ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
Η απόφαση Kaya κατά Βελγίου αποτελεί την πρώτη απόφαση του ΕΔΔΑ σε ποινική υπόθεση που εξετάζει τη συμμετοχή του ίδιου δικαστή τόσο ως δικαστή ουσίας όσο και ως δικαστή στο Ανώτατο Ακυρωτικό (Cour de cassation) στην ίδια υπόθεση. Παράλληλα, η απόφαση αφορά τη μη τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας λόγω εισαγγελέα στον Τύπο κατά τη διάρκεια εκκρεμούς διαδικασίας σε δεύτερο βαθμό.
Ο προσφεύγων, Βέλγος υπήκοος γεννηθείς το 1965, κλήθηκε στις 28 Ιουνίου 2010 ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου της Γάνδης από τον εργατικό εισαγγελέα (auditeur du travail) D.M. για κατηγορίες σχετικές με παράνομη διάθεση εργαζομένων, λειτουργία παράνομου γραφείου ευρέσεως εργασίας, μη καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και μη καταβολή μισθού. Στις 20 Δεκεμβρίου 2010 καταδικάστηκε από το ποινικό δικαστήριο της Γάνδης, υπό την προεδρία του δικαστή A.B., σε φυλάκιση ενός έτους και πρόστιμο 5.500 ευρώ.
Κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς διαδικασίας σε δεύτερο βαθμό, στις 4 Ιουνίου 2011, δημοσιεύθηκε άρθρο στην οικονομική εφημερίδα «De Tijd» που περιελάμβανε δηλώσεις του εργατικού εισαγγελέα (auditeur du travail) D.M., ο οποίος χαρακτήριζε τον προσφεύγοντα ως «επαγγελματία» και «αδίστακτο απατεώνα που γνώριζε τα κόλπα της δουλειάς». Το Εφετείο της Γάνδης αθώωσε τον προσφεύγοντα για ορισμένες κατηγορίες λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά η απόφαση αναιρέθηκε. Τελικά, το Εφετείο των Βρυξελλών τον καταδίκασε στις 18 Οκτωβρίου 2016. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2017 και το Ανώτατο Ακυρωτικό, με σύνθεση που περιελάμβανε τον δικαστή A.B. ως μέλος, απέρριψε εν μέρει την αναίρεση του προσφεύγοντος.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (αμερόληπτο δικαστήριο) και του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ (τεκμήριο αθωότητας). Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο δικαστής A.B. είχε διαδραματίσει μη επουσιώδη ρόλο σε δύο δικαστήρια που εξέδωσαν δυσμενείς αποφάσεις για τον προσφεύγοντα, αρχικά ως Πρόεδρος του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου που αποφάνθηκε επί της ενοχής του και ακολούθως ως μέλος του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Παρά τον ειδικό χαρακτήρα του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί το Ανώτατο Ακυρωτικό, η συμμετοχή του ίδιου δικαστή σε διαδοχικά στάδια της ίδιας υπόθεσης, που αφορούσαν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ήταν ικανή να δημιουργήσει αντικειμενικά δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του. Το Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι δεν υφίσταται μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου στο Ανώτατο Ακυρωτικό για την αποφυγή τέτοιων καταστάσεων.
Όσον αφορά το τεκμήριο αθωότητας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δηλώσεις του εργατικού εισαγγελέα (auditeur du travail) D.M. στον Τύπο, αν και δεν ήταν πλέον υπεύθυνος για την υπόθεση κατά τον χρόνο της συνέντευξης, ωθούσαν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του προσφεύγοντος στο πλαίσιο διαδικασίας που ήταν ακόμη εκκρεμής σε δεύτερο βαθμό. Το καθήκον επιφύλαξης που βαρύνει τους δικαστικούς λειτουργούς, συμπεριλαμβανομένων των μελών της εισαγγελίας, δεν παύει να ισχύει όταν αυτοί εκφράζονται δημόσια εκτός του δικαστηρίου.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και παραβίαση του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ): Το Δικαστήριο επιδίκασε 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 4.754,39 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1965 και διαμένει στο Oostkamp του Βελγίου.
Στις 28 Ιουνίου 2010 κλήθηκε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου της Γάνδης από τον εργατικό εισαγγελέα (auditeur du travail) της Γάνδης, D.M., για κατηγορίες διάθεσης εργαζομένων, λειτουργίας γραφείου που διέθετε εργαζόμενους, μη καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και μη καταβολής μισθού υπαλλήλου.
Στις 20 Δεκεμβρίου 2010 το ποινικό δικαστήριο της Γάνδης, υπό την προεδρία του δικαστή A.B., τον κήρυξε ένοχο για όλες τις κατηγορίες και τον καταδίκασε σε φυλάκιση ενός έτους και πρόστιμο 5.500 ευρώ. Ο προσφεύγων και η εισαγγελία άσκησαν έφεση.
Στις 4 Ιουνίου 2011, ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε σε δεύτερο βαθμό, η φλαμανδική οικονομική εφημερίδα «De Tijd» δημοσίευσε εκτενές άρθρο με τίτλο «Η σπηλιά του Αλή Μπαμπά – Πώς οι Τούρκοι μεσάζοντες υπονομεύουν την οικονομία μας με εκμετάλλευση και απάτη». Το άρθρο περιελάμβανε δηλώσεις αποδιδόμενες στον D.M., στις οποίες αυτός χαρακτήριζε τον προσφεύγοντα ως «επαγγελματία» και «αδίστακτο απατεώνα που γνώριζε τα κόλπα της δουλειάς», αναφερόμενος στην καταδίκη του σε πρώτο βαθμό και εκτιμώντας ότι «η πιθανότητα να λάβει ποτέ το κράτος χρήματα από τον Kaya είναι πρακτικά μηδενική».
Στις 15 Μαρτίου 2012 το Εφετείο της Γάνδης αθώωσε τον προσφεύγοντα για την κατηγορία της διάθεσης εργαζομένων, κρίνοντας ότι το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από τη δημόσια παρέμβαση του εργατικού εισαγγελέα. Ο γενικός εισαγγελέας άσκησε αναίρεση.
Στις 17 Δεκεμβρίου 2013 το Ανώτατο Ακυρωτικό αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου της Γάνδης, κρίνοντας ότι η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από μέλος της εισαγγελίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αδυναμία άσκησης της ποινικής δίωξης και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο των Βρυξελλών.
Στις 18 Οκτωβρίου 2016 το Εφετείο των Βρυξελλών κήρυξε τον προσφεύγοντα ένοχο για όλες τις κατηγορίες και τον καταδίκασε σε φυλάκιση 4 μηνών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πράξεων αλλά και την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2017 το Ανώτατο Ακυρωτικό, σε πενταμελή σύνθεση που περιελάμβανε τον δικαστή A.B. (ήτοι τον πρώην Πρόεδρο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), απέρριψε εν μέρει την αναίρεση του προσφεύγοντος, δεχόμενο μόνο τον λόγο που αφορούσε τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής. Η απόφαση εκδόθηκε αυθημερόν, κατά τη συνήθη πρακτική, χωρίς την παρουσία του προσφεύγοντος ή του πληρεξουσίου του.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ (Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη – Αμερόληπτο δικαστήριο)
Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ (Τεκμήριο αθωότητας)
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Παραβίαση του δικαιώματος σε αμερόληπτο δικαστήριο
Επί του παραδεκτού
Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, υποστηρίζοντας ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε αίτηση εξαίρεσης του αναιρετικού δικαστή A.B. σύμφωνα με το άρθρο 833 του Δικαστικού Κώδικα. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, σημειώνοντας ότι η ακριβής σύνθεση του δικαστηρίου δεν μπορούσε να είναι γνωστή με βεβαιότητα πριν από τη συζήτηση, ότι η διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού είναι κατ’ ουσίαν έγγραφη και ότι η απόφαση εκδόθηκε αυθημερόν, καθιστώντας πρακτικά αδύνατη την άσκηση εξαίρεσης μετά τη συζήτηση.
Επί της ουσίας
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η αμεροληψία εκτιμάται τόσο από υποκειμενική άποψη, αναφορικά με την προσωπική πεποίθηση και συμπεριφορά του δικαστή, όσο και από αντικειμενική άποψη, αναφορικά με το εάν το δικαστήριο παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τον αποκλεισμό κάθε θεμιτής αμφιβολίας. Ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε την υποκειμενική αμεροληψία του δικαστή A.B., αλλά επικαλέστηκε μόνο την αντικειμενική πτυχή.
Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης έγκειται στη συμμετοχή του ίδιου δικαστή ως δικαστή ουσίας και ακολούθως ως αναιρετικού δικαστή στην ίδια υπόθεση, επί των ίδιων υποκείμενων πραγματικών περιστατικών. Πρόκειται για την πρώτη φορά που το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί τέτοιας περίπτωσης σε ποινική υπόθεση.
Αναφορικά με τον ειδικό χαρακτήρα του ελέγχου που ασκεί το Ανώτατο Ακυρωτικό, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτό δεν εξετάζει την ουσία των υποθέσεων και ελέγχει μόνο ζητήματα νομιμότητας. Ωστόσο, τόνισε ότι το Ανώτατο Ακυρωτικό αποφαίνεται επίσης επί της «βασιμότητας κατηγορίας σε ποινική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, καθώς ο όρος «βασιμότητα» αφορά όχι μόνο την πραγματική αλλά και τη νομική βασιμότητα της κατηγορίας.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο δικαστής A.B. είχε διαδραματίσει ρόλο που δεν μπορεί να θεωρηθεί επουσιώδης σε δύο δικαστήρια που εξέδωσαν δυσμενείς αποφάσεις για τον προσφεύγοντα. Αρχικά, ως Πρόεδρος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που τον κήρυξε ένοχο για όλες τις κατηγορίες, και ακολούθως ως μέλος της σύνθεσης του Ανωτάτου Ακυρωτικού που απέρριψε τους περισσότερους λόγους αναίρεσης.
Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι τα φαινόμενα μπορεί να έχουν σημασία: «justice must not only be done, it must also be seen to be done» – δεν αρκεί να απονέμεται δικαιοσύνη, πρέπει και να φαίνεται ότι απονέμεται. Η πάροδος άνω των επτά ετών μεταξύ των δύο συμμετοχών του δικαστή A.B. δεν αρκεί για να διαλύσει τις αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του.
Τέλος, το Δικαστήριο σημείωσε την απουσία μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου στο Ανώτατο Ακυρωτικό ικανού να αποτρέψει τη συμμετοχή δικαστή που είχε επέμβει σε προγενέστερο στάδιο της ίδιας υπόθεσης ή να ενημερώσει τους διαδίκους σχετικά.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμμετοχή του δικαστή A.B. στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού ήταν ικανή να γεννήσει αντικειμενικά δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του και, κατ’ επέκταση, να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του ίδιου του Ανωτάτου Ακυρωτικού.
Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ – Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν δήλωση ή απόφαση δημόσιας αρχής σχετικά με κατηγορούμενο αντανακλά το αίσθημα ότι αυτός είναι ένοχος, ενώ η ενοχή του δεν έχει ακόμη αποδειχθεί νομίμως. Η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας μπορεί να προέρχεται όχι μόνο από δικαστή, αλλά και από άλλες δημόσιες αρχές, όπως οι εισαγγελείς και, γενικότερα, τα μέλη της εισαγγελίας.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η εισαγγελία, ως διάδικος της δίωξης που δεν αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας, δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που επιβάλλει το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ σε ένα «δικαστήριο». Ωστόσο, όταν εκφράζεται εκτός της άσκησης των καθηκόντων της, η εισαγγελία οφείλει να σέβεται το τεκμήριο αθωότητας.
Το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ των δηλώσεων που κάνει μέλος της εισαγγελίας δημοσίως στον Τύπο και εκείνων που κάνει εντός της αίθουσας του δικαστηρίου κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Στη δεύτερη περίπτωση, δεν μπορεί να του αντιταχθεί το τεκμήριο αθωότητας λόγω της φύσης των καθηκόντων του εισαγγελέα. Αντίθετα, όταν αποδέχεται να εκφραστεί δημοσίως στο πλαίσιο ή στο περιθώριο ποινικής υπόθεσης, οφείλει να επιδεικνύει ιδιαίτερη σύνεση.
Εξετάζοντας το περιεχόμενο των δηλώσεων του D.M., το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτός δεν περιορίστηκε σε απλή γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικών με εκκρεμή ποινική υπόθεση. Αντιθέτως, εξέφρασε κρίσεις για τον προσφεύγοντα, χαρακτηρίζοντάς τον μεταξύ άλλων «αδίστακτο απατεώνα που γνώριζε τα κόλπα της δουλειάς», γεγονός που αποτελεί αναμφίβολα προσωπική ερμηνεία με έντονα αρνητική χροιά.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι, αν και το δημοσίευμα ανέφερε ρητά την έφεση που είχε ασκήσει ο προσφεύγων, οι δηλώσεις του εργατικού εισαγγελέα, εκτιμώμενες στο σύνολό τους, άφηναν να εννοηθεί στο ευρύ κοινό ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνταν στο πλαίσιο της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας.
Το γεγονός ότι ο D.M. δεν ήταν πλέον υπεύθυνος για την υπόθεση κατά τον χρόνο της συνέντευξης δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιφύλαξης και σύνεσης που βαρύνει κάθε δικαστικό λειτουργό που εκφράζεται στον Τύπο, ούτε τον εξαιρεί, ως όργανο του Κράτους, από την υποχρέωση σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Τα φαινόμενα μπορεί να έχουν σημασία: “justice must not only be done, it must also be seen to be done” – δεν αρκεί να απονέμεται δικαιοσύνη, πρέπει και να φαίνεται ότι απονέμεται. Πρόκειται για την εμπιστοσύνη που τα δικαστήρια μιας δημοκρατικής κοινωνίας οφείλουν να εμπνέουν στους πολίτες» (παρ. 40).
«Όταν [μέλος της εισαγγελίας] αποδέχεται να εκφραστεί δημοσίως στο πλαίσιο ή στο περιθώριο ποινικής υπόθεσης, οφείλει να επιδεικνύει ιδιαίτερη σύνεση. Έτσι, όταν η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν μπορεί να ωθεί το κοινό να πιστέψει ότι ο “κατηγορούμενος” για αδίκημα κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ είναι ένοχος, επί ποινή παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, θεμελιώδους εγγύησης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη» (παρ. 75).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ KAYA ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΟΥ
Η απόφαση Kaya κατά Βελγίου εισάγει σημαντικές καινοτομίες στη νομολογία του ΕΔΔΑ:
Πρώτη απόφαση σε ποινική υπόθεση για διπλή συμμετοχή δικαστή σε δικαστήριο ουσίας και στο αναιρετικό δικαστήριο: Αποτελεί την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου που εξετάζει, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, τη συμμετοχή του ίδιου δικαστή τόσο ως δικαστή της ουσίας όσο και ως δικαστή σε ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο στην ίδια υπόθεση. Προηγούμενες αποφάσεις (Peruš κατά Σλοβενίας, HIT d.d. Nova Gorica κατά Σλοβενίας) αφορούσαν αστικές υποθέσεις.
Διασάφηση της έννοιας της «βασιμότητας κατηγορίας» επί αναιρετικού ελέγχου: Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, παρά τον περιορισμένο χαρακτήρα του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί, αποφαίνεται επίσης επί της «βασιμότητας κατηγορίας σε ποινική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, καθώς η «βασιμότητα» περιλαμβάνει τόσο την πραγματική όσο και τη νομική διάσταση.
Επιβεβαίωση του καθήκοντος επιφύλαξης της εισαγγελίας εκτός δικαστηρίου: Η απόφαση οριοθετεί σαφώς τη διάκριση μεταξύ των δηλώσεων μέλους της εισαγγελίας εντός της αίθουσας του δικαστηρίου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, όπου δεν μπορεί να του αντιταχθεί το τεκμήριο αθωότητας, και εκείνων που κάνει δημοσίως στον Τύπο, όπου το καθήκον επιφύλαξης ισχύει πλήρως.
Αρχή της θεσμικής οργάνωσης της δικαιοσύνης: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι εναπόκειται στο κράτος να οργανώσει το δικαστικό του σύστημα κατά τρόπο που να καθιστά αποτελεσματικά τα δικαιώματα του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος σε αμερόληπτο δικαστήριο, και επέκρινε την απουσία μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου στο Ανώτατο Ακυρωτικό.
ΣΧΟΛΙΟ – ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ KAYA ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΟΥ
Η απόφαση Kaya κατά Βελγίου αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αμεροληψία του δικαστηρίου και το τεκμήριο αθωότητας.
Επιβεβαίωση θεμελιωδών αρχών αμεροληψίας
Η απόφαση επιβεβαιώνει τις αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Piersack κατά Βελγίου (1982) και De Cubber κατά Βελγίου (1984), σύμφωνα με τις οποίες τα φαινόμενα αμεροληψίας έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εμπιστοσύνη που οφείλουν να εμπνέουν τα δικαστήρια στους πολίτες. Η νομολογιακή γραμμή Hauschildt κατά Δανίας (1989), Micallef κατά Μάλτας (2009) και Morice κατά Γαλλίας (2015) εμπλουτίζεται με την παρούσα απόφαση.
Ειδικότητα του αναιρετικού ελέγχου και όριά της
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του Δικαστηρίου αναφορικά με τον ειδικό χαρακτήρα του ελέγχου που ασκούν τα ανώτατα ακυρωτικά δικαστήρια. Ενώ αναγνωρίζεται ότι αυτά δεν εξετάζουν την ουσία των υποθέσεων και περιορίζονται σε έλεγχο νομιμότητας, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ειδικότητα αυτή δεν αρκεί για να αποκλείσει τους κινδύνους για την αμεροληψία όταν ο ίδιος δικαστής συμμετέχει σε διαδοχικά στάδια της ίδιας υπόθεσης, επί των ίδιων υποκείμενων πραγματικών περιστατικών, με δυνατότητα επίδρασης στη συνολική θέση του κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία.
Η αναφορά στην απόφαση Delcourt κατά Βελγίου (1970), σύμφωνα με την οποία ο όρος «βασιμότητα» αφορά τόσο την πραγματική όσο και τη νομική βασιμότητα της κατηγορίας, ενισχύει τη θέση ότι ο αναιρετικός έλεγχος, παρά τον περιορισμένο χαρακτήρα του, συνιστά κρίση επί της «βασιμότητας κατηγορίας σε ποινική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων
Η απόφαση ακολουθεί τη γραμμή της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τη διπλή συμμετοχή δικαστών σε διαφορετικά στάδια της ίδιας υπόθεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε στις αποφάσεις Peruš κατά Σλοβενίας (2012) και HIT d.d. Nova Gorica κατά Σλοβενίας (2014), οι οποίες αφορούσαν αστικές υποθέσεις. Η επέκταση της νομολογίας αυτής στις ποινικές υποθέσεις είναι λογική, δεδομένης της ιδιαίτερης σημασίας που έχει η αμεροληψία στο ποινικό δίκαιο.
Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει επίσης τονίσει τη σημασία της αμεροληψίας στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) σχετικά με το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση ενώπιον των δικαστηρίων κατά το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ).
Το τεκμήριο αθωότητας και η εισαγγελία
Η διάκριση που εισάγει το Δικαστήριο μεταξύ των δηλώσεων μέλους της εισαγγελίας εντός και εκτός του δικαστηρίου είναι δογματικά ορθή. Εντός της αίθουσας του δικαστηρίου, η εισαγγελία ασκεί τα καθήκοντά της ως διάδικος της δίωξης, υποστηρίζοντας την ενοχή του κατηγορουμένου βάσει του κατηγορητηρίου και των αποδείξεων. Εκτός δικαστηρίου, όμως, η εισαγγελία ενεργεί ως όργανο του Κράτους και υπόκειται στο καθήκον επιφύλαξης που βαρύνει κάθε δημόσια αρχή.
Η νομολογία Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας (1995), Daktaras κατά Λιθουανίας (2000), Butkevičius κατά Λιθουανίας (2002) και Khoujine κ.ά. κατά Ρωσίας (2008) επιβεβαιώνεται και εμπλουτίζεται.
Κριτική ανάλυση
Η απόφαση Kaya δεν είναι απαλλαγμένη από κριτική. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αυστηρή εφαρμογή της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας σε επίπεδο ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου δημιουργεί πρακτικά προβλήματα, ιδίως σε χώρες με περιορισμένο αριθμό δικαστών στα ανώτατα δικαστήρια. Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει ορθά ότι εναπόκειται στο κράτος να οργανώσει το δικαστικό του σύστημα κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, ιδίως όταν το ίδιο το εσωτερικό δίκαιο (π.χ. κανόνες περί σώρευσης δικαστικών λειτουργιών – cumulation of judicial functions) στοχεύει ακριβώς στην αποτροπή τέτοιων εμφανίσεων μεροληψίας.
Επιπλέον, η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ των δύο συμμετοχών του ίδιου δικαστή θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να διαλύσει τις αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πάροδος άνω των επτά ετών δεν αρκεί, αλλά δεν καθορίζει ρητά πότε, αν ποτέ, η πάροδος χρόνου θα μπορούσε να αρκέσει.
Συμπέρασμα
Η απόφαση Kaya κατά Βελγίου επιβεβαιώνει τη σημασία της αντικειμενικής αμεροληψίας και του τεκμηρίου αθωότητας ως θεμελιωδών εγγυήσεων του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η εφαρμογή της αρχής «justice must not only be done, it must also be seen to be done» και στο επίπεδο των ανώτατων ακυρωτικών δικαστηρίων, καθώς και η διασάφηση του καθήκοντος επιφύλαξης της εισαγγελίας εκτός δικαστηρίου, συνιστούν σημαντικές συμβολές στη νομολογία του ΕΔΔΑ.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Piersack v. Belgium, 01.10.1982, Application no. 8692/79
- De Cubber v. Belgium, 26.10.1984, Application no. 9186/80
- Hauschildt v. Denmark, 24.05.1989, Application no. 10486/83
- Delcourt v. Belgium, 17.01.1970, Application no. 2689/65
- Allenet de Ribemont v. France, 10.02.1995, Application no. 15175/89
- Daktaras v. Lithuania, 10.10.2000, Application no. 42095/98
- Butkevičius v. Lithuania, 26.03.2002, Application no. 48297/99
- Khoujine and Others v. Russia, 23.10.2008, Application no. 13470/02
- Micallef v. Malta [GC], 15.10.2009, Application no. 17056/06
- Peruš v. Slovenia, 27.09.2012, Application no. 35016/05
- HIT d.d. Nova Gorica v. Slovenia, 05.06.2014, Application no. 50996/08
- Morice v. France [GC], 23.04.2015, Application no. 29369/10
- Konstas v. Greece, 24.05.2011, Application no. 53466/07
- Thiam v. France, 18.10.2018, Application no. 80018/12
Παρακάτω Ολόκληρη η Απόφαση
Skip to PDF content
ΠΗΓΗ:ECHRCASELAW.COM