ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο προσφεύγων, Σέρβος δικηγόρος, ενεργούσε ως συνήγορος υπεράσπισης σε ποινική δίκη για απόπειρα ανθρωποκτονίας στο Ανώτατο Δικαστήριο του Βελιγραδίου. Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Δεκεμβρίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε αιτιάσεις σχετικά με παρατυπίες στη διεξαγωγή της διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά το περιεχόμενο των πρακτικών της ακρόασης και τον τρόπο σύνταξής τους. Η προεδρεύουσα δικαστής τον προειδοποίησε για διατάραξη της τάξης στην αίθουσα και απέρριψε το αίτημά του για καταχώριση των αιτημάτων του κατά λέξη στα πρακτικά.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2017, ο προσφεύγων υπέβαλε γραπτά «Αιτιάσεις επί των προσκομισθέντων αποδεικτικών δτοιχείων», όπου διαμαρτυρήθηκε ότι τα αιτήματά του δεν είχαν καταχωριστεί με ακρίβεια στα πρακτικά. Στο έγγραφό του χρησιμοποίησε εκφράσεις όπως «απάντησε με τραχύ και απρεπή τρόπο», «πραγματικά εξωφρενικό», «διαδικαστική κακοβουλία» και ότι η προεδρεύουσα είχε παρασυρθεί από «το πάθος της στιγμής» και έπρεπε να «ηρεμήσει».

Στις 20 Μαρτίου 2017, η προεδρεύουσα δικαστής κρίνοντας ότι τα γραπτά αιτήματα του προσφεύγοντος υποτιμούσαν και προσέβαλαν το δικαστήριο, του επέβαλε πρόστιμο 80.000 δηναρίων Σερβίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, συνεδριάζοντας με τριμελή σύνθεση σε Συμβούλιο,  απέρριψε την έφεσή του στις 9 Μαΐου 2017. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τη συνταγματική του προσφυγή στις 21 Μαΐου 2019.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, παρόλο που ήταν καυστικές στον τόνο, αποτελούσαν γνήσιες διαδικαστικές αιτιάσεις με στόχο την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και σχετίζονταν με τη διεξαγωγή της ακρόασης και όχι με την προσωπική ακεραιότητα της δικαστού. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η χρήση «καυστικού τόνου» στην κριτική της δικαιοσύνης στο πλαίσιο διαδικαστικών παρατηρήσεων είχε επανειλημμένα κριθεί συμβατή με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε κατά πλειοψηφία (6 προς 1) παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10) και επιδίκασε 680 ευρώ για αποζημίωση και 1.150 ευρώ για έξοδα.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1981 και ζει στο Βελιγράδι. Ενεργούσε ως συνήγορος υπεράσπισης του Lj.V., ο οποίος κατηγορείτο για απόπειρα ανθρωποκτονίας, σε ποινική διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο του Βελιγραδίου.

Από τα πρακτικά στις 7 Απριλίου 2015 προκύπτει ότι ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν του είχε επιτραπεί να σχολιάσει την κατάθεση του μάρτυρα A.V. σύμφωνα με το άρθρο 396 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μετά την εξέταση του μάρτυρα.

Κατά την ακρόαση της 23ης Δεκεμβρίου 2016, κατά την εξέταση πραγματογνώμονα νευροψυχιάτρου, ο προσφεύγων υπέβαλε διάφορα  αιτήματα ισχυριζόμενος παρατυπίες στη διεξαγωγή της διαδικασίας σχετικά, ιδίως, με το περιεχόμενο των πρακτικών της ακρόασης και τον τρόπο σύνταξής τους.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, η προεδρεύουσα δικαστής A. προειδοποίησε τον προσφεύγοντα για «διατάραξη της τάξης στην αίθουσα του δικαστηρίου», του υπενθύμισε την υποχρέωσή του να συμμορφώνεται με τις οδηγίες της δικαστού και δήλωσε ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ήταν εξουσιοδοτημένη να καταγράφει «το ουσιώδες περιεχόμενο της διαδικασίας και την πορεία της κύριας ακρόασης, συμπεριλαμβανομένων των παρατηρήσεων του συνηγόρου υπεράσπισης σχετικά με την κατάθεση του μάρτυρα».

video epideiksi esd

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η φύση και η σοβαρότητα των επιβαλλόμενων κυρώσεων αποτελούν παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας της επέμβασης. Η επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης μπορεί να έχει παρεμποδιστικό αποτέλεσμα στην άσκηση αυτής της ελευθερίας, κάτι που είναι ακόμη πιο απαράδεκτο στην περίπτωση δικηγόρου που καλείται να εξασφαλίσει την αποτελεσματική υπεράσπιση των πελατών του.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος σχετίζονταν άμεσα με τη διεξαγωγή της ακρόασης και με το καθήκον του να υπερασπίζεται με ζήλο τα συμφέροντα του πελάτη του. Περιέχονταν σε γραπτό υπόμνημα με τίτλο «Αιτιάσεις επί των Προσκομισθέντων Αποδεικτικών Στοιχείων», στο οποίο διαμαρτυρήθηκε ότι, παρά τα επανειλημμένα αιτήματά του, οι αιτιάσεις του δεν είχαν καταχωριστεί κατά λέξη στα γραπτά πρακτικά.

Ενώ οι παρατηρήσεις ήταν έντονα διατυπωμένες και με σαρκαστικό ύφος, σχετίζονταν με φερόμενες παρατυπίες στην καταγραφή των αιτιάσεών του και όχι με την προσωπική ακεραιότητα της δικαστού. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο μοναδικός τους σκοπός ήταν να προσβάλουν ή να υπονομεύσουν την εξουσία του δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι στον προσφεύγοντα επιβλήθηκε πρόστιμο 80.000 δηναρίων Σερβίας, ποσό που υπερβαίνει το δηλωθέν εισόδημά του για περίοδο δύο μηνών. Παρόλο που δεν είχε συνέπειες στο δικαίωμά του άσκησης του επαγέλματός του, το ποσό της ποινής ήταν υπερβολικό.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν παρείχαν «σχετική και επαρκή» αιτιολογία,  ούτε επέτυχαν δίκαιη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης διατήρησης του κύρους της δικαιοσύνης και του δικαιώματος του προσφεύγοντος στην ελευθερία έκφρασης. Η επέμβαση δεν ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Το Δικαστήριο διαπίστωσε κατά πλειοψηφία (6 προς 1) παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10) και επιδίκασε 680 ευρώ για αποζημίωση (που αντιστοιχεί στο πρόστιμο των 80.000 δηναρίων Σερβίας που είχε καταβάλει) και 1.150 ευρώ για έξοδα. Το Δικαστήριο δεν επιδίκασε ποσό για ηθική βλάβη λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος.

ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΗ ΑΠΟΨΗ

Η δικαστής Sancin διαφώνησε με την πλειοψηφία και υποστήριξε ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ήταν εντός του περιθωρίου εκτίμησης των εθνικών αρχών. Τα κύρια σημεία της μειοψηφούσας γνώμης ήταν: α) Έμφυλη διάσταση των σχολίων. Η δικαστής τόνισε ότι οι εκφράσεις του προσφεύγοντος περί “πάθους της στιγμής” (“heat of passion”) και ότι η προεδρεύουσα έπρεπε να “ηρεμήσει” (“cool down”) στόχευαν συγκεκριμένα την δικαστή ως γυναίκα και είχαν σεξιστικό χαρακτήρα, υπονοώντας συμπτώματα εμμηνόπαυσης και ότι υπάρχει  ανάγκη προστασίας των γυναικών δικαστών από έμφυλες επιθέσεις  και β) ότι υπήρχε χρονική απόσταση και προμελέτη. Κατά την μειοψηφούσα δικαστή  οι προσβλητικές εκφράσεις γράφτηκαν δύο μήνες μετά την ακρόαση, δίνοντας στον προσφεύγοντα άφθονο χρόνο να αναδιατυπώσει τις παρατηρήσεις του με πιο επαγγελματικό τρόπο.

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση αυτή εντάσσεται στην πάγια  νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως διαμορφώθηκε στις υποθέσεις Nikula κατά Φινλανδίας της 21.03.2002 με αριθμ. προσφ. 31611/96, Morice κατά Γαλλίας [GC] της 23.04.2015 με αριθμ. προσφ. 29369/10, και Čeferin κατά Σλοβενίας της 16.01.2018 με αριθμ. προσφ. 40975/08.

Η απόφαση ενισχύει την αρχή ότι οι δικηγόροι απολαύουν ευρείας ελευθερίας έκφρασης κατά την υπεράσπιση των πελατών τους, ακόμη και όταν οι παρατηρήσεις τους είναι καυστικές ή σαρκαστικές, εφόσον αυτές συνδέονται με τη διαδικασία και δεν αποτελούν αμιγώς προσβλητικές επιθέσεις κατά των δικαστών.

Η διάκριση που κάνει το Δικαστήριο μεταξύ κριτικής της διαδικασίας και προσωπικών επιθέσεων είναι κρίσιμη και συμβαδίζει με τη νομολογία στις υποθέσεις Radobuljac κατά Κροατίας της 28.06.2016 με αριθμ. προσφ. 51000/11 και Pisanski κατά Κροατίας της 04.06.2024 με αριθμ. προσφ. 28794/18.

Σε αντίθεση με την υπόθεση Backović κατά Σερβίας (αρ. 2) της 08.04.2025 με αριθμ. προσφ. 47600/17, όπου το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση, εδώ οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος αποτελούσαν γνήσιες διαδικαστικές αιτιάσεις και όχι αμιγώς προσβλητικές εκφράσεις.

Συμπερασματικά η απόφαση προστίθεται στο ευρώ προστατευτικό πλέγμα της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του Στρασβούργου στην ελευθερία της έκφρασης των δικηγόρων, ιδίως δε όταν εκφέρεται στα πλαίσια υπεράσπισης των πελατών τους.

 

Παρακάτω η Απόφαση

Skip to PDF content

%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%97%CE%A3 %CE%94%CE%A9%CE%A1%CE%95%CE%91%CE%9D %CE%94%CE%9F%CE%9A%CE%99%CE%9C%CE%97 Viber 2025 11 17 15 21 49 759

ΠΗΓΗ:ECHRCASELAW.COM