BANNER-LINKEDIN

Μια σημαντική απόφαση – ορόσημο του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ της 15.12.25 για την ελευθερία έκφρασης των  δικαστών. Συγκριτική νομολογία.

Του Βασίλη Χειρδάρη

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης (Grand Chamber) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Danileţ κατά Ρουμανίας (αριθ. προσφυγής 16915/21) αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη της νομολογίας για την  ελευθερία έκφρασης των δικαστών. Με ψήφους δέκα έναντι επτά, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, θέτοντας για πρώτη φορά ολοκληρωμένα κριτήρια για την αξιολόγηση της άσκησης της ελευθερίας έκφρασης δικαστών στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η παρούσα μελέτη εμπλουτίζεται με εκτεταμένη συγκριτική νομολογία από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (BVerfG) και το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προσφέροντας μια συνολική εικόνα της διεθνούς προσέγγισης στο κρίσιμο ζήτημα της ελευθερίας έκφρασης των δικαστών.

ΙΙ. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Vasilică-Cristi Danileţ, δικαστής του Πρωτοδικείου της Cluj, ήταν ευρύτατα γνωστός για την ενεργό συμμετοχή του σε δημόσιες συζητήσεις για θέματα δημοκρατίας και  κράτους δικαίου. Πρώην μέλος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (CSM) και συγγραφέας νομικών άρθρων, διατηρούσε λογαριασμό στο Facebook με περίπου 50.000 ακολούθους.

Τον Ιανουάριο 2019 δημοσίευσε δύο αναρτήσεις: Η πρώτη (9 Ιανουαρίου) αναφερόταν στην παράταση της θητείας του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου Στρατού, θέτοντας ρητορικό ερώτημα για το ενδεχόμενο συνταγματικά επιτρεπτής επέμβασης του στρατού «προς υπεράσπιση της δημοκρατίας». Η δεύτερη (10 Ιανουαρίου) κοινοποίησε συνέντευξη εισαγγελέα σχετικά με τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, χρησιμοποιώντας την ιδιωματική έκφραση «sânge în instalaţie» (κυριολεκτικά: «αίμα στις φλέβες του»), που εννοεί μεγάλο θάρρος.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο για Δικαστές (CSM) επέβαλε ως πειθαρχική κύρωση την περικοπή μισθού 5% για δύο μήνες, κρίνοντας ότι οι αναρτήσεις παραβίασαν το καθήκον σύνεσης (duty of discretion) του δικαστή. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.

ΙΙΙ. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Α. Τα πέντε κριτήρια αξιολόγησης

Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ παγίωσε και εμπλούτισε τη νομολογία του, θέτοντας πέντε κριτήρια για τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων (§§149-165):

(i) Περιεχόμενο και μορφή των δηλώσεων: Οι δηλώσεις δικαστών επί ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος απολαμβάνουν κατ’ αρχήν υψηλού βαθμού προστασίας (§150 της απόφασης). Σε περιπτώσεις σοβαρής απειλής κατά της δημοκρατίας ή του κράτους δικαίου, οι δικαστές μπορούν να εκφρασθούν υπέρ της δικαστικής ανεξαρτησίας, της συνταγματικής τάξης και της αποκατάστασης της δημοκρατίας (§152).

(ii) Πλαίσιο και ιδιότητα: Το ιστορικό πλαίσιο της συζήτησης έχει ιδιαίτερη σημασία (§158). Δικαστές που κατέχουν ορισμένες θέσεις (πρόεδροι δικαστηρίων, επικεφαλείς της εισαγγελίας, εκπρόσωποι επαγγελματικών ενώσεων, μέλη δικαστικών συμβουλίων) απολαμβάνουν ευρύτερης προστασίας (§159).

(iii) Συνέπειες των δηλώσεων: Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις επιζήμιες συνέπειες των δηλώσεων δικαστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (§162), διακρίνοντας μεταξύ ανοικτών και κλειστών δικτύων.

(iv) Σοβαρότητα της κύρωσης: Η φύση και βαρύτητα της κύρωσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα (§163). Το αποθαρρυντικό αποτέλεσμα (chilling effect) – τόσο στον συγκεκριμένο δικαστή όσο και στο σύνολο του επαγγέλματος – πρέπει να αξιολογείται (§164).

(v) Δικονομικές εγγυήσεις: Σε πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών, πρέπει να παρέχονται αποτελεσματικές και επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας, περιλαμβανομένου του δικαιώματος αμφισβήτησης του μέτρου ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου (§165).

Β. Απόφαση

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης του προσφεύγοντος δεν βασίστηκε σε «συναφείς και επαρκείς λόγους» και κατά συνέπεια δεν ανταποκρινόταν σε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη», διαπιστώνοντας παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (§§206-207).

IV. ΧΩΡΙΣΤΕΣ ΓΝΩΜΕΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΤΟΥ ΕΔΔΑ

α) Σύμφωνη γνώμη Δικαστή Krenc: Συμφώνησε με το διατακτικό αλλά με διαφορετική αιτιολογία. Σημείωσε εμφαντικά ότι «η τιμωρία ενός δικαστή δεν είναι ζήτημα ρουτίνας» και ότι «η απευθείας αφαίρεση χρημάτων από την τσέπη του είναι ακόμη λιγότερο τέτοιο». Κατέκρινε επίσης την έλλειψη ρητής απαίτησης ανεξαρτησίας της πειθαρχικής αρχής, σημειώνοντας ότι το ΕΔΔΑ υστερεί έναντι της νομολογίας του ΔΕΕ.

β) Κοινή σύμφωνη γνώμη Δικαστών Gnatovskyy και Răduleţu: Υπογράμμισαν τα οφέλη της παρουσίας δικαστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως σε «νέες» ή «ωριμάζουσες» δημοκρατίες, όπου η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη και η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

γ) Κοινή μειοψηφούσα γνώμη επτά Δικαστών: Οι Δικαστές Κτιστάκης, Šimáčková, Elósegui, Felici, Derenčinović, Arnardóttir και Ní Raifeartaigh διαφώνησαν, υποστηρίζοντας ότι οι εθνικές αρχές βρίσκονται σε καλύτερη θέση να αξιολογήσουν τη σημασία και τον αντίκτυπο γλωσσικών εκφράσεων στο συγκεκριμένο πολιτισμικό τους πλαίσιο.

V. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α. Νομολογία ΕΔΔΑ:

1) Baka κατά Ουγγαρίας [GC] της 23.065.2016, αρ. προσφ. 20261/12: Θεμελιώδης απόφαση που αναγνώρισε ότι η ελευθερία έκφρασης δικαστών επί ζητημάτων λειτουργίας της δικαιοσύνης εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 10 και ότι ενδεχομένως υφίσταται «καθήκον» ομιλίας.

2) Kövesi κατά Ρουμανίας της 05.05.2020, αρ. προσφ. 3594/19: Παραβίαση άρθρων 10 και 6 §1 λόγω «θεσμικής τιμωρίας» της επικεφαλής της εισαγγελίας κατά της διαφθοράς μετά από δημόσια κριτική της στις δικαστικές μεταρρυθμίσεις.

3) Żurek κατά Πολωνίας της 16.06.2022, αρ. προσφ. 39650/18: Παραβίαση άρθρου 10 λόγω μέτρων κατά δικαστή-μέλους του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου που είχε δημοσίως αμφισβητήσει τις μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος.

4) Miroslava Todorova κατά Βουλγαρίας της 19.10.2021, αρ. 40072/13: Παραβίαση άρθρου 10, πειθαρχική κύρωση σε δικαστή.

Β. Νομολογία Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ):

Το ΔΕΕ έχει αναπτύξει εκτεταμένη νομολογία περί δικαστικής ανεξαρτησίας με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ, η οποία έχει άμεση σύνδεση με την ελευθερία έκφρασης των δικαστών:

1) C-64/16 Associação Sindical dos Juízes Portugueses (27.02.2018 – «Portuguese Judges»): Θεμελιώδης απόφαση που ερμήνευσε το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ ως «δίνον συγκεκριμένη έκφραση στην αξία του κράτους δικαίου» (§32). Το ΔΕΕ έκρινε ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία των δικαστηρίων τους στους «τομείς που καλύπτονται από το δίκαιο της Ένωσης», ανεξαρτήτως αν εφαρμόζουν δίκαιο της ΕΕ κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 του Χάρτη.

2) C-791/19 Επιτροπή κατά Πολωνίας (15.07.2021): Το ΔΕΕ έκρινε ότι το εθνικό πειθαρχικό καθεστώς για δικαστές παραβιάζει τις απαιτήσεις δικαστικής ανεξαρτησίας. Κρίσιμη η διαπίστωση ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως εργαλεία πολιτικού ελέγχου επί των δικαστών, καθώς αυτό δημιουργεί «αποθαρρυντικό αποτέλεσμα» (chilling effect) στην άσκηση των καθηκόντων τους.

3) C-83/19, C-127/19, C-195/19 Asociaţia ‘Forumul Judecătoriilor din România’ (18.05.2021): Αφορούσε τη ρουμανική δικαστική μεταρρύθμιση. Το ΔΕΕ επιβεβαίωσε το άμεσο αποτέλεσμα της Απόφασης MCV και τόνισε ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών πρέπει να διεξάγονται από ανεξάρτητα όργανα, με επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας.

4) C-817/21 Inspecţia Judiciară (11.05.2023): Αφορούσε ρύθμιση που συγκέντρωνε στον Ρουμάνο Γενικό Επιθεωρητή Δικαιοσύνης εκτεταμένες αρμοδιότητες (κανονιστικές και ατομικές πράξεις) για την οργάνωση του Σώματος, την επιλογή/αξιολόγηση επιθεωρητών και τον διορισμό αναπληρωτή. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 2 και το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ (σε συνδυασμό με το MCV) κωλύουν τέτοια ρύθμιση όταν δεν είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να μην γεννά εύλογες αμφιβολίες ότι οι αρμοδιότητες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο πίεσης ή πολιτικού ελέγχου επί της δραστηριότητας δικαστών και εισαγγελέων.

5) C-615/20 & C-671/20 (13.07.2023 – Πολωνία): Το ΔΕΕ έκρινε ότι η άρση της ασυλίας δικαστή από μη ανεξάρτητο όργανο (το Πειθαρχικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου) παραβιάζει το δίκαιο της ΕΕ. Η απόφαση υπογραμμίζει τη σύνδεση μεταξύ δικαστικής ανεξαρτησίας και προστασίας της ελευθερίας έκφρασης: δικαστές που φοβούνται αυθαίρετες πειθαρχικές διώξεις δεν μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα.

6) C-448/23 Επιτροπή κατά Πολωνίας (18.12.2025): Πρόσφατη απόφαση με την οποία το ΔΕΕ έκρινε ότι, λόγω συγκεκριμένων παρατυπιών στο διορισμό μελών του, το Πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν πληροί τις απαιτήσεις ανεξάρτητου και αμερόληπτου «δικαστηρίου που έχει συσταθεί νομίμως» κατά το δίκαιο της ΕΕ, και ότι η Πολωνία παρέβη τις υποχρεώσεις της κατ’ ΕΕ εξαιτίας αποφάσεων του δικαστηρίου αυτού που αμφισβητούν την υπεροχή, την αυτονομία και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Η απόφαση έχει θεμελιώδη σημασία για την προστασία δικαστών που υπερασπίζονται δημοσίως τις ευρωπαϊκές αξίες.

7) C-647/21 & C-648/21 (06.03.2025): Το ΔΕΕ έκρινε ότι η απόσυρση υποθέσεων από δικαστή χωρίς σαφείς κανόνες παραβιάζει την αρχή του αμετακίνητου (irremovability principle), επιβεβαιώνοντας τη στενή σύνδεση μεταξύ θεσμικής ανεξαρτησίας και ατομικών εγγυήσεων του δικαστή.

Βασικές αρχές από τη νομολογία του ΔΕΕ:

α) Το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ έχει άμεσο αποτέλεσμα και επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

β) Οι πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών δεν μπορούν να αποτελούν εργαλεία πολιτικής πίεσης.

γ) Η δικαστική ανεξαρτησία απαιτεί νόμιμες διαδικασίες διορισμού απαλλαγμένες από παρεμβάσεις της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας.

δ) Τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμους που παραβιάζουν τα ευρωπαϊκά πρότυπα δικαστικής ανεξαρτησίας (αρχή υπεροχής).

Γ. Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

López Lone κ.ά. κατά Ονδούρας (05.10.2015): Κρίσιμη απόφαση που αφορούσε τέσσερις δικαστές που τιμωρήθηκαν πειθαρχικά επειδή εξέφρασαν δημοσίως την αντίθεσή τους στο πραξικόπημα του 2009 κατά του Προέδρου Zelaya. Οι δικαστές ήταν μέλη της Ένωσης Δικαστών για τη Δημοκρατία (AJD), η οποία είχε εκδώσει ανακοινώσεις χαρακτηρίζοντας τα γεγονότα ως πραξικόπημα – σε αντίθεση με την επίσημη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που μιλούσε για «συνταγματική διαδοχή».

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Ονδούρα παραβίασε τα άρθρα 8 (δίκαιη δίκη), 9 (αναδρομικότητα), 13 (ελευθερία έκφρασης), 15 (ελευθερία του συνέρχεσθαι), 16 (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι), 23 (πολιτικά δικαιώματα) και 25 (δικαστική προστασία) της Αμερικανικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περιορισμοί στη συμμετοχή δικαστών σε κομματικές πολιτικές δραστηριότητες «δεν ισχύουν σε καταστάσεις σοβαρής δημοκρατικής κρίσης» και ότι θα ήταν αντίθετο προς την εγγενή ανεξαρτησία των κρατικών εξουσιών να στερηθεί από τους δικαστές το δικαίωμα να εκφρασθούν κατά πραξικοπήματος.

Ως αποκατάσταση, το Δικαστήριο διέταξε την επαναφορά των δικαστών στις θέσεις τους ή σε αντίστοιχες, και την καταβολή αποζημίωσης.

Δ. Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ:

1) Republican Party of Minnesota v. White, 536 U.S. 765 (2002): Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (με πλειοψηφία 5-4) ακύρωσε τον κανόνα της Μινεσότα που απαγόρευε στους υποψήφιους δικαστές να ανακοινώνουν τις απόψεις τους επί αμφιλεγόμενων νομικών ή πολιτικών ζητημάτων (announce clause), κρίνοντας ότι παραβίαζε την Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος.

Το Δικαστήριο εφάρμοσε αυστηρό έλεγχο (strict scrutiny), καθώς επρόκειτο για περιορισμό βασισμένο στο περιεχόμενο του λόγου (content-based restriction) επί βασικού πολιτικού λόγου. Έκρινε ότι η «συζήτηση περί των προσόντων των υποψηφίων» βρίσκεται «στον πυρήνα της εκλογικής διαδικασίας και των ελευθεριών της Πρώτης Τροποποίησης».

Η σύμφωνη γνώμη της Δικαστού O’Connor εξέφρασε ανησυχία ότι οι ίδιες οι δικαστικές εκλογές υπονομεύουν την αμεροληψία, θέτοντας το ευρύτερο ερώτημα της σχέσης μεταξύ δημοκρατικής νομιμοποίησης και δικαστικής ανεξαρτησίας. Η απόφαση υπογραμμίζει ότι ο λόγος περί δικαστικής φιλοσοφίας προστατεύεται ακόμη και για εν ενεργεία δικαστές.

2) Williams-Yulee v. Florida Bar, 575 U.S. 433 (2015): Το Ανώτατο Δικαστήριο (6-3) επικύρωσε απαγόρευση προσωπικής ζητήσεως οικονομικής ενίσχυσης από υποψήφιους δικαστές, αναγνωρίζοντας ότι η διαφύλαξη της εμπιστοσύνης του κοινού στη δικαστική ακεραιότητα μπορεί να δικαιολογήσει στενά στοχευμένους περιορισμούς στον δικαστικό προεκλογικό λόγο.

Βασικές αρχές αμερικανικού δικαίου:

α) Ο βασικός πολιτικός λόγος (core political speech) απολαμβάνει της υψηλότερης προστασίας.

β) Το κράτος δεν μπορεί να «κατευθύνει τη δημόσια συζήτηση προς την επιθυμητή κατεύθυνση».

γ) Οι περιορισμοί βασισμένοι στο περιεχόμενο του πολιτικού λόγου είναι «ρητώς και θετικώς απαγορευμένοι».

δ) Εφαρμογή αυστηρού ελέγχου (strict scrutiny): (i) επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, (ii) στενή προσαρμογή, (ii) λιγότερο περιοριστικό μέσο.

Ε. Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (BVerfG):

Lüth (BVerfGE 7, 198, 15.01.1958): Θεμελιώδης απόφαση που καθιέρωσε την οριζόντια επίδραση των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Drittwirkung). Ο Erich Lüth είχε καλέσει σε μποϊκοτάζ ταινίας πρώην ναζί σκηνοθέτη. Το BVerfG έκρινε ότι η ελευθερία έκφρασης (άρθρο 5 Θεμελιώδους Νόμου) έχει ιδιαίτερη σημασία στο ελεύθερο δημοκρατικό κράτος και ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα επιδρούν στο ιδιωτικό δίκαιο μέσω των γενικών ρητρών.

Η απόφαση καθιέρωσε τη μέθοδο στάθμισης μεταξύ συγκρουόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία έχει επηρεάσει βαθιά την ευρωπαϊκή νομολογία, συμπεριλαμβανομένης εκείνης του ΕΔΔΑ.

Σημασία για τη δικαστική ελευθερία έκφρασης: Το γερμανικό σύστημα διακρίνεται από: (α) το άρθρο 97 του Θεμελιώδους Νόμου που κατοχυρώνει τη δικαστική ανεξαρτησία (οι δικαστές υπόκεινται μόνο στο νόμο), (β) την εκλογή των δικαστών του BVerfG με πλειοψηφία 2/3 από Bundestag και Bundesrat (πολιτική ανεξαρτησία), και (γ) την ατομική προσφυγή (Verfassungsbeschwerde) που επιτρέπει σε ιδιώτες να προσβάλουν παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.

ΣΤ. Διεθνή κείμενα:

Αρχές Bangalore περί Δικαστικής Δεοντολογίας (2002): Οι δικαστές «δικαιούνται, ως πολίτες, να απολαμβάνουν ελευθερία έκφρασης», υπό τον περιορισμό ότι θα ασκούν αυτά τα δικαιώματα «με τρόπο που διαφυλάσσει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους».

Γνωμοδότηση αρ. 25 (2022) της CCJE: Αναγνώρισε ότι σε περιπτώσεις απειλής κατά της δημοκρατίας, της διάκρισης εξουσιών ή του κράτους δικαίου, οι δικαστές «πρέπει να είναι ανθεκτικοί και έχουν καθήκον να εκφρασθούν υπέρ της δικαστικής ανεξαρτησίας».

Γνωμοδότηση αρ. 27 (2024) της CCJE: Τόνισε ότι τα ηθικά πρότυπα πρέπει να διακρίνονται σαφώς από την παραβατική συμπεριφορά που δικαιολογεί πειθαρχικές κυρώσεις και ότι η περικοπή μισθού δεν αποτελεί κατάλληλη πειθαρχική κύρωση.

VI. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Κοινά σημεία μεταξύ ΕΔΔΑ, ΔΕΕ, αμερικανικής και γερμανικής νομολογίας:

  1. Προστασία της δημοκρατίας: Όλα τα συστήματα αναγνωρίζουν ότι οι δικαστές ως φύλακες της δημοκρατικής τάξης διαθέτουν ενισχυμένα δικαιώματα έκφρασης όταν απειλείται η δημοκρατία.
  2. Αποθαρρυντικό αποτέλεσμα (chilling effect): Η έννοια απαντάται τόσο στη νομολογία του ΕΔΔΑ όσο και του ΔΕΕ – οι πειθαρχικές κυρώσεις δημιουργούν φόβο που αποθαρρύνει τη νόμιμη δικαστική έκφραση.
  3. Απαγόρευση πολιτικού ελέγχου: Οι πειθαρχικοί μηχανισμοί δεν μπορούν να αποτελούν εργαλεία πολιτικής πίεσης (βλ. ιδίως νομολογία ΔΕΕ για Πολωνία).
  4. Δικονομικές εγγυήσεις: Απαιτούνται ανεξάρτητα και αμερόληπτα όργανα για τις πειθαρχικές διαδικασίες (ΕΔΔΑ, ΔΕΕ).
  5. Στάθμιση: Όλα τα συστήματα εφαρμόζουν μια μορφή στάθμισης μεταξύ της ελευθερίας έκφρασης και των θεμιτών περιορισμών (αμεροληψία, δημόσια εμπιστοσύνη).

Διαφορές:

α) ΗΠΑ: Πολύ ισχυρή προστασία του πολιτικού λόγου υπό την Πρώτη Τροποποίηση·

β) Γερμανία: Δόγμα οριζόντιας επίδρασης (Drittwirkung). Τα θεμελιώδη δικαιώματα διαπερνούν όλο το δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών σχέσεων.

γ) ΔΕΕ: Εστίαση στη θεσμική ανεξαρτησία (διαδικασίες διορισμού, θεσμικός σχεδιασμός) παρά στις ατομικές εκφράσεις.

δ) ΕΔΔΑ: Συγκεκριμένη προσέγγιση με τα πέντε κριτήρια.  Περιθώριο εκτίμησης για τα κράτη.

VII. ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση Danileţ αποτελεί σημαντική εξέλιξη της νομολογίας του ΕΔΔΑ για την ελευθερία έκφρασης των δικαστών, με ιδιαίτερη έμφαση στην ψηφιακή εποχή. Τα πέντε κριτήρια που διατυπώθηκαν (περιεχόμενο, πλαίσιο, συνέπειες, βαρύτητα κύρωσης, δικονομικές εγγυήσεις) παρέχουν χρήσιμη καθοδήγηση στα εθνικά δικαστήρια.

Θετικά στοιχεία: i) Η αναγνώριση ότι οι δικαστές δεν απομονώνονται από την κοινωνία και διατηρούν δικαίωμα συμμετοχής σε δημόσιες συζητήσεις, ii) η επιβεβαίωση ότι σε περιπτώσεις απειλής κατά του κράτους δικαίου οι δικαστές μπορούν – και ενίοτε οφείλουν – να εκφρασθούν δημοσίως, iii) η έμφαση στην ανάγκη επαρκούς και συναφούς αιτιολογίας για κάθε περιορισμό.

Αρνητικά: Η σχεδόν ισόποση διάσπαση του Δικαστηρίου (10-7) υποδηλώνει ότι το εύρος προστασίας της ελευθερίας έκφρασης των δικαστών παραμένει αμφιλεγόμενο. Η κριτική του Δικαστή Krenc περί έλλειψης ρητής απαίτησης ανεξαρτησίας της πειθαρχικής αρχής αναδεικνύει κενό στις διαμορφωθείσες εγγυήσεις.

VIII. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η απόφαση Danileţ κατά Ρουμανίας επιβεβαιώνει ότι οι δικαστές, ως φύλακες του κράτους δικαίου, δεν αποτελούν άφωνους τεχνοκράτες, που περιορίζονται στην έκδοση αποφάσεων. Η δημοκρατία χρειάζεται δικαστές που εκφράζονται όταν οι θεσμοί απειλούνται, όταν η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης υπονομεύεται και όταν το κράτος δικαίου τίθεται σε κίνδυνο.

Η συγκριτική ανάλυση καταδεικνύει ότι η προστασία της δικαστικής ελευθερίας έκφρασης αποτελεί πανευρωπαϊκή και διεθνή επιταγή, με κοινό πυρήνα: την αναγνώριση ότι η «δικαστική σιωπή» δεν αποτελεί απόλυτη αρετή και μπορεί να μεταβληθεί σε ενοχή δι’ αποσιωπήσεως.

Η ελευθερία έκφρασης των δικαστών δεν είναι προνόμιο. Αποτελεί προϋπόθεση της δημοκρατικής λειτουργίας της δικαιοσύνης. Όταν οι δικαστές φιμώνονται, η δημοκρατία σιωπά μαζί τους.

 

%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%94%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%97%CE%A3 %CE%94%CE%A9%CE%A1%CE%95%CE%91%CE%9D %CE%94%CE%9F%CE%9A%CE%99%CE%9C%CE%97 Viber 2025 11 17 15 21 49 759

 

 

ΠΗΓΗ:ECHRCASELAW.GR