1.Νομιμοποίηση των Εταιριών Διαχείρισης ως Μη Δικαιούχοι Διάδικοι
Εξαίρεση του Δικονομικού μας Συστήματος
Εξαίρεση του ΚΠολΔ αποτελούν οι Εταιρίες Διαχείρισης, όπου δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4
του Ν. 4354/2015 έχουν την εξουσία να δικάζουν και να δικάζονται επ ονοματί τους για ορισμένη
διαφορά που ωστόσο δεν είναι φορείς. Απαραίτητη προϋπόθεση η άσκηση της παρέμβασης.
2.Προϋποθέσεις Στοιχειοθέτησης της Δόλιας Περιέλευσης
σε Αδυναμία Πληρωμών και Καταχρηστικής Άσκησης
Ειδικός διάδοχος που καθίσταται παραδεκτά είτε μέσω σύμβασης είτε εκ του Νόμου είτε με πολιτειακή βούληση, νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση. Αν οι αρχικοί διάδικοι συμφωνήσουν τότε μόνο ο ειδικός διάδοχος υπεισέρχεται στη θέση του μεταβιβάσαντος.
Ελλείψει της ανωτέρω συμφωνίας ο παρεμβάς ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις δυνάμει των άρθρων 82 και 83 ΚΠολΔ.
Εξαίρεση του ΚΠολΔ αποτελούν οι Εταιρίες Διαχείρισης, όπου δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 έχουν την εξουσία να δικάζουν και να δικάζονται επ ονοματί τους για ορισμένη διαφορά που ωστόσο δεν είναι φορείς. Απαραίτητη προϋπόθεση η άσκηση της παρέμβασης.
Η μεταβίβαση του επίδικου δικαιώματος μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη, ο δε ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Στον ΚΠολΔ δεν προβλέπεται αυτόματη υπεισέλευση του ειδικού διαδόχου στη δικονομική θέση του δικαιοπαρόχου του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκπροσώπηση στη δίκη του διαδίκου που μεταβίβασε το δικαίωμα κατά την εκκρεμοδικία από τον ειδικό του διάδοχο. Όποιος στη διάρκεια της δίκης έγινε ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους, είτε βάσει σύμβασης, είτε εκ του Νόμου, είτε με πολιτειακή βούληση, δεν αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου και νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση. Μόνον εφόσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, μπορεί ο ειδικός διάδοχος να υπεισέλθει στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθρο 85 ΚΠολΔ), ενώ αν ασκήσει μόνο (αυτοτελή πρόσθετη) παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 82 και 83 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με το ν. 4354/2015, επιδιώχθηκε να επιλυθεί το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μέσω της δημιουργίας δευτερογενούς αγοράς αυτών, δια της γενικευμένης μεταβίβασης εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ομάδων απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, σε φορείς που θα επιδιώξουν την είσπραξη ή την αναδιάρθρωση αυτών των απαιτήσεων. Σύμφωνα, δε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014. Εφόσον, οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι, κατά παρέκκλιση του κανόνα που ισχύει στο δικονομικό μας σύστημα που επιβάλλει να συμπίπτουν σε ένα πρόσωπο το υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης και ο νομιμοποιούμενος προς διεξαγωγή της δίκης, οι εν λόγω εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων έχουν την εξουσία να δικάζουν (ενεργητικά) ή να δικάζονται (παθητικά) στο δικό τους όνομα, για συγκεκριμένη διαφορά που προκύπτει από έννομη σχέση της οποίας δεν είναι φορείς. Πηγή, δε, της εξαιρετικής αυτής νομιμοποίησης είναι αποκλειστικά οι ως άνω συγκεκριμένες διατάξεις του ν. 4354/2015.
Προϋποθέσεις Στοιχειοθέτησης της Δόλιας Περιέλευσης σε Αδυναμία Πληρωμών και Καταχρηστικής Άσκησης
Δυσανάλογος των οικονομικών δυνάμεων του αιτούντα δανεισμός, δύναται να προβληθεί μόνο δυνάμει ένστασης δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών.
Ορισμένη καθίσταται όταν σωρευτικά αναγράφονται το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε, τον χρόνο της συμφωνίας, τις οικονομικές του δυνατότητες τον χρόνο αυτό ή τις μελλοντικές του καθώς και την πρόβλεψη του ενδεχόμενης αδυναμίας πληρωμών.
Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση όπου το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών οδηγεί σε παντελή άφεση χρεών καθότι το περιεχόμενο αυτού αν μη τι άλλο καθορίζεται ελεύθερα από τον οφειλέτη και σε καμία περίπτωση δεν υπάγεται σε δικαστικό έλεγχο.
Όσον αφορά την ένσταση δόλιας περιέλευσης του πρώτου των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, επικαλούμενη ότι ο τελευταίος προέβη σε δυσανάλογο των οικονομικών του δυνάμεων δανεισμό, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα της ενδεχόμενης αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών του στο μέλλον, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη, καθώς η ένσταση αυτή για να είναι ορισμένη απαιτεί την προβολή των παρακάτω στοιχείων: α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Παραπέρα, προέβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του πρώτου των αιτούντων, επικαλούμενη ότι το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών θίγει τα συμφέροντα της έκτης πιστώτριας, οδηγώντας παντελή άφεση χρεών, η οποία τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, αφενός διότι ο ν. 3869/2010 παρέχει στους αιτούντες το δικαίωμα να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του και εφόσον πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και ρυθμισθούν οι οφειλές τους, φυσική συνέπεια θα είναι η διαγραφή μέρους των χρεών τους και η απώλεια εισοδημάτων των πιστωτών τους, αποτέλεσμα που αποτελεί δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη και αφετέρου διότι το περιεχόμενο του σχεδίου διευθέτησης οφειλών καθορίζεται ελεύθερα από τον αιτούντα/οφειλέτη χωρίς να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, και ως εκ τούτου από μόνη τη δυσαναλογία της προτεινόμενης από την αιτούσα ρύθμισης σε σχέση με τα συμφέροντα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, δεν δύναται να θεμελιωθεί καταχρηστικότητα. Εξάλλου, εκτός από την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του Ν. 3869/2010 υποχρεωτική προδικασία της διενέργειας απόπειρας προδικαστικού συμβιβασμού, η οποία στην προκειμένη περίπτωση απέτυχε, δεν απαιτείται εκ του νόμου η επιχείρηση οποιοσδήποτε άλλης προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού μεταξύ των μερών, ως προϋπόθεση για την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 του ν.3869/2010.
Απόφ….
'. Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας
.'