facebook

1. Χρονική Διάρκεια Παραχώρησης Χρήσης Οικογενειακής Στέγης με Όριο την Ενηλικίωση Τέκνου

 

2.Συμβατότητα άρθρου 1393 ΑΚ με Σύνταγμα και Πρώτο Πρόσθετο Πρωτοκόλλο ΕΣΔΑ

 

3.Περάτωση και Κατάργηση Δίκης

 

4.Αλυσιτέλεια Λόγων Αναίρεσης

 

5.Ρύθμιση Οικογενειακής Στέγης – 1393 ΑΚ

 

6.Αποδοχή Αγωγής – 298 ΚΠολΔ

 

7.Δικαστική ομολογία – 352 ΚΠολΔ

 

8.Συμβιβασμός – 871 ΑΚ

 

9.ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (απαράδεκτοι) οι

εκ του άρθρου 559 παρ. 1, 19, 8 άλλως 9, άλλως 10 λόγοι αναίρεσης

(Προσβολή Επάλληλων Αιτιολογιών Απόφασης)

 

Στην περίπτωση διάστασης των συζύγων υποχωρεί η προβλεπόμενη, από τη διάταξη του άρθρου 1386 ΑΚ, υποχρέωση για συμβίωση και με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, δίνεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, ύστερα από αγωγή ενός των συζύγων, για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, δηλαδή της κατοικίας στην οποία οι σύζυγοι, στο πλαίσιο των άρθρων 1386 και 1387 ΑΚ, συναποφάσισαν και, από τη σύναψη του γάμου τους, ανέπτυσσαν την κοινή συζυγική τους δραστηριότητα. Έτσι, όταν διακοπεί η συμβίωση, το δικαστήριο, μέσα στην εξουσία του να προστατεύσει την οικογένεια, μπορεί, με καταψηφιστική του απόφαση, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων, ακόμη και αν τούτο ανήκει αποκλειστικά ή κατά ποσοστό στον άλλο σύζυγο, ή εάν ο άλλος σύζυγος έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η ρύθμιση της χρήσης της συζυγικής στέγης σε εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης, δεν έχει μονιμότητα. Διαρκεί όσο διαρκεί η διάσταση, δηλαδή από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου. Η απόφαση αυτή παύει αυτοδικαίως μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με τα δικαιώματα στο ακίνητο της οικογενειακής στέγης διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου. Η σχετική απόφαση μπορεί να τροποποιηθεί ή μεταρρυθμιστεί, κατά τη διάρκεια ισχύος της, σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων που επέβαλαν την κατά το συγκεκριμένο τρόπο ρύθμιση. Η εκτεθείσα παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, ακόμη και στην περίπτωση που το ακίνητο ανήκει στον άλλο σύζυγο, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1393 ΑΚ, είναι επιτρεπτή, γιατί συνιστά επιβαλλόμενο με δικαστική απόφαση περιορισμό της ιδιοκτησίας, χάριν του συμφέροντος της οικογένειας, το οποίο εμπίπτει στο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, γενικό συμφέρον, ενόψει και του ότι, κατ’ άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, τόσο η οικογένεια όσο και η παιδική ηλικία, τελούν υπό την προστασία του Κράτους και συνεπώς, δεν παραβιάζει τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος, ούτε είναι αντίθετη με την προστατευτική της περιουσίας διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί, οι επιβαλλόμενοι με δικαστική απόφαση περιορισμοί σε έναν, από τους ευρισκόμενους σε διακοπή της συμβίωσής τους, συζύγους στη χρήση της οικογενειακής στέγης, είναι απότοκοι της φύσης και του σύστοιχου με αυτή προορισμού του πράγματος αυτού (ΑΠ 1922/2005). Η ιδιόρρυθμη σχέση που δημιουργείται με την παραχώρηση της χρήσης στο σύζυγο που δεν έχει δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, δεν στερεί από τον άλλο σύζυγο, που είναι κύριος αυτού, την εξουσία διάθεσής του, και μπορεί να εκποιήσει τούτο σε τρίτο, με τον κίνδυνο μόνο ενδεχόμενης ευθύνης του έναντι του δικαιούχου της χρήσης συζύγου σε αποζημίωση (άρθρο 919 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο σχετικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1880/2008, ΑΠ 219/1999). Η σύμφωνη με την προαναφερόμενη διάταξη παραχώρηση της χρήσης, γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλουν, κατά περίπτωση, η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς τον σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο, όπως επίσης να γίνεται με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα, το οποίο είναι δυνατόν να υπολογισθεί ή και να μην υπολογισθεί κατά τον καθορισμό της διατροφής, που οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στον άλλο σύζυγο ή στα τέκνα του (ΑΠ 1630/2002, ΑΠ 792/2000). Εξάλλου, με τη ρυθμιστική της χρήσης της οικογενειακής στέγης ως άνω διάταξη, θεσπίζεται ενδοτικού δικαίου ρύθμιση και, συνεπώς, δεν εμποδίζονται οι διάδικοι να συμφωνήσουν διαφορετικά ως προς τη διάρκεια της παραχώρησης.

 

Αποδοχή Αγωγής – 298 ΚΠολΔ

 

Με τη διάταξη του άρθρου 298 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ο εναγόμενος μπορεί να αποδεχθεί την αγωγή, αναγνωρίζοντας ολικά ή μερικά το δικαίωμα που έχει ασκηθεί με αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Αντικείμενο της αποδοχής είναι η δήλωση του εναγομένου ότι αναγνωρίζει την ασκηθείσα με την αγωγή αξίωση, δηλαδή τη διαγνωστέα έννομη συνέπεια (το συμπέρασμα του δικονομικού συλλογισμού). Εφόσον κριθεί ότι η αποδοχή είναι παραδεκτή, δεν καταργείται αυτοδικαίως η δίκη. Το δικαστήριο δεν ερευνά πλέον τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αλλά με βάση την αποδοχή υποχρεούται να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με αυτή. Το αποτέλεσμα της αποδοχής επέρχεται και αν ακόμη η αγωγή είναι νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ή ελλείπει το έννομο συμφέρον ή είναι αόριστη. Η δικαστική απόφαση που εκδίδεται με βάση την αποδοχή είναι οριστική και υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα (ΑΠ 712/2014), ο εναγόμενος, δε, μπορεί να προσβάλει την απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν της εκ μέρους του αποδοχής της απόφασης, μόνο εφόσον στηρίχθηκε σε ανύπαρκτη αποδοχή ή όσον αφορά το κύρος της αποδοχής του. Η αποδοχή της αγωγής διαφέρει από την ομολογία. Η αποδοχή της αγωγής είναι η μονομερής διαδικαστική εκείνη πράξη που προέρχεται από τον εναγόμενο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα, απευθύνεται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου επιχειρείται και μπορεί να γίνει ρητά, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, δηλαδή με δήλωση του εναγομένου ενώπιον του δικαστηρίου η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά (άρθρα 297, 298 και 256 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ), ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον ενάγοντα (άρθρα 297 και 298 ΚΠολΔ) είτε με καταχώριση της σχετικής δήλωσης στις προτάσεις του εναγομένου (άρθρα 115 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή σιωπηρά με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς, Η αποδοχή, αντικείμενο έχει, όχι την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της αγωγής, αλλά το αίτημα αυτής και αναγνωρίζεται, ολικά ή εν μέρει, το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα, δηλαδή οι έννομες συνέπειες των οποίων ζητείται η διάγνωση. Εφόσον η αποδοχή γίνεται από πρόσωπο που έχει τέτοιο δικαίωμα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, συνεπάγεται την έκδοση απόφασης σύμφωνης με την αποδοχή και αν ακόμη η αγωγή είναι αόριστη ή νομικά και κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Δεν επεκτείνεται όμως στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αποδοχής και έτσι, παρά την αποδοχή, μπορεί η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη για το λόγο αυτό. Αλλά κατά τη ρητή διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, η επέλευση των αποτελεσμάτων της αποδοχής εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ουσιαστικού δικαίου. Ο όρος αυτός έχει την έννοια, ότι ο αποδεχόμενος πρέπει να έχει απεριόριστη εξουσία διάθεσης του επίδικου δικαιώματος και το αντικείμενο της διαφοράς να μην εκφεύγει αυτής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν η επίδικη έννομη σχέση ρυθμίζεται από κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται κατόπιν της αποδοχής, να μην περιέχει, ενόψει του περιεχομένου της, αιτιολογίες σχετικά με την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αξίωσης, να μη μπορεί κατά κανόνα να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης από αυτόν που αποδέχθηκε την αγωγή, διότι ο εκκαλών στερείται του προς τούτο εννόμου συμφέροντος, εκτός αν προβάλλεται το παράπονο ότι η απόφαση στηρίχθηκε σε ανύπαρκτη ή ελαττωματική (λόγω πλάνης, απάτης, απειλής) δήλωση βούλησης, τα περιστατικά της οποίας μπορούν να προταθούν και στη δίκη ενώπιον του Εφετείου.

 

 

Δικαστική ομολογία – 352 ΚΠολΔ

 

Η δικαστική ομολογία, αποτελεί αποδεικτικό μέσο και έχει πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφέρεται, δε, στην ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή στα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναγνωρίζονται ως αληθή. Εξάλλου, αν δεν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δικαστική ομολογία που επικαλέστηκε ο αντίδικος του διαδίκου που ομολόγησε, ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ενώ αν δεν ληφθεί υπόψη η δήλωση του εναγόμενου για ολική ή μερική αποδοχή της αγωγής που επικαλέστηκε στο εφετείο ο ενάγων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού η πιο πάνω δήλωση, ως αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αποτελεί “πράγμα”, κατά την έννοια της άνω διάταξης, που έχει έννομο συμφέρον να προτείνει και ο ενάγων (ΑΠ 956/2004, ΑΠ 1059/2001, ΑΠ 325/2001).

 

Συμβιβασμός – 871 ΑΚ

 

Η αποδοχή της αγωγής διαφέρει από το συμβιβασμό. Κατά το άρθρο 871 του ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού ο οποίος φέρει το χαρακτήρα αμφοτεροβαρούς σύμβασης και δεν απαιτείται κατ’ αρχήν η τήρηση κάποιου, ιδιαίτερου τύπου για τη σύναψή του, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τη φιλονικία τους ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 ΚΠολΔ, οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο δικαστικός συμβιβασμός αντίθετα με την αποδοχή της αγωγής, προϋποθέτει διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων για κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλόμενων. Γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή ή συμβολαιογράφου και συνιστά νόμιμο και αυτοτελή λόγο κατάργησης της δίκης (ΑΠ 586/2017). Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύνεται με υποχώρηση μόνον του ενός από τα μέρη, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση (ΑΠ 1044/2007, ΑΠ 42/2006). Εξάλλου οι δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ (ΟλΑΠ 578/1980, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).

 

 

 

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (απαράδεκτοι) οι

εκ του άρθρου 559 παρ. 1, 19, 8 άλλως 9, άλλως 10 λόγοι αναίρεσης

 

(Προσβολή Επάλληλων Αιτιολογιών Απόφασης)

 

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς, και, συνεπώς, απαράδεκτοι, κατ’ άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά στη μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες και κατ’ ακολουθία, η τυχόν αποδοχή των λοιπών αιτιολογιών, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 420/2017).

Ο αναιρεσείων, με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους, ζητεί την αναίρεση της ως άνω απόφασης, προβάλλοντας τις ακόλουθες αιτιάσεις: α) Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, παραπονείται ότι το Εφετείο δεν προσέτρεξε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση αυτού και της αναιρεσίβλητης, σχετικά με το ζήτημα του περιεχόμενου του δικαστικού συμβιβασμού τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ειδικότερα για το ζήτημα της χρονικής διάρκειας της παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης, παρά την αμφιβολία που προέκυψε για το θέμα αυτό, και επικουρικά (σε περίπτωση που προσέφυγε) ότι προέβη σε εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Αποδίδει έτσι πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. β) Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, και στηριζόμενο σε ανύπαρκτη δική του ομολογία στα πλαίσια του επιτευχθέντος μεταξύ των διαδίκων συμβιβασμού, παραχώρησε τη χρήση της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη, μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου τους. γ) Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106 και 293 ΚΠολΔ. Σχετικά με το λόγο αυτό, ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων επιτεύχθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικαστικός συμβιβασμός και παραχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη η χρήση της οικογενειακής στέγης, χωρίς να συμφωνηθεί και να προσδιοριστεί το χρονικό διάστημα της χρήσης, ζήτημα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της συμφωνίας και του συμβιβασμού. Ότι παρά ταύτα, το Εφετείο, στηριζόμενο σε ανύπαρκτη δική του σχετική ομολογία, παραχώρησε τη χρήση της οικογενειακής στέγης μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, ως περιεχόμενο του συμβιβασμού, και έτσι δέχθηκε περισσότερα από εκείνα που ο ίδιος και η αναιρεσίβλητη διέθεσαν ενώπιόν του, άλλως επιδίκασε πράγματα που δεν ζητήθηκαν και ούτε συμφωνήθηκαν με το δικαστικό συμβιβασμό. Με τις αιτιάσεις αυτές, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αρ. 8 άλλως 9, άλλως 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. δ) Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της, άλλως παραβίασε τα επικαλούμενα ως διδάγματα κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 173, 200, 871 και 1393 ΑΚ και για το λόγο αυτό κατέληξε στην εσφαλμένη κρίση του περί παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου τους, ως σύμφωνη με τον επιτευχθέντα δικαστικό συμβιβασμό ως προς το ζήτημα τούτο, καίτοι τα διδάγματα αυτά αποτελούσαν ουσιώδη στοιχεία για την προσφυγή του Εφετείου στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, για να εξεύρει την αληθινή βούληση των υποκειμένων του δικαστικού συμβιβασμού για το θέμα της χρονικής ισχύος της παραχώρησης αυτής, άλλως εσφαλμένα ερμήνευσε τις εκατέρωθεν δηλώσεις με τις οποίες επιτεύχθηκε ο συμβιβασμός, αποδίδοντας την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Στην υπό κρίση περίπτωση, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Εφετείο ως προς το περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα για το σχετικό αίτημα αυτής, δέχθηκε ότι με την αγωγή ζητήθηκε, εκτός των άλλων, η “αποκλειστική παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στην ενάγουσα και το ανήλικο τέκνο τους δηλαδή ενός διαμερίσματος του 4ου ορόφου επί της οδού …, με την ανοικτή θέση στάθμευσης και την αποθήκη που αντιστοιχούν σε αυτό, ιδιοκτησίας του εναγομένου και μέχρι της ενηλικιώσεως του τέκνου τους”. Επίσης (δέχθηκε) ότι “Κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου συζήτηση οι διάδικοι ήλθαν σε συμβιβασμό, αφού περιόρισαν μέρος των αιτημάτων τους, ο οποίος αποτέλεσε περιεχόμενο της εκκαλουμένης“.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω τέσσερις πρώτους επίμαχους λόγους αναίρεσης ως αλυσιτελείς, δεχόμενο πως ο αναιρεσείων δεν προσβάλει την απόφαση για την παραδοχή της ότι αυτός αποδέχθηκε την, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, αγωγή και την έκδοση αυτής σύμφωνα με την αποδοχή, αλλά με αυτούς προβάλλει πλημμέλειες του Εφετείου που αφορούν την κρίση αυτού για το ότι αποτέλεσμα του συμβιβασμού των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, ήταν και η συγκεκριμένη διάρκεια της παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη.

Πλην όμως, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το δικανικό πόρισμα περί παραδοχής της ένδικης αγωγής με την παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου των διαδίκων και ως εκ τούτου περί απόρριψης της έφεσης του αναιρεσείοντος παραπονούμενου για την όμοια κρίση της οριστικής απόφασης, το Εφετείο, στήριξε κατά κύριο λόγο στην αποδοχή από τον αναιρεσείοντα της αγωγής, όπως το περιεχόμενο του δικογράφου της εκτιμήθηκε απ’ αυτό, ότι περιέχει, δηλαδή, αίτημα παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου και επάλληλα στην επίτευξη συμβιβασμού των διαδίκων στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την έκδοση απόφασης με διατακτικό σύμφωνο με το αποτέλεσμα του συμβιβασμού. Εφόσον, όμως, αυτή η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν πλήττεται με τους τέσσερις πρώτους λόγους της αναίρεσης και δεν πλήττεται επιτυχώς, όπως παρακάτω εκτίθεται, με τον πέμπτο τούτων, οι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν μόνο την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της επίτευξης συμβιβασμού και της έκδοσης απόφασης σύμφωνης με το αποτέλεσμα αυτού, είναι αλυσιτελείς, αφού η κύρια αιτιολογία, αυτοτελώς, στηρίζει το διατακτικό αυτής και εντεύθεν απαράδεκτοι.

 

 

Απορριπτέοι ως απαράδεκτοι

οι εκ του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 λόγος αναίρεσης

 

Με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ και παραχώρησε τη χρήση της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη, μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου τους, μολονότι η ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη, έχει ισχύ μόνο για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η διακοπή της συμβίωσης και όχι για το χρόνο μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου με διαζύγιο, και, περαιτέρω, διότι και η περιορισμένη χρονικά, για το διάστημα διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, δυνατότητα παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, μολονότι ανήκει στην κυριότητα του άλλου συζύγου, είναι αντίθετη προς το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, μέμφεται το Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεδομένου ότι παραχώρησε τη χρήση της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, χωρίς καμιά αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, προβάλλοντας πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος, με το πρώτο μέρος του, πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1393 ΑΚ, ως προς τη χρονική διάρκεια της παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης στην αναιρεσίβλητη μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, μολονότι, κατά τη διάταξη αυτή, η ρύθμιση αφορά μόνο το χρονικό διάστημα μέχρι τη λύση του γάμου, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, μετά την παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε την αγωγή ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης κατά τον αιτούμενο με αυτή τρόπο και διάρκεια, το Δικαστήριο δεν εξετάζει, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, τη νομιμότητα του αιτήματος αυτού της αγωγής, αλλά είναι υποχρεωμένο να δεχθεί τούτο και να εναρμονίσει την απόφασή του σύμφωνα με το αίτημα αυτής, ανεξάρτητα από τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της. Πέραν, δε, τούτου, διότι η σχετική διάταξη είναι, όπως προαναφέρθηκε, ενδοτικού δικαίου και συνεπώς, ο αναιρεσείων, μπορεί, αποδεχόμενος σχετικό αίτημα της συζύγου του, να παραχωρήσει τη χρήση αυτής για διαφορετικό χρόνο από τον οριζόμενο στη διάταξη. Επιπλέον, διότι ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον το Εφετείο δεν παραχώρησε με την απόφασή του τη χρήση της οικογενειακής στέγης για χρόνο μετά τη λύση του γάμου, με την οποία δεν συνέδεσε τη χρονική διάρκεια της παραχώρησης και εάν η λύση του γάμου επέλθει πριν την ενηλικίωση του τέκνου, παύει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να ισχύει, η ρύθμιση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

 

Εξάλλου, η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη, δεν αντιτίθεται, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εν προκειμένω το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο τον επίμαχο λόγο αναίρεσης, δεχόμενο ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, ούτε και στο επικαλούμενο, εκ του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, σφάλμα υπέπεσε, καθόσον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής, αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης είναι η παραδοχή του Εφετείου για την αποδοχή της αγωγής και δεν εξετάζεται η νομική ή ουσιαστική βασιμότητα αυτής, ούτε τούτο προσέτρεξε σε αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητάς της, ώστε να επιβάλλεται άλλη αιτιολόγηση του δικανικού συλλογισμού της που οδηγεί στο συγκεκριμένο διατακτικό περί παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου.

 

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 489/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

 

 

 Απόφ.ΑΠ

BANNER-LINKEDIN

Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας