ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ, ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΟΥ Δ.Σ.Α. ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ Δ.Σ.Α. ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΙΣ 17.2.2026
Ανατρέχω καταρχήν στις απώτερες θεμελιώδεις πηγές του δικαίου από τις οποίες εξαρτώνται οι νομικοί όροι του ζητήματος της καθαρογραφής των αθωωτικών αποφάσεων, άρα – πού αλλού ; – στις συνταγματικές ρυθμίσεις που καθορίζουν τους όρους λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 Σ :
- Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.
Σε αντίθεση με πολλές άλλες διατάξεις του Συντάγματος, η συγκεκριμένη δεν καταλείπει πεδίο περιορισμού της υποχρέωσης αυτής στον κοινό νομοθέτη, όπως πολλές άλλες διατάξεις που την προβλέπουν με τη συνήθη φράση στο τέλος κάθε σχετικού εδαφίου «όπως ο νόμος ορίζει».
Ο συνταγματικός νομοθέτης είναι απόλυτος και αδιαπραγμάτευτος στη διατύπωση αυτής της υποχρέωσης, γιατί γνωρίζει ότι αυτή αποτελεί το μοναδικό μέσο εκπλήρωσης της προβλεπόμενης επίσης με συνταγματική περιωπή στο αμέσως προηγούμενο εδάφιο δημοσιότητας της δίκης όσον αφορά τον έλεγχο των δικαστικών αποφάσεων. Γιατί η δημοσιότητα της δίκης, όπως προβλέπεται στο εδάφιο 2 της ίδιας συνταγματικής διάταξης, καθιερώθηκε για να αποτελεί μέσο άσκησης ελέγχου της δικαστικής εξουσίας από τον λαό, που αποτελεί επίσης συνταγματική και θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 ότι :
«2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία».
και του αμέσως επόμενου :
«3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος περιλαμβάνει και ένα επόμενο εδάφιο με το οποίο ο συνταγματικός νομοθέτης όχι μόνο δεν καταλείπει στον κοινό νομοθέτη οποιοδήποτε πεδίο περιορισμού της υποχρέωσης αιτιολογίας, αλλά αντίθετα τον υποχρεώνει να τιμωρεί όποιον παραβιάζει αυτήν την υποχρέωση.
Μάλιστα, διευρύνει το πεδίο της υποχρέωσης αιτιολογίας με την πρόβλεψη δημοσίευσης όχι μόνο του σκεπτικού της πλειοψηφίας, αλλά ακόμα και της γνώμης της μειοψηφίας με τη διατύπωση :
«Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της».
Ο συνταγματικός νομοθέτης τότε βέβαια, πριν πενήντα χρόνια, δεν μπορούσε να υποψιαστεί ίσως ότι μερικές δεκαετίες αργότερα, που θα το συζητάμε, τα ποινικά δικαστήρια θα είναι κατά κανόνα μονομελή, οπότε δεν τίθεται θέμα γνώμης μειοψηφίας. Οι έως τώρα κοινοί νομοθέτες παριστάνουν ότι παρέβλεψαν ότι με το περιεχόμενο αυτό η παραπάνω διάταξη επιτάσσει έμμεσα, αλλά σαφέστατα, την απονομή δικαιοσύνης από συλλογικά, πολυμελή, και όχι μονομελή δικαστήρια.
Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι η καθαρογραφή του σκεπτικού των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολογίας τους και, κατά συνέπεια, μοναδικό μέσο δημοσιοποίησης και, άρα, ελέγχου της κρίσης των δικαστηρίων. Χωρίς διατύπωση του σκεπτικού τους, άρα χωρίς καθαρογραφή, είτε πρόκειται για αθωωτικές αποφάσεις, είτε για καταδικαστικές, δεν υπάρχει αιτιολογία. Χωρίς αιτιολογία δεν υπάρχει δημοσιότητα και χωρίς αιτιολογία και δημοσιότητα δεν υπάρχει λαϊκή κυριαρχία και έτσι προσβάλλεται το θεμέλιο κάθε δημοκρατικού Συντάγματος.
Συνέπεια όσων προαναφέρθηκαν είναι ότι οποιοσδήποτε νόμος περιορίζει ή μετριάζει την υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, – είτε αυτές είναι καταδικαστικές, είτε αθωωτικές -, είναι ένας νόμος αντισυνταγματικός και τυπικά και ουσιαστικά : Αντισυνταγματικός τυπικά επειδή, όπως προανέφερα, ο συνταγματικός νομοθέτης δεν καταλείπει κανένα πεδίο περιορισμού ή μετριασμού της υποχρέωσης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων στον κοινό νομοθέτη και ουσιαστικά αντισυνταγματικός, γιατί κάθε περιορισμός της υποχρέωσης διατύπωσης του σκεπτικού των δικαστικών αποφάσεων παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολογίας, την υποχρέωση δημοσιότητας και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
![]()
Τι πρoβλέπει το Σύνταγμα για έναν αντισυνταγματικό νόμο ;
Στην παρ. 4 του άρθρου 93 Σ :
« 4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».
Στη χώρα μας μάλιστα, ευτυχώς, έχει επιβιώσει το σύστημα του διάχυτου και όχι του συντεταγμένου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Και ένας τέτοιος νόμος αντισυνταγματικός πέρα για πέρα είναι το άρθρο 142 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. που αποτελεί το ζήτημα της σημερινής μας εκδήλωσης.
Είναι αντισυνταγματικός πρώτα απ’ όλα για όσους λόγους ανέφερα. Δεύτερον, είναι αντισυνταγματικός και διότι παραχωρεί στην εκτελεστική εξουσία τη δυνατότητα να περιορίζει τη διατύπωση ενός μέρους της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστών και μάλιστα του σκληρού πυρήνα της, όπως είναι η αιτιολογία κάποιας κατηγορίας αποφάσεών της. Δηλαδή παραβιάζει και την συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών, παραχωρώντας αρμοδιότητες της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι ο κοινός νομοθέτης έχει εξουσία διάθεσης της αιτιολογίας των αποφάσεων, έστω και υπέρ της δικαστικής εξουσίας, απαλλάσσοντάς την από την υποχρέωση να τις διατυπώνει. Αλλά ούτε και οι ίδιοι οι δικαστές δικαιούνται να αρνούνται, αφού αρνούμενοι καταλήγουν να υπονομεύουν την ίδια τους την εξουσία μην κατανοώντας ίσως ότι η νομιμοποίησή τους αντλείται, ακριβώς, από την αιτιολογία των αποφάσεών τους.
Με τις σκέψεις αυτές φτάνω στο κύριο θέμα της τοποθέτησής μου.
Η διάταξη του άρθρου 142 Κ. Ποιν. Δ και ιδίως της τέταρτης παραγράφου του, που είναι εκείνη που ρυθμίζει το ζήτημα. Αυτή, όπως την παρέδωσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ τον Ιούλιο 2019 με τον «Νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» (ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α 96/11.6.2019) είχε ως εξής :
«Άρθρο 142. – Σύνταξη των πρακτικών.
- Μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά που συντάχθηκαν από τον γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.
- Μέσα σε οκτώ ημέρες από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από τον γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και τον δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή απομακρύνθηκε από τη δημόσια υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, από τον αρχαιότερο μεταξύ των δικαστών που συμμετείχαν στη συζήτηση και, αν το δικαστήριο είναι μονομελές, μόνο από τον γραμματέα. Αν ο γραμματέας που συμμετείχε στη συζήτηση απομακρύνθηκε από την υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, τα πρακτικά συντάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου ή ο αναπληρωτής του με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο τα πρακτικά υπογράφονται από αυτόν και από τον διευθύνοντα τη συζήτηση σύμφωνα με τα παραπάνω. Η ημερομηνία υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών σημειώνεται αυθημερόν σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται στην οικεία γραμματεία.
- Όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σε αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι` αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου, που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, τη διάταξη που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης.
- Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου Πρωτοδικείου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή.»
Με τη ρύθμιση αυτή ο νέος Κ.Ποιν.Δ. είναι η αλήθεια ότι καταργούσε πολλές εξαιρέσεις από την υποχρέωση καθαρογραφών που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη του παλαιού Κ.Ποιν.Δ, την οποία παρέλαβε, αλλά δυστυχώς διατήρησε ανοιχτή την κερκόπορτα της δυνατότητας εξαίρεσης από την καθαρογραφή ποινικών αποφάσεων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τουλάχιστον όμως περιόρισε την εξαίρεση αυτή μόνο σε αποφάσεις του Πρωτοδικείου, όπως διάβασα πριν, αφού μόνο για αυτές προέβλεψαν η υπουργική εξουσία να εκδίδει σχετικές αποφάσεις. Αλλά η διάταξη όμως αυτή δεν κράτησε για πολύ. Το Νοέμβριο 2019, με το άρθρο 7 παράγραφος 21 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α 180/18.11.2019) η κυβέρνηση της Ν.Δ. τροποποίησε τη διάταξη της παραγράφου 4, η οποία παραμένει ακόμα και σήμερα αναλλοίωτη από τότε με το εξής περιεχόμενο :
«4. Οι αποφάσεις που αναβάλλουν τη δίκη κατά τα άρθρα 59, 61, 349 ή 352, χωρίς να έχει προηγηθεί έρευνα αποδεικτικών μέσων, δεν είναι αναγκαίο να καθαρογράφονται κατά τις προηγούμενες παραγράφους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες επιπλέον αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή. Σε κάθε περίπτωση καθαρογράφονται οι ερήμην καταδικαστικές αποφάσεις, οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις με τις οποίες λύεται οριστικά ένα ζήτημα, καθώς και εκείνες στις οποίες έχει δηλωθεί παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας.»
Όπως γίνεται αντιληπτό, με την τροποποίηση αυτή :
α) Διευρύνονται οι κατηγορίες των αποφάσεων που εξαιρούνται από την υποχρεωτική καθαρογραφή και ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονται πολλές που πιθανότατα έχουν σημαντικό νομικό ενδιαφέρον.
β) Παρέχεται ευρύτατη εξουσία στον Υπουργό Δικαιοσύνης να καθορίζει για ποιες επιπλέον αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή χωρίς κριτήρια και περιορισμούς.
γ) Διευρύνεται η δυνατότητα εξαίρεσης από την καθαρογραφή αποφάσεων που εκδίδουν όχι μόνο τα πρωτοδικεία, αλλά όλα τα δικαστήρια ουσίας στο ποινικό.
δ) Παρέχεται η δυνατότητα στην Ολομέλεια κάθε δικαστηρίου να γνωμοδοτεί πριν την έκδοση της Υπουργικής Απόφασης για τα παραπάνω. Η γνώμη βέβαια δεν είναι δεσμευτική για τον Υπουργό, δεν απαιτείται σύμφωνη γνώμη, αλλά οπωσδήποτε διαθέτει τη βαρύτητά της.
Αυτή είναι η πρώτη έκπληξη για όποιον ερευνά το νομικό καθεστώς που έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση των αθωωτικών αποφάσεων από τα νομικά περιοδικά και τις βάσεις δεδομένων της νομολογίας.
Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον τώρα η καταγραφή της θέσης των δικαστικών λειτουργών απέναντι στο συνταγματικό καθήκον δημοσιότητας της δίκης, της δυνατότητας ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων, της προώθησης της νομολογίας και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας.
Γιατί για όλα αυτά η νομική μεταστροφή της τροποποίησης αυτής ενάντια σε όλα τα παραπάνω είναι περισσότερο από προφανής. Και άρα είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο το δικαστικό σώμα θα ανταποκρινόταν στην πρόσκληση συνευθύνης που του απηύθυνε τότε η κυβέρνηση με τη διάταξη αυτή, για την οποία – ειρήσθω εν παρόδω – δεν θυμάμαι, όπως δυστυχώς και τώρα δεν βλέπω, καμία αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και των λοιπών θεσμικών φορέων εκπροσώπησης των εισαγγελέων και δικαστών, είτε με την παρούσα, είτε με προγενέστερες συνθέσεις τους.
Η δεύτερη έκπληξη είναι η αδυναμία εύρεσης Υπουργικών Αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 4 του άρθρου 142 Κ.Ποιν.Δ. (που τώρα πια είναι άρθρο 144 παρ. 4 με τη νέα αρίθμηση του Κ.Ποιν.Δ). Αυτές οι Υπουργικές Αποφάσεις είναι άφαντες κυριολεκτικά στις βάσεις νομικών δεδομένων και τράπεζες νομικών πληροφοριών.
Εν τούτοις χάρις στην υποτυπώδη αιτιολόγηση μιας απορριπτικής απάντησης σε αίτημα καθαρογραφής, διαπιστώσαμε την ύπαρξη της υπ. αριθμ. 2273/21.7.2020 Απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αφού μάταια την αναζητήσαμε και αυτήν στο Φ.Ε.Κ. και σε τράπεζες νομικών πληροφοριών, ακόμα και στην «Διαύγεια», απευθυνθήκαμε τελικά κατευθείαν στη Διοίκηση του Εφετείου Αθηνών, όπου την λάβαμε, όπως επίσης και την υπ. αριθ. 3/2020 γνώμη της Ολομέλειας Εφετών του Εφετείου Αθηνών.
Σε αυτή την γνώμη, αναφέρονται τα εξής ενδιαφέροντα :
Η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών συγκλήθηκε στις 04/06/2020 με συμμετοχή 115 από τους 306 υπηρετούντες δικαστές του Εφετείου, ενώ δεν εκπροσωπήθηκαν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, καθώς και ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθηνών, αν και είχαν λάβει σχετική πρόσκληση.
Τόση μεγάλη σημασία έδιναν αυτοί οι θεσμικοί φορείς σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.
Στη συνέχεια, συνεχίζει η απόφαση, ο πρόεδρος της Ολομέλειας έδωσε το λόγο στην Εισηγήτρια Πρόεδρο Εφετών, η οποία ανέγνωσε την εισήγησή της που έγινε ομόφωνα δεκτή και διατυπώθηκε η γνώμη της Ολομέλειας, η οποία με τη σειρά της σε λίγες μέρες (03/07/2020) διαβιβάστηκε στον υπουργό και στις 21/07/2020 είχε ήδη εκδοθεί η παραπάνω Υπουργική Απόφαση.
Σύμφωνα λοιπόν με την 2273/21.7.2020 Υπουργική Απόφαση και την υπ. αριθμ. 3/2020 ομόφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών :
«Δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή των πρακτικών των ποινικών αποφάσεων οι οποίες :
1) Είναι αναβλητικές
2) Παύουν οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου ή λόγω ανάκλησης της έγκλησης
3) Κηρύσσουν τη συζήτηση απαράδεκτη λόγω ελλείψεως κλητεύσεως ή νομίμου κλητεύσεως (προφανώς εννοεί ελλείψεως νομίμου κλητεύσεως) του κατηγορουμένου
4) Απορρίπτουν την έφεση ως ανυποστήρικτη κατ’ άρθρο 501.
5) Εκδίδονται επί όλων των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 497, 471 Κ.Πολ.Δ (προφανώς εννοεί Κ.Ποιν.Δ.) συγχώνευσης ποινών, ανάκλησης λιπομαρτυρίας, συμπλήρωσης ή διόρθωσης απόφασης, χορήγησης άδειας ενόρκων, ανάκλησης λιπενορκίας κλπ).
6) Είναι ομόφωνα αθωωτικές (σ.σ. εδώ είμαστε), με εξαίρεση τα Μ.Ο.Ε., στις οποίες η ποινική δίωξη έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως και δεν υπάρχει παθών ή δεν έχει υποστηριχθεί κατηγορία, πλην εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επικύρωση κατάσχεσης και δήμευση κατασχεθέντων».
Όπως γίνεται αντιληπτό, εξαιρείται το σύνολο σχεδόν των αθωωτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, καθώς ελάχιστες λαμβάνονται πια χωρίς ομοφωνία, αυτές που εκδίδουν τα Εφετεία που αποτελούνται αποκλειστικά από τακτικούς δικαστές, σε αντίθεση με τις αποφάσεις των Μικτών Ορκωτών Εφετείων (Μ.Ο.Ε.), οι οποίες οι οποίες κατά ένα μεγάλο μέρος καθαρογράφονται, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται από την καθαρογραφή άρα και από την έκθεση σε κριτική και έλεγχο κατά προτίμηση οι αποφάσεις των τακτικών δικαστών είναι ζήτημα που αξίζει ιδιαίτερο προβληματισμό.
Προτού ολοκληρώσω το ενημερωτικό μέρος του παρόντος, κρίνω αναγκαίο να επισημάνω στο κείμενο της παραπάνω γνώμης της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών ότι αναφέρεται ότι «σε προηγηθείσα Υπηρεσιακή Συνέλευση των Δικαστικών Υπαλλήλων αποφασίστηκε να ομόφωνα να ζητηθεί να μην καθαρογράφονται μεταξύ άλλων οι αθωωτικές αποφάσεις επί υποθέσεων που δεν παρίσταται πολιτική αγωγή και να συντάσσονται μόνο αποσπάσματα αυτών».
Ενώ, το πολύ σύντομο σκεπτικό με το οποίο η εισηγήτρια πέτυχε να εγκριθεί ομόφωνα η πρόταση της ήταν ότι “..τυχόν αποδοχή της εισήγησης αυτής θα απαλλάξει τους δικαστικούς υπαλλήλους από σημαντικό πρόσθετο έργο και θα εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος για την καθαρογραφή των καταδικαστικών αποφάσεων που σε αρκετές περιπτώσεις καθυστερούν υπέρμετρα με συνεπαγόμενο αποτέλεσμα και εξ αυτού του λόγου καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης…”.
Σύμφωνος τέλος με την εισήγηση τάχθηκε και ο παρασταθείς Εισαγγελέας Εφετών που βρισκόταν στις εργασίες της Ολομέλειας.
Όλοι αυτοί είναι πιθανό να ισχυρίζονται (αν και, όπως προκύπτει, δεν το πολυδιαλαλούν) ότι παρήγαγαν δίκαιο, αλλά μόνο αυτό δεν έκαναν. Διαμόρφωσαν ένα ελαττωματικό κανόνα, ο οποίος παραβιάζει πολλαπλά το ισχύον δίκαιο και τις αρχές του, σφαγιάζει τα δικαιώματα των αθωωθέντων και προστατεύει την αδιαφάνεια των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα :
- Η παράλειψη δημοσίευσης στο Φ.Ε.Κ. μιας οποιασδήποτε Υπουργικής Απόφασης και δεκάδων άλλων που ισχύουν στα δικαστήρια της χώρας καθιστά αμφίβολο εάν ως διοικητική πράξη είναι ακόμα και υποστατή και, συνεπώς, εάν παράγει έννομες συνέπειες. Είναι γνωστό ότι προϋπόθεση του υποστατού, ούτε καν του κύρους των διοικητικών πράξεων, και μάλιστα κανονιστικών αποτελεί η δημοσίευσή τους. Μια κανονιστική Υπουργική Απόφαση μη δημοσιευμένη είναι όχι απλά άκυρη, αλλά ανυπόστατη, ανύπαρκτη.
2) Οι αιτίες μη δημοσίευσης όμως, πέραν των νομικών τους συνεπειών, αναδεικνύουν την αδιαφάνεια με την οποία το Υπουργείο Δικαιοσύνης μεθόδευσε τη στέρηση στους κατηγορούμενους που αθωώνονται το δικαίωμα να διαβάσουν και να διατηρήσουν το σκεπτικό της αθώωσής τους.
3) Το ίδιο ισχύει και για όλες τις “κρυμμένες” γνώμες της Ολομέλειας των δικαστών των δικαστηρίων της χώρας που έχουν εκδοθεί με παρόμοιο περιεχόμενο και, ενώ αποτελούν ουσιώδη τύπο για την έκδοση των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων, επίσης δεν δημοσιεύονται.
Ας πάμε όμως στην ουσία της ρύθμισης που είναι το σημαντικότερο. Η στέρηση του δικαιώματος διατύπωσης του σκεπτικού και των πρακτικών της αθωωτικής ποινικής δίκης, πέρα από την προαναφερθείσα αντισυνταγματικότητά της :
1) Παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην προσωπικότητα και στη δίκαιη δίκη, αφού αποστερεί στον κατ’ αμάχητο τεκμήριο πλέον αθώο τη δυνατότητα δημόσιας διατύπωσης της αθωότητάς του, όταν τα κατηγορητήρια, κλητήρια θεσπίσματα και παραπεμπτικά βουλεύματα καθώς και οι πρωτόδικες καταδικαστικές αποφάσεις παραμένουν εσαεί γραμμένα με δυσμενές περιεχόμενο γι’ αυτόν.
2) (και πολύ σημαντικό…) Εμποδίζει την πρόοδο της νομολογίας και εν τέλει βλάπτει την ίδια τη νομική επιστήμη, ιδίως σε φιλελεύθερες, υπερασπιστικές δικαστικές αποφάσεις και, βέβαια περιφρονεί το μόχθο των «συμπραττόντων των λειτουργών της δικαιοσύνης», όπως μας λένε, δικηγόρων, που αυξάνεται ολοένα στις ποινικές δίκες με την επιμέλεια σύνταξης αυτοτελών ισχυρισμών, ενστάσεων, αντιρρήσεων, δηλώσεων και υπομνημάτων για καταχώριση στα πρακτικά, όταν αυτά επιτυγχάνουν νομικό αποτέλεσμα. Κι εν τέλει, όπως προείπα, εμποδίζει την πρόοδο της ίδιας της νομικής επιστήμης.
3) Κωλύει την άσκηση ένδικων μέσων εναντίον αθωωτικών αποφάσεων στο μέτρο που αυτή εξαρτάται από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει καθαρογραφή πρακτικών και σκεπτικού.
4) Κωλύει την άσκηση εννόμων δικαιωμάτων του αθωωθέντος εναντίον ψευδομαρτύρων ή ψευδομηνυτών, αφού αρνείται αδικαιολόγητα να τον εξοπλίσει με το αποδεικτικό στοιχείο που αποκαλύπτει το αληθές των ισχυρισμών του.
5) Καθιστά αδύνατη κάθε διαδικασία διόρθωσης η συμπλήρωσης (του άρθρου 145 Κ.Ποιν.Δ. .
6) Ματαιώνει τη λήψη της από οποιονδήποτε τρίτο έχοντα έννομο συμφέρον κατ’ άρθρο 147 Κ.Ποιν.Δ. .
7) Παραβιάζει τη δημοσιότητα της δίκης, αυτού αυτή, όπως προαναφέρθηκε, εκτείνεται και στη δημοσιοποίηση του σκεπτικού της αθωωτικής απόφασης, που βεβαίως δεν απαγγέλλεται ποτέ στο ακροατήριο.
8) Παραβιάζει τη υποχρέωση αιτιολογίας εκ του άρθρου 139 Κ.Ποιν.Δ., αλλά και στερεί τη δυνατότητα ελέγχου της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης τόσο από τον λαό όσο και από τα υπερκείμενα δικαστικά όργανα, αφού ο έλεγχος της αιτιολογίας προϋποθέτει αυτονόητα τη διατύπωση της.
9) Ανάβει «πράσινο φως» στη συγκάλυψη των αστυνομικών και κρατικών αυθαιρεσιών που κατά σύστημα οδηγούν σε αυτεπάγγελτες ποινικές διώξεις και ενισχύει την κρατική καταστολή, αφού απαγορεύει στα θύματά της να αποδεικνύουν την αυθαιρεσία της.
10) Ενισχύει την αδιαφάνεια δικαστικών κρίσεων και την έλλειψη λογοδοσίας των δικαστών.
11) Αυτό είναι οψιγενές, παρότι προβλέψιμο, αλλά έχει μια σημασία : Οδηγεί σε σπατάλη τα χρήματα που δίνονται από το δημόσιο προϋπολογισμό για την ηχογράφηση και απομαγνητοφώνηση των πρακτικών των ποινικών δικών και τα οποία καθιστούν πολύ ευκολότερη την σύνταξη των επίσημων πρακτικών.
Αυτή, καθιερώθηκε αργότερα υποχρεωτικά, με το άρθρο 143 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. και κατ’ εξουσιοδότηση αυτής με την υπ’ αριθμόν 6916/05.02.2021 ΦΕΚ Β 490/9.2./2021) Υπουργική Απόφαση. Αυτή λοιπόν καθιερώθηκε και είναι πολύ ευκολότερη πλέον η σύνταξη των πρακτικών, πράγμα που δεν υπήρχε το 2020.
Συνεπώς, κάποιες κατηγορίες αποφάσεων που έχουν εξαιρεθεί από την υποχρεωτική καθαρογραφή, όπως για παράδειγμα οι αναβλητικές, που πολλές φορές είναι αποφάσεις ουσίας, ΄ποταν διεξάγεται μια δίκη, φθάνει μέχρι ενός ορίου, αναβάλλεται για κρείσσονες αποδείξεις, πας την επόμενη φορά και δεν σου δίνουν τα πρακτικά της προηγούμενης. Και αυτό αλλοιώνει την αποδεικτική διαδικασία που έχει γίνει.
Φυσικά, ο κόπος της σύνταξης του σκεπτικού της απόφασης δεν μετριάζεται. Αυτό όμως αποτελεί υποχρέωση του δικαστή που ανήκει στον σκληρό πυρήνα της δικαιοδοτικής του αποστολής, υπαγορευόμενη μάλιστα και από το άρθρο 369 Κ.Ποιν.Δ, το οποίο μάλιστα υποχρεώνει, ασχέτως αν δεν τηρείται στην πράξη, τη διατύπωση, συνοπτικά έστω, του σκεπτικού της στο ακροατήριο, της απόφασης, και προφανώς κατισχύει του άρθρου 142, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η παραπάνω αλληλουχία νομικών κανόνων είναι σύννομη, διότι ρυθμιστέα ύλη των άρθρων 141, 142 και 143 Κ.Ποιν.Δ. είναι μόνο τα πρακτικά της δίκης και όχι η σύνταξη του σκεπτικού των αποφάσεων.
Ακόμα και από αυτή την οπτική γωνία, οι παραπάνω Υπουργικές Αποφάσεις και οι προηγηθείσες ως ουσιώδης τύπος τους γνώμες είναι ανίσχυρες, διότι εκδίδονται εκτός πλαισίου νομοθετικής εξουσιοδότησης όσων αφορούν, διότι ρυθμίζουν για την μη καθαρογραφή του σκεπτικού και όχι για τα πρακτικά.
Δεν πρόκειται συνεπώς μόνο για δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και αδράνεια, όσο πολύτιμος σύμμαχος και αν τους στέκεται, αλλά για πολιτική επιλογή που υλοποιείται μέσα σε ένα ευρύτερο περιβάλλον προσπάθειας περιορισμού δικονομικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Θέλουν μια δικαιοσύνη που να καταγράφει τις εντολές του κατασταλτικού κράτους, αλλά όχι και τις ήττες του.
Σε μια περίοδο όμως που η λαϊκή απαίτηση για δικαιοσύνη έχει φέρει στους δρόμους εκατομμύρια ανθρώπων, τρία χρόνια μετά από το έγκλημα των Τεμπών η ανοχή τέτοιου είδους πρακτικών είναι ανεπίτρεπτη, καθώς η διατήρησή τους εγγυάται αβίαστα την υπεροχή της δημοσιότητας του κατασταλτικού νομικού λόγου απέναντι στον υπερασπιστικό και την κατίσχυση του τεκμηρίου ενοχής απέναντι στο τεκμήριο αθωότητας. Το άρθρο 142 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να καταργηθεί άμεσα και αντί αυτού να προβλεφθεί η ανεξαίρετη υποχρέωση καθαρογραφής όλων των δικαστικών αποφάσεων. Όπως γίνεται, χωρίς ποτέ να τεθεί σε αμφισβήτηση, σε όλες τις αστικές και διοικητικές δίκες.
Και μέχρι να γίνει αυτό, οι ολομέλειες των δικαστών των δικαστηρίων και οι υπηρεσιακές συνελεύσεις των υπαλλήλων αντίστοιχα της χώρας πρέπει να συγκληθούν και να αποφανθούν για την αυτεπάγγελτη καθαρογραφή κάθε αθωωτικής απόφασης ανεξαιρέτως και σε όλες τις περιπτώσεις.
Αυτό που διεκδικούμε και ζητάμε να αποφασισθεί στη σημερινή διαδικασία είναι :
1) Αφενός η άμεση μεταβολή του περιεχομένου της γνώμης της Ολομέλειας Εφετών και η επιδίωξη άμεσης έκδοσης νόμιμης, πάντως, (δηλαδή δημοσιευόμενης στο ΦΕΚ) Υπουργικής απόφασης με την οποία θα προβλέπεται η καθαρογραφή όλων των αθωωτικών αποφάσεων εφεξής, τουλάχιστον εφόσον το ζητούν η διάδικος ή παραστάς συνήγορος, χωρίς την παραμικρή υποχρέωση επίκλησης εννόμου συμφέροντος και αιτιολόγησης της αίτησης, διότι το έννομο συμφέρον του διαδίκου για τη σύνταξη του σκεπτικού απόφασης στην οποία παρέστη είναι αυτονόητο.
2) Και αφετέρου να ληφθεί απόφαση για την ex tunc ρύθμιση των εκκρεμών και μη καθαρογραφεισών δικαστικών αθωωτικών αποφάσεων της περιόδου 2019 – 2026, που είναι χιλιάδες… «χαμένες» αθωωτικές δικαστικές αποφάσεις σε όλη αυτή την χρονική περίοδο ισχύος δηλαδή αυτού του νομικού καθεστώτος και να αποφασισθεί η αποδοχή όλων των αιτήσεων καθαρογραφής τους, εφόσον αυτή υποβληθεί σε εύλογο χρόνο από τη σύγκληση της Ολομέλειας Εφετών – ενδεικτικά σε ένα έτος.
Για το σκοπό αυτό θεωρούμε αναγκαία τη σύγκληση και τον συντονισμό όλων των δυνάμεων και των φορέων του νομικού κόσμου.
Αμφισβητούμε την αρθρογραφία ότι το ζήτημα συνιστά διαμάχη ανάμεσα σε δικαστές και δικηγόρους. Διότι πλην ενός δημοσιεύματος προσωπικής άποψης δικαστή και όχι γνώμης θεσμικού φορέα που τάσσεται κατά της καθαρογραφής των αθωωτικών, αντιτάσσεται μια πληθωρική υποστηρικτική αρθρογραφία και έκφραση του νομικού κόσμου που διεκδικεί το αυτονόητο, την καθαρογραφή των δικαστικών αποφάσεων.
Για να είμαστε δε και ακριβείς, η λέξη «καθαρογραφή» δεν αποδίδει καν την ορθή έννοια του θέματος, καθώς η «καθαρογραφή», υπόλειμμα διατύπωσης άλλων εποχών, προϋπέθετε την μετατροπή του χειρογράφου του δικαστή σε επίσημο δακτυλογραφημένο κείμενο. Τέτοιο χειρόγραφο πλέον δεν υφίσταται, ούτε υφίστατο στην ποινική διαδικασία ποτέ και ιδίως σε διάθεση των διαδίκων. Αρα συζητάμε για εξ αρχής διατύπωση του σκεπτικού της απόφασης και όχι για την πληκτρολόγηση υπάρχοντος χειρογράφου.
Εχουν πάρει ήδη θέση υπέρ του αιτήματος του Δ.Σ.Α. ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς και έπονται όλοι οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας, η «Ενωση Ποινικολόγων», η «Ενωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων», ο «Επιστημονικός Σύνδεσμος οι Ποινικολόγιοι», η Συντακτική Επιτροπή του Νομικού Βήματος, πολλά νομικά περιοδικά και βάσεις νομικών δεδομένων και ιστοσελίδες (ενδεικτικά : dikastis.blogspot.com, daily.nb.org, lawspot. gr, ΤΝΠ Σόλων), ο επίτιμος Αρεοπαγίτης κ. Λέανδρος Ρακιντζής κ.α.
Εμείς απευθυνόμαστε και από αυτό το βήμα και στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και στον Σύλλογο Δικαστικών Υπαλλήλων Αθηνών να καταρρίψουν κάθε συντεχνιακό κίνητρο απόρριψης του αιτήματος αυτού και κάθε σύνταξη με τους φορείς εξουσίας που το έχουν προκαλέσει.
Αυτή τη συναλλαγή, με την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να σας κλείσει το μάτι προτείνοντας «δεν μπορούμε να σας δώσουμε παραπάνω μισθούς ή να κάνουμε προσλήψεις, αλλά σας απαλλάσσουμε από μια αγγαρεία» ήρθε η ώρα να καταγγελθεί. Δεν αποτελεί αγγαρεία η διατύπωση των αθωωτικών δικαστικών αποφάσεων, αποτελεί υποχρέωση όλων των θεσμικών φορέων της δικαιοσύνης απέναντι στην κοινωνία, η οποία επιτέλους δικαιούται όταν βλέπει εσαεί γραμμένα τα κατηγορητήρια και τα παραπεμπτικά βουλεύματα, να βλέπει γραμμένες και τις αθωωτικές αποφάσεις. Η πρόσκληση συνευθύνης της κυβέρνησης πού αποσκοπεί στη θωράκιση ενός κατασταλτικού κράτους περιοριστικού των δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να πάψει να βρίσκει συμμάχους μέσα από το χορό των θεσμικών φορέων απονομής της δικαιοσύνης.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ήταν και θα είναι πάντοτε σύμμαχος και αλληλέγγυος κάθε διαμαρτυρίας, διεκδίκησης και κινητοποίησης και των δικαστών και των γραμματέων για τη βελτίωση των υλικοτεχνικών υποδομών που σχετίζονται με την εκπλήρωση του συνταγματικού δικαιώματος έννομης και δικαστικής προστασίας.
Ομως η παράλειψη καθαρογραφής (ορθότερα σύνταξης του σκεπτικού) των αθωωτικών και όλων γενικά των ποινικών αποφάσεων πρέπει να σταματήσει εδώ και τώρα.
Σας ευχαριστώ
Παρακαλούμε να καταχωρηθεί στα πρακτικά της συνέλευσης.
Αθήνα, 17.2.2026.
Κώστας Παπαδάκης
Δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ. και εκπρόσωπος του Δ.Σ.Α.