μηνύσεως των ενδιαφερομένων

 

3.Δεν αποτελεί έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως

 

4.Αναιρετική Διαδικασία (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ)

Ο δόλος δεν απαιτείται να αιτιολογείται ειδικώς αφού ενυπάρχει στην στοιχειοθέτηση

της αντικειμενικής υπόστασης, εκτός και εάν εκ του νόμου απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία

 

 

Μη Καταβολή Δεδουλευμένων Αποδοχών

 

 

Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31 §§ 5 και 6 του Ν. 3904/ 2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται αμέσως μόλις ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ’ αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Επειδή δε το ως άνω έγκλημα της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών δεν απαιτεί άμεσο δόλο, ούτε επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, δηλαδή, δεν πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. Τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων.

 

Αναιρετική Διαδικασία (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ)

 

Δεν υφίσταται λόγος αναίρεσης όταν αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

 

Εξ’ αυτού ο δόλος δεν απαιτείται να αιτιολογείται ειδικώς αφού ενυπάρχει στην στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης, εκτός και εάν εκ του νόμου απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική πλέον υπόσταση του εγκλήματος, οπότε τότε δέον να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος, άλλως υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας και κατ’ επέκταση ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

 

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση του ΑΝ 690/1945 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου εγκλήματος περιστατικά, όπως ο χρόνος. Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, εάν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για την καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Επειδή δε το ως άνω έγκλημα της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών δεν απαιτεί άμεσο δόλο, ούτε επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, δηλαδή, δεν πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της σχετικής καταδικαστικής κρίσης ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου, αφού αυτή περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.

 

 

Απόφ.ΑΠ…

 

AAAAA %CE%9D%CE%95%CE%9F %CE%93%CE%99%CE%91 NEWSLETTER gia site 41 1

 

'.BANNER-LINKEDIN.'

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας