Αξιόποινη Πράξη Οδήγησης Μεταφορικού Μέσου
υπό την επίδραση Ναρκωτικών Ουσιών – κύριο δραστικό συστατικό των προϊόντων της κάνναβης (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4139/2013)
Η ειδική συνθήκη οδήγησης ή κυβέρνησης οχήματος υπό την επίδραση ναρκωτικών είναι αντικειμενικά πρόσφορη έστω σε αφηρημένο επίπεδο να προκαλέσει την επέλευση του κινδύνου
Αντικειμενικά απαιτείται οδήγηση ή διακυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και μορφής κινήσεως πλωτού, χερσαίου ή εναέριου μεταφορικού μέσου και η οδήγηση ή διακυβέρνηση αυτή να γίνεται υπό την επίδραση ναρκωτικών, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός επιδράσεως τούτων στον οργανισμό του οδηγού ή του κυβερνήτη και αν αυτός είναι ή όχι τοξικομανής ή απλός ή περιστασιακός χρήστης
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος
Στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών προβλέπεται και τιμωρείται το αδίκημα της οδήγησης μεταφορικών μέσων. Από την διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην προστασία της ασφάλειας των μεταφορών, προκύπτει ότι: α) τυποποιείται μια ειδική, αφηρημένης διακινδύνευσης συμπεριφορά, η οποία ενέχει επικινδυνότητα για τη ζωή και την υγεία κατ’ αρχάς του επιβατικού κοινού αφού η ειδική συνθήκη οδήγησης ή κυβέρνησης οχήματος υπό την επίδραση ναρκωτικών είναι αντικειμενικά πρόσφορη, έστω σε αφηρημένο επίπεδο,να προκαλέσει την επέλευση του κινδύνου, β) για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου απ` αυτήν εγκλήματος της οδηγήσεως μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών, απαιτείται οδήγηση ή διακυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και μορφής κινήσεως πλωτού, χερσαίου ή εναέριου μεταφορικού μέσου και η οδήγηση ή διακυβέρνηση αυτή να γίνεται υπό την επίδραση ναρκωτικών, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός επιδράσεως τούτων στον οργανισμό του οδηγού ή του κυβερνήτη και αν αυτός είναι ή όχι τοξικομανής ή απλός ή περιστασιακός χρήστης. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος..
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων οδηγός κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, αφού αναγνωρίστηκαν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α’ ε’ του Π.Κ., σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την πράξη της οδήγησης μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, ανιχνεύτηκε στο αίμα του το κύριο δραστικό συστατικό των προϊόντων της κάνναβης και συγκεκριμένα η Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (Δ9- THC), ο κύριος μεταβολίτης, το 11 norD9-THC (11-northc-cooh) και άλλοι δευτερεύοντες παράγοντες. (άρθρ. 25 παρ.1 εδ. α’ του ν.4139/2013)
Απόδειξη Χρήσης Ναρκωτικών Ουσιών
Τοξικολογικές Εξετάσεις Δείγματος Αίματος του ελεγχόμενου από τα αρμόδια Εργαστήρια Τοξικολογικών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας
Αναιρετική Διαδικασία για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ)
Απορριπτέα η αναίρεση του κατηγορουμένου
Οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας (171 παρ. 1 Νέου ΚΠΔ) πρέπει να προβάλλονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη (άρθρ. 174 παρ. 1 εδ. β’ Νέου ΚΠΔ, Ν. 4620/2019 που ισχύει από 1.7.2019), διαφορετικά καλύπτονται και δεν επιδρούν στο κύρος της σε βάρος του κατηγορουμένου παραπομπής στο ακροατήριο (171 παρ. 1 Νέου ΚΠΔ)
Απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δεν διενεργήθηκε αιμοληψία σε αυτόν, ότι δεν του κοινοποιήθηκε το αποτέλεσμα της τοξικολογικής εξέτασης και ότι συνεπώς οι τοξικολογικές εξετάσεις είναι άκυρες και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε χερσαίο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών. Ειδικότερα από τις τοξικολογικές εξετάσεις του δείγματος αίματος του ανιχνεύτηκε στο αίμα του (στην κατηγορία ψευδαισθησιογόνων – παραισθησιογόνων), το κύριο δραστικό συστατικό των προϊόντων της κάνναβης και συγκεκριμένα η Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (Δ9- THC), ο κύριος μεταβολίτης, το 11 norD9-THC (11-northc-cooh) και άλλοι δευτερεύοντες παράγοντες. Από τις αναγνωσθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τοξικολογικές εκθέσεις: α) την αριθ. πρωτ. …/2013 Έκθεση του Εργαστηρίου Τοξικολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, στην οποία σαφώς αναφέρεται ότι αιτούσα αρχή ήταν το Τμήμα Τροχαίας Αγρινίου που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος, με βάση τη σχετική αναφορά της και με αποσταλμένα από αυτήν στοιχεία προς ανάλυση δύο φιαλιδίων αίματος (χωρίς επισήμανση), τα οποία όμως αφορούσαν και τα δύο στον κατηγορούμενο, προκειμένου να προσδιοριστεί η περιεκτικότητα του αίματος του τελευταίου σε τοξικές ουσίες και β) την υπ’ αριθ. ../2013 όμοια Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του ιδίου Εργαστηρίου, που διενεργήθηκε κατόπιν επανάληψης του ελέγχου και στο οποίο έγγραφο ομοίως σαφώς αναφέρεται ότι αυτή διενεργήθηκε με αίτημα του Τμήματος Τροχαίας Αγρινίου με σχετική αναφορά του, στο δείγμα Β αίματος χωρίς επισήμανση (που είχε όμως ληφθεί κατά τα έγγραφα της Τροχαίας Αγρινίου από τον κατηγορούμενο) και το οποίο είχε αποσταλεί εξαρχής και φυλασσόταν κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή, στο ανωτέρω Εργαστήριο Τοξικολογίας, προκειμένου να προσδιορισθεί η περιεκτικότητα του αίματος σε τοξικές ουσίες, προκύπτει σαφώς και ανενδοίαστα η ανίχνευση στα ανωτέρω δείγματα του αίματος του κατηγορουμένου οδηγού του κύριου δραστικού συστατικού των προϊόντων της κάνναβης, στα οποία αφορούσε η εξέταση και που αποτελεί (η κάνναβη) κατά την έννοια του νόμου περί ναρκωτικών (Ν. 4139/2013) απαγορευμένη ναρκωτική ουσία. Εξάλλου στην έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Αγρινίου αναφέρεται ρητά ότι έγινε λήψη αίματος από αμφότερους τους οδηγούς για εργαστηριακή εξέταση, η δε γενόμενη εξέταση του Β’ δείγματος αίματος που λαμβάνεται από τους εμπλεκόμενους οδηγούς και φυλάσσεται σχετικά, γίνεται πάντοτε κατόπιν αιτήματος του εμπλεκομένου οδηγού, όπως και έγινε εν προκειμένω. Επομένως ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δεν διενεργήθηκε αιμοληψία σε αυτόν, ότι δεν του κοινοποιήθηκε το αποτέλεσμα της τοξικολογικής εξέτασης και ότι συνεπώς οι τοξικολογικές εξετάσεις είναι άκυρες και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου οποιεσδήποτε τυχόν παρατυπίες εμφιλοχώρησαν κατά την επακριβή τήρηση της διαδικασίας λήψης των δειγμάτων αίματος, όπως αυτή προβλέπεται για την διαπίστωση της ύπαρξης τοξικών ουσιών κατά την οδήγηση οχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΥΑ 2500/15/135-ι-ΦΕΚ …19.9.2011, καθώς και η μη ταυτόχρονη από τον εξεταζόμενο λήψη ούρων για την παράλληλη εξέταση τους, σύμφωνα με τους ορισμούς της ίδιας ΥΑ, απαράδεκτα προτείνονται ως αυτοτελείς ισχυρισμοί από τον κατηγορούμενο στο παρόν στάδιο της διαδικασίας και δη κατά την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο, αφού αυτές ως απόλυτες ακυρότητες, που αφορούν πράξεις της προδικασίας (171 παρ. 1 Νέου ΚΠΔ), θα έπρεπε να έχουν προβληθεί από αυτόν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο για την ανωτέρω αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη (άρθρ. 174 παρ. 1 εδ. β’ του Νέου ΚΠΔ, ως ισχύει από 1.7.2019, μετά το Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’/96/11.6.2019), πράγμα το οποίο όμως ουδόλως έλαβε χώρα από αυτόν, κατά τρόπο ώστε αυτές έχουν ήδη καλυφθεί και δεν επιδρούν στο κύρος της σε βάρος του παραπομπής στο ακροατήριο για την εξεταζόμενη κατηγορία (άρθρο 175 παρ. 1 του Νέου ΚΠΔ).Σε κάθε δε περίπτωση, οι παρατυπίες αυτές δεν κρίνεται εν προκειμένω ότι ήταν τέτοιας σημασίας και έκτασης, ώστε να επιδράσουν στην ασφάλεια του σαφούς και με επιστημονικό τρόπο εξαχθέντος αποτελέσματος των γενομένων τοξικολογικών εξετάσεων από τα αρμόδια Εργαστήρια Τοξικολογικών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, που έλαβε χώρα στα ληφθέντα δείγματα αίματος του κατηγορουμένου, αφού τα εργαστήρια αυτά έχουν το απαιτούμενο αυξημένο κύρος, επιστημονική εξειδίκευση και γνώση στο εν λόγω αντικείμενο, ώστε να αποδώσουν ορθά το ανωτέρω αποτέλεσμα με βάση τα κατά το νόμο ληφθέντα από τον κατηγορούμενο δείγματα αίματος κατά το χρόνο του ατυχήματος από την Τροχαία Αγρινίου.
Επομένως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2, 25 παρ.1 εδ.α’ του Ν.4139/2013, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 παρ.2 Πιν.Δ αρ.6 Ν.3459/2006.
Απορρίπτει αναίρεση
Απόφ. ΑΠ
Για να διαβάσετε περισσότερα παρακαλώ συνδεθείτε συμπληρώνοντας τα στοιχειά σας